Σάββατο, Ιουνίου 28, 2008

στον Πρίγκιπα...

Στην αλήθεια να μείνω
Άφησέ με πάντα
Στη δυστυχία ποτέ,
αλλά να υμνώ
Εσάς κατοικίες του ουρανού
εκεί που έχτισαν τον ναό
Και τρίποδα και βωμό
Όμως
κάτω απ’ τις κορφές
να υμνώ τον ήρωα
Της Γερμανίας τη νιότη – των παλαιών πόλεων την οργή –
ένας πολίτης έχει

Friedrich Hölderlin, Αποσπάσματα, στον Πρίγκιπα
(μετ. Θανάσης Λάμπρου)

Σάββατο, Ιουνίου 14, 2008

λυσιμελής...




Λυσιμελής, λυσιμελής,

μα ως πότε πια θα αμελείς;

Παρέλυσαν τα χέρια;

Κι αν δεν ακούγομαι αφελής,

μόλις αδειάσεις, με εκτελείς,

μόνο … να είν’ αιθέρια… ;)




Τρίτη, Ιουνίου 10, 2008



Το σ’ αγαπώ που δεν σου είπα
το έχω χάσει κάπου ανάμεσα στη δεύτερή μου σκέψη.


Μία στιγμή, τόσο διαρκεί, όσο η επιθυμία

και η ματαίωσή της, κι ύστερα
τόσες αμέτρητες στιγμές στην επανάληψη

της μνήμης, της ανάμνησης

και τώρα
στην ώρα αυτή που το διαβάζεις. Μάταιο

σ’ αγαπώ. Ή μάταια σ' αγαπώ;

Η απάντηση βρίσκεται πάνω στο χαρτί.

Και η τιμωρία επίσης.



Τρίτη, Ιουνίου 03, 2008

απορία

πώς θα ήταν άραγε αν απαντούσε το εγώ στο εσύ; κι αν, τότε αντικρυστά ή να παρεμβάλλεται; οπωσδήποτε το εγώ κρύβει πάντα μια δύναμη αλαζονείας ή αφέλειας, δεν έχει σημασία. πάντως αλήθειας και αμεσότητας. θα το δοκιμάσω.

Κυριακή, Ιουνίου 01, 2008





Η Ποίηση πέθανε.


Ζήτω η Ποίηση!


(αφιερωμένο)



Πέμπτη, Μαΐου 29, 2008

converging lines

Στις 11 Μαρτίου 2008 στο Dasein πραγματοποιήθηκε ποιητική συνάντηση 4 βρετανών

(Julia Copus, Antony Dunn, Matthew Hollis και Clare Pollard)

και 4 ελλήνων ποιητών

(Μαριγώ Αλεξοπούλου, Γιάννης Ευθυμιάδης, Μιχάλης Παπαντωνόπουλος και Βασίλης Ρούβαλης)

στα πλαίσια του προγράμματος converging lines.

Θεωρία για την Κατάληξη του BIG BANG


Το Big Bang της σύλληψης –
μια στιγμή.
Πότε; Ούτε κι ο χρόνος δεν το ξέρει
στο χείλος της βουβής αταραξίας των νερών, λίγο πριν από την πτώση
κι έπειτα εκρήξεις ιδεών καταστερισμοί νοημάτων πλημμύρες
λέξεων εγκατακρημνίσεις αισθημάτων βροχή λεοντιδών και
φθόγγων
ώσπου να γεννηθεί εκεί στην άκρη της μοναδικότητας
ένας πλανήτης
βυθισμένος στην περίκλειστη σιωπή του…

Αργά αργά αναδύεται ωραία, γιατί πρώτη,
η Πανγαία του.

Και πάντα πίσω απ’ όλα αυτά βρίσκεται
ένας Νους
κι ένας αγώνας ανάμεσα
σε δύο θηρία – πες έρωτας.

