Πέμπτη, Μαΐου 31, 2007

carmina AMAbiLIA

ΜΕΤΑ
ΤΟΠΙΣΗ

Η θέληση για έκθεση, βορά και λεία
είν’, καθώς λένε οι πολλοί, ανωμαλία.
Τίποτε τώρα πια δεν σου ανήκει εσένα,
σε κύτταρα εγκεφαλικά φωλιάζουν ξένα.
Ίσως μπορεί κανείς να υποθέσει
πως βρίσκουν και κρατούν λαθραία θέση
να μεταφέρουν τη ζωή σου μες στους άλλους,
σε ζωντανά μυαλά ή σε καβάλους…



Κώστας Μόρφης, Παραλήπτης Άγνωστος (2002)
(ακούμε την Ευτέρπη,
από την ραψωδία για βιολοντσέλο και ορχήστρα
του Μίκη Θεοδωράκη)

Τρίτη, Μαΐου 29, 2007

Η γιαγιά μου η Πόλη

Μικρή έπαιζα με τα τουρκάκια. Ο τούρκικος μαχαλάς δύο βήματα απ’ τον δικό μας. Η μάνα μου είχε φιλενάδες από κει. Κάθε Τετάρτη ερχότανε μια φραντσέζα, η μαντάμ Μαρί, όνομα ίδιο με το δικό μου, και μου μάθαινε γαλλικά. Όταν κατεβαίναμε στην προκυμαία στη Σμύρνη βολτάριζα με τ' αδέρφια μου μέχρι το Σπόρτε Κλου. Όμορφα χρόνια.
Μεγάλωνα και μεγάλωνε το κακό. Σαν κοντοζύγωσε, ένας Τούρκος, φίλος του πατέρα μου, «Προχώρα μπροστά, Παναγιώτη, και θα σου λέω» του είπε. «Πάρε τη γυναίκα σου και τα παιδιά σου και φύγετε. Θα γίνει μεγάλη σφαή». Ο πατέρας μου, Θεός σχωρέστον, άκουσε. «Στέλλα», είπε, «να φύγετε». Θα έρθω κι εγώ γρήγορα.

Στο μεγάλο κακό κρυφτήκαμε για δυο μέρες στο σπίτι μιας άλλης φραντσέτζας. Καμίλ τη λέγανε. «Στέλλα, πάρε ό,τι θέλεις», είπε στη μάνα μου. «Το σπίτι όλο δικό σου». Και τι πήρε η μάνα μου; Ένα ψαλιδάκι «Για να κόβω τα νύχια των παιδιών μου», είπε. Βγήκαμε στη Μυτιλήνη. Πείνα. Δίψα. Κάτι πατριώτες τραγουδούσανε και χορεύανε. Να ξεχαστεί το κακό. «Κερατά Κεμάλη!». Φωτιά περάσαμε. Λίγο το ’χεις; Από λίγες βδομάδες ήρθε κι ο πατέρας μου. Μείναμε στον κήπο μαζί με όλους τους άλλους, Ύστερα περάσαμε στον Περαία. Μείναμε στη γουρουνόμαντρα. Βρωμιά, αλλά την παστρέψαμε. Ένας τοίχος να προσευχηθείς και να αλλάξεις, να λατρευτείς.

Στους εφτά μήνες απάνω πέθανε ο πατέρας μου. Ζωέμπορος, ασυνήθιστος, έπιασε οικοδομή. Κρύωσε, λέγανε. Αρρώστησε. Θεός σχωρέστον. Δουλέψαμε όλοι. Εγώ δούλεψα στου Ρετσίνα. «Κι από βουργαρίτσα καλύτερα δουλεύεις», έλεγε ο μουσιού Όττο, ο επιστάτης του αφεντικού. Τα μεσημέρια κοιμόμουνα πάνω στα χέρια μου απ’ την κούραση.


Τον Κωστάκη τον ηξέραμε από το Κορδελιό. Απέναντι απέναντι ήντουστε τα σπίτια μας. Όταν έγινα δεκαεφτά έστειλε η μάνα του, Στέλλα κι εκείνη, και με ζητήσανε. "Πιπερλή" με έλεγε. Για τη φωτογραφία του αρρεβώνα μας έβαλα τα δανεικά παπούτσια της νύφης μου και κοκκινάδι στα μάγουλα. Το ’θελε ο φωτογράφος.

Γέννησα και ανάστησα τέσσερα παιδιά. Δυο αγόρια δυο κορίτσια. Ο Κωστάκης στην οικοδομή. Εγώ στο σπίτι. Καλή γειτόνοι. Το σαράντα πήγε στο μέτωπο. Είχα τα δυο κορίτσια. Πήγα να τρελαθώ. Πέρασε. Πουλήσαμε τα πάντα. Μετά οικοδομή. Χτίσαμε, ζήσαμε. Παντρέψαμε τα παιδιά, ανάστησαν άλλα.


Ζω ανάμεσα στα παιδιά μου. Περνάω καλά, δόξα τω Θεώ. Τρώμε όλα τα αγαθά του Αβραάμ και του Ισαάκ. Τον Κωστάκη τον χάσαμε. Από καρκίνο. Έκλαιγα μέρες (έκλαιγα νύχτες που δε με βλέπανε).

Ένα πρωί ήρθε αυτός, ο Μεχμέτ, ο θάνατος, πώς τον λένε; Μάιος ήτανε. Από την κερκόπορτα μπήκε. Με παίδεψε. Λίγο. Αντρειεύτηκα. Ήμουν συνηθισμένη. Κι ένα βράδυ, στις είκοσι εννιά, με νίκησε, με πήρε. «Η πόλις εάλω». Τώρα μονάχα με θυμούνται. Λίγο το ’χεις;


στην Μαρίτσα, τη γιαγιά μου, που έφυγε μια τέτοια μέρα. Έφυγε;

Πέμπτη, Μαΐου 24, 2007

Ευριπίδη "Μήδεια" Α΄ Στάσιμο

"Μήδεια" του Delacroix


Πάνω κυλούν οι ποταμοί
Πίσω διαβαίνουν στις πηγές τους
Και δίκιο κι όλα χάνονται
Οι δόλοι των ανθρώπων απέκτησαν τρανή ισχύ
Και των θεών οι όρκοι δεν έχουν πλέον δύναμη
Μα πάλι όνομα καλό θα δώσουν στη ζωή μου
οι φήμες
Έρχονται τιμές στων γυναικών το γένος
Να μην το ξέρουν άλλο πια για κακοφημισμένο.


Και των αρχαίων ποιητών γλυκόλαλες οι Μούσες
Θα πάψουν πλέον άπιστη εμένα να καλούνε
Αφού σ' εμάς δε χάρισε της λύρας το τραγούδι
Ο Φοίβος, των θεόπνευστων των τραγουδιών ο αφέντης
Αλλιώς θα ηχούσε κι από μας τραγούδι για τους άντρες αντίφωνο
Τα χρόνια που περνάνε έχουν αμέτρητα να πουν

και για τα δυο τα φύλα.


Τρελή από τον έρωτα μακριά απ' το πατρικό σου ταξίδεψες
Και διάβηκες της θάλασσας τις δίδυμες τις πέτρες
Τώρα την ξένη χώρα κατοικείς
Του άναντρου του άντρα την κλίνη σου τη νυφική
Έχασες πια βαριόμοιρη
Εξόριστη διώκεσαι μακριά απ' αυτή τη χώρα, ατιμασμένη.


Η χάρη αφανίστηκε κι η δύναμη των όρκων
Και στην Ελλάδα σεβασμός κανείς δεν απομένει
Πάει, πέταξε
Κι εσύ δυστυχισμένη, δεν έχεις σπίτι πατρικό

πίσω για να γυρίσεις
Άλλη βασίλισσα τρανή εδώ, μέσ' στο παλάτι

νίκησε το κρεβάτι σου.


μετάφραση Γ.Ε.
(ακούμε έναν αρχαίο ελληνικό σίκκινι χορό)

Δευτέρα, Μαΐου 21, 2007

Ο ζωγράφος Άρης Κουτρουλής (μέρος β΄)

Σήμερα παρουσιάζω έργα της δεκαετίας του '90

[θα συνεχίσω με έργα του '80

και θα ολοκληρώσω με την "ελληνική σουίτα" (1963)]


το χρώμα διαχέεται και ανασυνθέτει. μορφή και σύμπαν μια αδιάσπαστη διαφάνεια. οι δυνάμεις που περιβάλλουν την αύρα εισβάλλουν στο είναι και ενσαρκώνονται. η ροή διαμορφώνει μια αγαπητική σχέση ανάμεσα στο εγώ και στο εσύ, τα σώματα συγκοινωνούν, όπως η σκέψη. το φλάουτο αποδίδει την κίνηση, την ανάταση και την αιώρηση του φύλλου.

works of late '90s

"INNER PORTRAITS"















(ακούμε το andante από το κονσέρτο για φλάουτο, έγχορδα και continuo του Georg Philipp Telemann)

Δευτέρα, Μαΐου 14, 2007

Δεν γράφω ποιήματα.