Αρχίζουν τότε άνεμοι
και πότε κύματα, λίγο εδώ
λίγο εκεί κατατρώγοντας τον βράχο στο σχήμα μιας έλλειψης
ευεργετικά
ανελέητα
να γλείφουν το σώμα
που μια θα πέφτει στο βλέμμα του ενός κι άλλοτε
θα χαράζει τη συνείδηση του άλλου
ταξιδεύοντας.
Μέχρι πού; Ούτε κι εγώ δεν το ξέρω,
ούτε κι αυτό το ίδιο το γνωρίζει, έτσι καθώς γεννιέται
με την αναζήτηση του ορίου και με τη βεβαιότητα του τέλους του.

Συνεπώς
Το ποίημα είναι σύμπαν που διαρκώς διαστέλλεται.



Κυριακή, Μαΐου 18, 2008

Η Ποίηση είναι το τι ή το πώς; Ένα τι που κρύβεται μέσα σε ένα πώς ή ένα πώς που εγκολπώνεται ένα τι; Από τη μια πλευρά του ποταμού είναι το τι κι από την άλλη το πώς. Κι η Ποίηση κυλάει πάνω σε ένα μονόξυλο. Το ρεύμα πότε την πάει απ’ τη μια πότε απ’ την άλλη.

Παρασκευή, Μαΐου 09, 2008

η μέρα ήτανε ζεστή και ποιητική...


dem Fürsten

Η Ποίηση είναι σαν τη σκιά. Όσο την κυνηγάς, τόσο εκείνη φεύγει. Κι όποτε πας να της ξεφύγεις, σε καταδιώκει ανελέητα.

Ποια μέρα είναι μέρα ποιητική, μέρα σύλληψης και μέρα δημιουργίας; Νομίζω, μια μέρα αδιάφορη. Η Ποίηση, θέλω να πω η σπουδαία Ποίηση – η απομακρυσμένη από τα άνυδρα γεγονότα κι από τα υπερεκτιμημένα συναισθήματα – είναι τις πιο πολλές φορές αποτέλεσμα μιας απαρατήρητης κανονικότητας. Είναι οι μέρες, οι ώρες που το μυαλό απομένει απολύτως καθαρό έξω από το σκοτάδι της θλίψης ή της ανησυχίας και πέρα από το θάμπος της χαράς που σβήνει τα μεγέθη όπως ο δυνατός ήλιος τα σχήματα και τα χρώματα. Και τότε, στην ουδέτερη ζώνη ενός γκρίζου είναι που αναδύεται το έως τότε ανέκφραστο.

Το ζήτημα είναι να μπορέσεις να το μεταφράσεις πρώτα στη συνείδησή σου κι ύστερα στη γλώσσα σου. Κι έπειτα να κρίνεις τι απ’ αυτό είναι καλό, τι αξίζει να κρατήσεις και τι να πετάξεις. Ο αληθινά μεγάλος δημιουργός κρίνεται και, για να μην πω κυρίως, σ’ αυτό το επώδυνο στάδιο. Δεν είναι η έμπνευση, η εμμανής γραφή, αλλά η νηφάλια επιλογή και η επεξεργασία που φέρνει την πιο μεγάλη οδύνη. Κι είναι εκεί που θα αρθεί κανείς πάνω από την τέχνη του, πάνω κι απ’ την ίδια του την αγάπη για την τέχνη. Μόνο που πολλές φορές – τις πιο πολλές φορές – χρειάζεται χρόνος, επανέλεγχος, κρίση πάνω στην κρίση, έξω από τη συναισθηματική βιωμένη αστάθεια της καθημερινότητας. Ή άλλοτε πάλι πρέπει όλα τούτα να τα ξεχάσεις. Και μαζί και την Ποίηση. Και τότε αυτή σαν εμμονή έρχεται και σε βρίσκει πάλι και πάλι εκβιάζοντας το μέλλον της, μέσα από σένα, μικρέ, μικρέ μου Υάκινθε…

Δευτέρα, Απριλίου 14, 2008

Τζένη Μαστοράκη

Σκέφτομαι, πώς ξεκινά κανείς να γράφει ποίηση;
Μας κυνηγούν εχθροί και φαντάσματα, μας καταδιώκουν ώσπου φτάνουμε στο χείλος ενός γκρεμού. Κάποιοι θαρραλέοι – ή ίσως και δειλοί – ορμούν και πέφτουν στην άβυσσο. Και τότε, τι παράξενο, ενώ οι πιο πολλοί πέφτουν στο κενό, κάποιοι μένουν εκεί. Μετέωροι στο φως.