Δεν γράφω ποιήματα. Αυτόν τον καιρό δεν πρέπει να γράφω ποιήματα. Το ποίημα πρέπει να είναι μια έκρηξη, μια σεισμική δόνηση. Πρέπει να έχουν συσσωρευτεί δυνάμεις. Να νιώθεις πως δεν μπορείς να ζήσεις ούτε για μια στιγμή αν δεν το γράψεις. Η καθημερινή, διεκπεραιωτική, σχεδόν ημερολογιακή γραφή δεν ωφελεί. Με αποδυναμώνει. Αισθάνομαι να με αφαιμάσσει δίχως αποτέλεσμα. Νιώθω το σώμα μου ισχνό. Και το ποίημα πρέπει να βγαίνει από τα έγκατα του σώματος. Είναι φαινόμενο βιολογικό.

Τούτο τον καιρό επιβάλλω στον εαυτό μου μια βεβιασμένη στέρηση, μια νηστεία. Κλείνομαι, ολοένα κλείνομαι και αφήνω τη θέληση να με κατακλύζει. Ακόμα μπορώ να την ελέγχω. Δεν είναι ώρα λοιπόν. Ασκούμαι στην στέρηση, σαν μοναχός. Έχω ποιήματα στα συρτάρια μου που πρέπει να δουλέψω. Ακόμη και η ύστερη επεξεργασία είναι μια πράξη απαράμιλλης συγκέντρωσης, πράξη θεοτική. Δεν πρέπει να μιλάω σε κανέναν, δεν πρέπει να ακούω κανέναν, παρά μόνο εκείνη τη φωνή. Είναι και δεν είναι δική μου. Παλεύουμε. Την διορθώνω και αναδιπλώνεται. Την κολακεύω και με χλευάζει. Στο τέλος αποκάμνω. Έτσι βγαίνει το ποίημα.

Τούτο τον καιρό δεν γράφω ποιήματα. Είναι οδυνηρό ν’ ακούς τα λόγια μέσα σου αλλά να μην τα γράφεις. Ποια αυτιά να κλείσεις; Γράφω καθημερινά, μα όχι ποιήματα. Είναι κι αυτός ένας τρόπος να ξεχνάω να γράφω ποιήματα. Να κλείνω τ’ αυτιά μου στις σειρήνες. Γιατί αν γράψω, θα λυτρωθώ μονάχα για μια στιγμή. Μονάχα εγώ. Ξέρω πως γράφω για εκείνη. Κι εκείνη θέλει όχι να την συντροφεύω. Μου λέει να ’μαι δικός της. Να διαλύομαι. Η επανασύνθεση της δικής μου ουσίας να είναι το ποίημα…

Κώστας Μόρφης

R a g t i m e – π ρ ο ε τ ο ι μ α σ ί α


Εκεί έβλεπες μόνη τριγύρω τη βιασύνη
Σκληρές ανάσες
Μάτια έξω απ’ τα μάτια και άδεια βήματα. Κανείς

δεν πρόσεξε
σχεδόν
τον άντρα που κρατούσε
στα χέρια του ξύλινο σώμα του έρωτα.

Μόνοι κάτω απ’ το φως
Έγραφαν γύρω το σκοτάδι τους
Οι δυο τους μια παρένθεση στο χώρο,
Ένα σύμπαν
Ολόκληρος ο έρωτας σε μια ρωγμή ελάχιστη στο χρόνο.

Το ένα του χέρι ψηλά χάδι στο μπράτσο
Το άλλο κατρακυλούσε στις καμπύλες, όχι με βιασύνη
Αργά, γνώριζε πότε θ’ ακουμπήσει τις χορδές να τις ταράξει
Κι η μνήμη της αγάπης τώρα τριγμός στα δάχτυλα
Κι η μνήμη των δαχτύλων τώρα βόγκος στο σώμα
Όπως ανέβαινε βαθιά μες απ’ το σώμα του.

Τόσο μόνοι, τόσο ακέραιοι και μόνοι, λίγο μετά από κατακλυσμό
Έγερνε πάνω του και γύρω
Ώσπου το σώμα
Πήρε το σχήμα της αγάπης του.

Άργησα εκεί να τους κοιτάζω.

Ένας άντρας σφιχτά αγκαλιασμένος μ’ ένα τσέλο.

Ωραίοι,
Σαν την αγάπη που ήθελα να πω.



από τη συλλογή "Παραλήπτης Άγνωστος", Αθήνα 2006

(Ακούμε μουσική του Βασίλη Γκότση.
Στο τσέλο ο Ορέστης Ζαφειρόπουλος.)

Πέμπτη, Μαΐου 10, 2007

Βασίλης Γκότσης

Έχω ζήσει μια μεγάλη ευλογία. Όταν πρωτακούστηκαν τα λόγια μου, τα συνόδευε αυτή η μουσική, γραμμένη γι’ αυτά από τον συνθέτη Βασίλη Γκότση. Η μουσική είναι το πιο απαλό κύμα για να ταξιδέψει πάνω του η ποίηση.
Βασίλη, ευχαριστώ!

(ακούμε τη μουσική που γράφτηκε για το ποίημα «τρίγωνο» από τη συλλογή ΣΤΙΓΜΑ.
Στο πιάνο η Αγγέλικα Παπανικολάου.)
τ ρ ί γ ω ν ο

Μακριά πολύ κι ανάμεσα, στην κόχη του ορίζοντα,
προβάλλει εμπρός μου.

«Γαλάζιο τρίγωνο
λειαίνεις του μεσημεριού μου την ένταση
και ματιάς φευγαλέας το ανάστημα
ή το σχήμα ενατένισης
τα γυρτά απογεύματα.

Μικρό σημείο σταθερότητας
στη μετατόπιση
και δάσκαλε του έρωτα,
όταν αντίρροπες εντάσεις
ερίζουν και φλέγονται.

Ανακουφιστικό γαλάζιο τρίγωνο
κρατάς το θόλο του ναού μου στο στερέωμα,
το βάρος μιας ρέμβης και μιας εξομολόγησης,
στο φως σου που αφομοιώνει.

Εκεί
ο παιδικός αλμυρός ίλιγγος
και της νεότητας η έξαψη
στου κορμιού το αντιμάμαλο.

Γαλάζιο εφηβαίο
στη γύμνια που διατρέχουν τα μάτια στο διάστημα,
χωνευτήρι απύθμενο και μήτρα προαιώνια
γεννάς τον ουρανό της κάθε μέρας μου».



Ο Βασίλης Γκότσης γεννήθηκε το 1972 στην Αθήνα. Έχει σπουδάσει μουσική και σύνθεση. Έργα του έχουν παρουσιαστεί στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, στο Γαλλικό Ινστιτούτο και σε πολλούς συναυλιακούς χώρους. Η μουσική του περιλαμβάνει έργα για φωνή, χορωδία, solo όργανα, μουσική δωματίου, μεγαλύτερα σύνολα και ορχήστρα.

Τρίτη, Μαΐου 08, 2007

Η αντρική και η γυναικεία ποιητική φωνή

υπάρχει αντρική και γυναικεία φωνή στην ποίηση;
αν ναι, ποια είναι τα χαρακτηριστικά τους;
πώς εκφράζεται μια αντρική και πώς μια γυναικεία ποιητική φωνή;
πώς γίνεται δεκτή η κάθε φωνή από τον αποδέκτη;

Δευτέρα, Μαΐου 07, 2007

καινός διαιρέτης

Τι μπορεί να διαιρέσει τη ζωή σου; Να την χωρίσει στα δυο; Σ’ ένα π.Π. και μ.Π., ας πούμε;… Πριν απ’ το ποίημα και μετά… Όταν συλλαμβάνεις κι όταν με την αγάπη του πηλού δίνεις μορφή, ξέρεις πως μετά απ’ αυτό δεν μπορεί να είσαι πια ίδιος. Αφού η κάθε μέρα σου εκπορεύεται πια από αυτή τη σκέψη, ή αν όχι, την εμπεριέχει. Ένα μικρό σύμπαν που έχει μόλις, έστω και λίγο, διασταλεί.

Πέμπτη, Μαΐου 03, 2007

Σημειώσεις για το BIG BANG της σύλληψης.