Η Τζένη Μαστοράκη βιώνει αυτή την άγρια καταδίωξη από πολύ νωρίς. Σχεδόν παιδί ξεκινά να γράφει, να γράφει ως συνειδητοποιημένη ποιήτρια. Και εκδίδει την πρώτη της συλλογή μόλις στα 1972. Αρθρώνει έναν λόγο απλό, εφηβικό, φορές οργισμένο, φορές παραπονεμένο, άλλοτε νικά η πίκρα, άλλοτε η απογοήτευση, άλλοτε η δύναμη και η ορμή! Και πρώτα πρώτα οι Μύθοι. Πρέπει να αναμετρηθεί με τους παλιούς μύθους, να τους γνωρίσει κι έπειτα να φτιάξει τους δικούς της. Να χτίσει έναν περίκλειστο παράδεισο και να τον κατοικήσει. Εκεί μαζεύει ένα ένα τα υλικά της, υλικά γλώσσας, υλικά σκέψης αλλά κυρίως αισθημάτων, για να πορευτεί ποιητικά. Η πρώτη της αναμέτρηση «Τα πρόσωπα και οι θεσμοί». Ο Προμηθέας, ο Χριστός, ο Δούρειος Ίππος:

Τους μύθους αυτούς τους αποδομεί για να ξεδιαλέξει μέσα από την σκληρή ειρωνεία, συχνά τον αυτοσαρκασμό, την ωμοφαγία του ίδιου της του εαυτού τα δικά της ποιητικά μέσα. Στίχοι όπως:

Πρέπει να ’ναι δύσκολη
η δουλειά του ποιητή.
Προσωπικά, δεν το ξέρω.
(Διόδια, σελ. 33)

ή

Τούτη την ύστερη ώρα
σε δυναστεύουν ακόμα
οι γραφιάδες, οι πόρνες
οι ιεροκήρυκες
και συ ονειρεύεσαι πάντα
μια επική συνθηκολόγηση
στις διαστάσεις του Δούρειου Ίππου.
(Διόδια, σελ. 40)

ή

Αποτάσσομαι, είπα, τον σατανά.
Έκανα δήλωση μετανοίας
στο Θεό και στην
καθεστηκυία τάξη.
(Διόδια, σελ. 41)

είναι ενδεικτικοί.

Συχνά η βάση του ποιήματος θεμελιώνεται στον κοινωνικό προβληματισμό:

Τώρα πια ξέρουμε
πως τα μήλα στα καφάσια
έχουνε τη δική τους λάμψη
και τα φτηνά παπούτσια
στα υπόγεια της Αιόλου
συνθέτουν βουβά το εμβατήριο
όλων των λαών της γης.
(Διόδια, σελ. 12)

Τα πρώτα υλικά είναι οι άνθρωποι, τα πράγματα, όσα μπορεί να δει κανείς στο επίπεδο του άμεσα αντιληπτού συντροφεμένα από νεανικό ρομαντισμό και μια διάθεση να βυθιστεί στον στοχασμό:

Βουλιάζουμε ολοένα και πιο βαθιά
μέσα μας.
Αποκρυπτογραφούμε τους ήχους
της απόλυτης σιγαλιάς
και οι κραυγές των χρωμάτων
μας πληγώνουν.
(Διόδια, σελ. 22)

Η μετεφηβική φωνή:

Δραπετεύει μέσα απ’ τις λέξεις
που δεν είπε.
Τρομάζει να περιμένει
αυτό που δε θα ’ρθει.
Τρομάζει στη σκέψη
αυτών που δεν έγραψε.
(Διόδια, σελ. 23)
Παρατηρεί με πλάγια ματιά τους θεσμούς και τους ανασυνθέτει:

Ο άγνωστος στρατιώτης
διεκδικεί τα δικαιώματα
της αφανείας του.
(Διόδια, σελ. 16)

Κυρίαρχο πρόσωπο το α΄πληθυντικό του συλλογικού βιώματος (αφού ακόμα η ποιήτρια μοιράζεται το αντιληπτό και το βιωμένο) και πιο δειλά και αραιά το α΄ενικό της εξομολόγησης και του αυτοπροσδιορισμού:

Οι μεγάλοι
κουβαλούν πάντα μέσα τους
το παιδί που υπήρξαν
στο δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο
το κορίτσι που δεν πρόφτασαν να φιλήσουν
έναν αγιάτρευτο καημό λαχανίδας.
Όνειρα συνοικιακά
σα μια μοτοσυκλέτα με καρότσα
για πολυμελείς οικογένειες.
Εμείς
κουβαλάμε, απλούστατα, μέσα μας
τους μεγάλους.
(Διόδια, σελ. 27)

Η Μαστοράκη

Διεκδικεί τη μοναδικότητα
της ύπαρξής της.
(Διόδια, σελ. 36)

Δραπετεύει μέσα απ’ τις λέξεις
που δεν είπε.
(Διόδια, σελ. 23)

Καταθέτει ακριβές λεπτομέρειες από τη ζωή της – πώς αλλιώς; – στοιχείο που παρακολουθεί κανείς ευδιάκριτα και στη δεύτερη συλλογή, Το Σόι:

Με την πρώτη κιόλας ποιητική της συλλογή πληρώνει τα Διόδια και εισέρχεται στην Ποίηση ως δυνατή και αυτόνομη φωνή.

Πρώτη πράξη η εγκατάσταση στον περίκλειστο παράδεισο της ποίησης. Δεύτερη: το ξεκαθάρισμα λογαριασμών. Όταν βρεθεί κανείς στην επικράτεια της Ποίησης – συνήθως ξαφνικά και ανέλπιστα – μόλις συνειδητοποιήσει πού βρίσκεται και στρέψει το βλέμμα του πίσω, πρέπει να ξεκαθαρίσει λογαριασμούς με το παρελθόν, να κάψει τα φαντάσματα και να αγιοποιήσει τους αγαπημένους. Κι αφού τους στήσει εκεί στο ποιητικό εικονοστάσι, έπειτα, σαν να έχει μεταλάβει, πορεύεται προς την απόλυτη ελευθερία.
Η ίδια το είχε προβλέψει πολύ νωρίτερα :

Περνάω τώρα στην ηλικία των διαπιστώσεων.
(«αυτοβιογραφία», Διόδια, σελ. 49)