Οδηγώ. Κοντινή απόσταση. Δέκα λεπτά το πολύ. Στο πίσω κάθισμα τα παιδιά είναι ήσυχα (δεν έχουν καλοξυπνήσει ακόμη). Κάνω την ίδια όπως πάντα διαδρομή. Τόσα χρόνια. Τόση επανάληψη. Αν οδηγούσε κάποιος άλλος κι εγώ καθόμουν στη θέση του συνοδηγού με τα μάτια κλειστά, θα ήξερα κάθε στιγμή πού βρισκόμαστε. Υπολογίζω από τον ήχο της μηχανής, από την κλίση που παίρνει το αυτοκίνητο σε κάθε στροφή, από τις μυρωδιές της κάθε γωνίας. Εδώ τριαντάφυλλο και γιασεμί, εδώ καυσαέριο λεωφορείου, παραπέρα το χώμα από την οικοδομή που χτίζεται… Ξαφνικά, μέσα στην απόλυτη επανάληψη, έρχεται! Μια ιδέα. Από εκείνες που αισθάνεσαι πως αν δεν γίνει πραγματικότητα δεν μπορείς να ζήσεις πια… Από εκείνες που αν γίνουν πραγματικότητα, δεν είσαι ποτέ πια ο ίδιος…

Πώς γεννιέται ένα ποίημα; Πολύ περισσότερο μια ποιητική σύνθεση; Ο άξονας τις περισσότερες φορές, αν δεν κάνω λάθος, είναι μια λάμψη, μια ακαριαία αποσβολωτική σκέψη. Σε ένα πρόσφατο ποίημα μου τον χαρακτήρισα ως το big bang της σύλληψης. Από κει και πέρα όλα τα άλλα είναι συνειδητά, επιλεγμένα, σκόπιμα, αποτέλεσμα σκληρής δουλειάς, εναγώνιας διαίσθησης, συναίσθησης, καμιά φορά και παραίσθησης…

Όμως εκείνη την πρώτη πρώτη ώρα, την εντελώς απροσδόκητη, κάτι συμβαίνει απολύτως ερήμην σου. Απολύτως; Όχι. Απλώς εκείνη την ώρα αισθάνεσαι ότι γίνεται μια έκρηξη σε ηφαίστειο που σιγόβραζε για καιρό, εκτονώνονται με μια δόνηση τριβές και πιέσεις χρόνων, ή απλά… «ξεχειλίζει» ένα ποτήρι. Τόσο απλά, τόσο σύνθετα.

Κάπως έτσι γεννήθηκε πριν από τρία χρόνια (πάει αλήθεια τόσος καιρός;) η ποιητική σύνθεση με την οποία έζησα όλο αυτό το διάστημα. Μετά από την πρώτη εκείνη ώρα της σύλληψης (κάπως έτσι δεν γίνεται και με την άλλη, την «κυριολεκτική» σύλληψη;) ακολουθεί μια αναστάτωση, μεγάλη αγωνία και μέθη. Τριγμοί, αναταράξεις, ένα έντονο αίσθημα ναυτίας μέχρι να στερεοποιηθεί η ιδέα, να αποκρυσταλλωθεί το νεφέλωμα, μέχρι να δεις και να ακούσεις καθαρά. Αυτό μπορεί να τραβήξει καιρό, ώρες, μέρες, μήνες ή να μη γίνει και ποτέ…

Αν όμως ευτυχήσεις να ξακρίσεις το λευκό ολοστρόγγυλο πέτρωμα μέσα από όλα τα άλλα υλικά, αρχίζει η μαστορική που θα σε φέρει στη γέννα του βότσαλου. Μήνες ίσως και χρόνια αναπνέεις μέσα απ’ αυτό (ή μήπως αυτό μέσα από σένα) και, δίχως να το πολυκαταλαβαίνεις, έρχεται και εγκολπώνεται τη ζωή σου. Οι μέρες γίνονται λέξεις και οι αισθήσεις και τα αισθήματα, οι μικρές ανεπαίσθητες κινήσεις, οι ήχοι οι βαθιά πνιγμένοι στο ασυνείδητο γίνονται φθόγγοι, καταστερισμοί ποίησης…

Ποτέ κανένας τοκετός δεν ξαστόχησε στην ώρα της ωδίνης. Πάντα ξέρεις πως πια δεν πάει άλλο. Το ίδιο το έμβρυο αναπηδά, τινάζεται, θέλει να βγει στο φως (αλλιώς θα αρχίσει να σήπεται). Περίεργη αίσθηση δημιουργίας και αποχωρισμού. Κι έπειτα;
Όπως γράφει ο Gibran :

Τα παιδιά σας δεν είναι παιδιά σας…
Είναι οι γιοι και οι κόρες του καλέσματος της ζωής.