Στο Σόι παλιά χρέη και οφειλές ξεπληρώνονται. Κυριαρχούν οι παρελθοντικοί χρόνοι της αναδρομής και της αφήγησης. Μπροστά στα μάτια τού αναγνώστη παρελαύνουν συγγενικά πρόσωπα, παραμύθια, δοξασίες, κοινωνικά σχόλια, ό,τι συνθέτει δηλαδή την έννοια του Σογιού και όχι της Οικογένειας (η επιλογή του τίτλου είναι εύστοχη συμπύκνωση των προθέσεων της ποιήτριας). Κυριαρχεί κι εδώ το α΄ενικό της εξομολόγησης αλλά και το β΄ενικό της «συνενοχής». Ο αναγνώστης γίνεται αποδέκτης και συνένοχος της ένοχης αποκάλυψης. Δραματοποιημένος, θαρρείς πως το κάθε ποίημα γράφεται για να του αποκαλυφθεί ή για να του ομολογήσει. Οι τίτλοι είναι ενδεικτικοί: τα γεννητούρια, οικογενειακό συμβούλιο, τα παντρολογήματα, η χαρά της μητρότητας, αλλά και η θεία Πέρδικα, ο Θανάσης. Στήνεται ένα πολυάνθρωπο σκηνικό φτιαγμένο από παιδικές μνήμες, εφηβικές πληγές και νεανική ορμή. Η ματιά της ποιήτριας είναι κριτική απέναντι στον κόσμο αλλά και απέναντι στον εαυτό της. Είναι εντυπωσιακό το πώς διαπλέκει το προσωπικό με το συλλογικό βίωμα, την προσωπική ή οικογενειακή μυθολογία με την Ιστορία και την Ποιητική ιδωμένα μέσα από την σκληρή, δηκτική ματιά του αιώνιου έφηβου. Η γλώσσα της είναι απλή, με την ανελέητη ειλικρίνεια και ευθύτητα του παιδιού που…δεν χαρίζεται:

Το ξεκαθάρισμα λογαριασμών με το παρελθόν, η αποτύπωση του συλλογικά βιωμένου την αφήνει πλέον ελεύθερη να απεκδυθεί την «οικογενειακή», την «κοινωνική» της ταυτότητα και να απομείνει μονάχα με την άλλη υπόσταση, την ποιητική.

Στο σημείο αυτό επιτρέψτε μου, κι ας μου επιτρέψει και η ίδια, μια απολύτως υποκειμενική κρίση (άλλωστε τι νομιμότερο στην Ποίηση από το υποκειμενικό;)

Ανάμεσα στο Σόι και στην τρίτη συλλογή, τις Ιστορίες για τα βαθιά υπάρχει ένα ποιητικό άλμα από τα πιο γενναία και απροσδόκητα στα ελληνικά ποιητικά μας πράγματα. Μια ποιητική μετατόπιση τόσο έντονη, σχεδόν κοσμογονική.

Με τις Ιστορίες για τα βαθιά συντελείται μια βαθιά αλλαγή στο ποιητικό σύμπαν της Μαστοράκη. Σχεδόν παύει να περισκοπεί τα ανθρώπινα (και μάλιστα πόσο απότομη η αλλαγή, αν κάνει κανείς συγκρίσεις με το κοινωνικό πανδαιμόνιο που επικρατεί στο Σόι) και εστιάζει στην προσωπική της σχέση με το ίδιο το ποιητικό φαινόμενο. Εγκαταλείπει τα ανθρώπινα δράματα για να αναζητήσει τα ποιητικά οράματα. Η Μαστοράκη επιλέγει μια καταβύθιση στην ίδια την ποιητική λειτουργία. Σχεδόν στο σύνολό τους τα ποιήματα της συλλογής είναι ποιήματα Ποιητικής. Ο ρόλος της Ποίησης, οι λειτουργίες του ποιητή, η ευλογία να μοιράζεσαι το αμετάδοτο, ο κοινωνός αποδέκτης. Αλλάζει ποιητική ματιά, εκφραστικούς τρόπους, ένταση και χροιά φωνής. Τα φαινομενικά πεζόμορφα ποιήματα κατακλύζονται από μέτρο και ρυθμό. Ο ίαμβος γίνεται το όχημα για να εκφραστούν οι πιο μύχιες ποιητικές της σκέψεις. Πρόκειται για ποίηση που παλινδρομεί ανάμεσα στο φως υψιπετών οραμάτων και στο σκοτάδι μύχιων αναζητήσεων. Σπάνια βρίσκει κανείς τόσο επιγραμματική διατύπωση της ποιητικής μοναξιάς και της μανίας καταδίωξης του ποιητή από τους δαίμονες και τους αγίους του:

Αλλά μόνος παντού ο κυνηγός και ξοπίσω του
διώκτες.
(Ιστορίες για τα βαθιά, σελ. 11)

Ο μέχρι πριν οικογενειακός μύθος τώρα ξεδιπλώνεται στο χρόνο˙ σαν να ακούει κανείς το τραγούδι ενός τροβαδούρου: θρύλοι από τους μέσους χρόνους, ζωγραφιές, λαθραίοι έρωτες, μουγκές λειτουργίες, μισόλογα, ώρες κατολισθήσεων, συλημένοι τύμβοι, το σέλας των πληγών στοιχειοθετούν ένα ποιητικό σύμπαν ψιθυριστό, γεμάτο από κρυφομιλήματα, για να υμνήσει την υπέρτατη αγάπη, πες την Ποίηση. Η Μαστοράκη βουτά στους αβλέμονες του ποιητικού λόγου, της σύλληψης, της ποιητικής ενόρασης:

Η ποιήτρια υπερασπίζεται την ποιητική ιδιότητα. Αποκαλύπτει τον αγώνα στον οποίο αποδύεται ο ποιητής για να ανασύρει αισθήσεις κι αισθήματα μέσα από τα πάθη τα δικά του και των άλλων, μοιράζεται την οδύνη του αμετάδοτου, τέλος εκλιπαρεί για την άφεση:

Στις Ιστορίες για τα βαθιά υποχωρεί η ποίηση του ορατού και αναδύεται η ποίηση του αοράτου, του υπερβατικού, για να φτάσει στην τελευταία συλλογή, στο Μ’ ένα στεφάνι φως να μιλήσει για τα μετά τα φυσικά αγγίζοντας την ποιητική εκσωμάτωση. Τα ποιήματα της συλλογής αυτής δεν είναι ερμητικά˙ είναι μυστικά, απευθύνονται στους μύστες. Ελαχιστοποιούν το αίτημα για νοητική λειτουργία και ζητούν από τον αναγνώστη την απόλυτη συναισθηματική άνευ όρων παράδοση. Δεν είναι από άλλα υλικά αυτή η ποίηση. Στο βιβλίο αυτό έχεις την εντύπωση ότι τα ίδια υλικά που χρησιμοποιούσε ως τώρα αποσπώνται και περιδινίζονται γύρω από την ποιήτρια ορίζοντας, επιτέλους, έναν περίκλειστο παράδεισο.
Η Μαστοράκη εισέρχεται μέσα στη φωτιά του οράματος, στην αγριότητα του μύθου, παλεύει με τέρατα, με δράκους και επιστρέφει «μετά την αγωνία στα στενά, σώμα καμένο και χλωρό κεφάλι, κατάχλωρη απ’ τη φωτιά». Βυθίζεται σ’ έναν ύπνο βαθύ, σ’ έναν ένθεο λήθαργο. Και βλέπει. Μια γυναικεία φιγούρα, άλλοτε το ποιητικό υποκείμενο και άλλοτε την ίδια την Ποίηση. Η επικοινωνία ανάμεσα στις δυο είναι κωδικοποιημένη πλέον και ο αναγνώστης καλείται να εισέλθει μέσα στο ποιητικό αυτό άβατο αγνός και αγνώς, δηλαδή καθαγιασμένος.

Υποχωρεί το μέτρο αλλά για να απελευθερώσει και να αναδείξει άλλους, πιο μεστούς ρυθμούς, ρυθμούς εσωτερικούς.
Αρκετά από τα ποιήματα της συλλογής αυτής δίνουν την εντύπωση του ανολοκλήρωτου. Ο λόγος μένει να αιωρείται κρεμασμένος σε μια λέξη. Η Μαστοράκη συνειδητοποιεί το ανείπωτο, το ανέκφραστο ποιητικά και του παραδίνεται. Αφήνεται να βιώνει, να ακούει μόνο την Ποίηση, κι ας μην την εκφράζει με λόγια, και καλεί και τον αναγνώστη σ’ αυτό το μυστικό άκουσμα.

Με τη συλλογή Μ’ ένα στεφάνι φως η Ποίηση και ο ποιητής αγιοποιούνται.
Κι έπειτα…σιωπή.

Η Τζένη Μαστοράκη δεν έχει εκδώσει ποίηση εδώ και πολλά χρόνια.
Μα –
όταν κάποιος έχει ανεβεί σε ύψη ποιητικής ελευθερίας,
όταν έχει εισέλθει «στο άγριο των οραμάτων»,
ίσως και να μην έχει ανάγκη να εκδίδει ποίηση,
αφού ολόγυρά του
Ποίηση αναδίδει.

Παρασκευή, Απριλίου 11, 2008

Τζένη Μαστοράκη





Οι νέοι διαβάζουν Τζένη Μαστοράκη

Αφιέρωμα στον ποιητικό Λόγο της Τζένης Μαστοράκη.

Μιλούν οι ποιητές


Μαριγώ Αλεξοπούλου

Γιάννης Ευθυμιάδης

και Βασίλης Ρούβαλης.

Νέοι ηθοποιοί διαβάζουν ποιήματά της.

Οι ερμηνεύτριες Μαρία Παπαγεωργίου & Νατάσσα Μποφίλιου τραγουδούν ποιήματά της, μελοποιημένα από το συνθέτη Θέμη Καραμουρατίδη.
Στο πιάνο ο συνθέτης.


ΚΥΡΙΑΚΗ 13 ΑΠΡΙΛΙΟΥ
8.00 μ.μ.
Δημαρχείο Υμηττού
Αίθουσα εκδηλώσεων

Πέμπτη, Απριλίου 10, 2008



θέλω για μια φορά

να σε κοιτάξω έναν αιώνα

Γιώργος Μπροτάκης, Ηχηρές αντανακλάσεις, Αθήνα 2007



Τρίτη, Απριλίου 08, 2008

Πού είσαι, πού είσαι, ακριβή μου αγάπη;

Κι ούτε τα χέρια σου δεν έχω αγγίξει ακόμα.

Ούτε τη μυρωδιά σου κράτησα,

δεν περπατήσαμε μαζί

και δεν αφήσαμε τους ίσκιους μας σε ξαφνική λιακάδα.

Πού είσαι, πού είσαι, μακρινή μου αγάπη;

Πώς να μετράω πια το χρόνο,

αφού δεν είν’ εδώ τα δάχτυλά σου;

Σε ποιο θεό να προσευχηθώ με αφίλητα χείλη;

Πού είσαι, πού είσαι, σκοτεινή μου αγάπη;



(Κώστας Μόρφης, Παραλήπτης Άγνωστος, Αθήνα 2006)

Σάββατο, Μαρτίου 29, 2008





παρουσίαση
του

καινού διαιρέτη

ανάμεσα σε 29 επιλεγμένα
ποιητικά βιβλία
του 2007


στο ΥΕΑR ΒΟΟΚ


του περιοδικού HIGHLIGHTS


από τον ποιητή Γιώργο Βέη




Τετάρτη, Νοεμβρίου 21, 2007




"όλα εξαρτώνται από το πόσο αντέχουμε"


Σάββατο, Νοεμβρίου 17, 2007

16-11-2007

απόψε ξαναδιάβασα το ποιητικό βιβλίο "στο σκοτάδι μετέωρος" του Γιώργου Λίλλη. είχα καιρό να βρεθώ σε αυτή τη διάθεση. νωρίτερα είχαμε μιλήσει στο τηλέφωνο. μετά έγραψα την πρώτη "αντίστιξη". νομίζω του το χρωστάω. δεν ξέρω πού θα οδηγήσει, ποια τελική(;) μορφή θα πάρει. ανακουφίστηκα όμως. κάποτε πρέπει να αποκρυσταλλωθεί αυτό που τριγυρίζει στο μυαλό μου για τόσους μήνες. άλλωστε, κάτι χειροπιαστό πρέπει να έχω για να το αλλάξω! κάθε φορά, σε κάθε νέα επεξεργασία ένα μικρό κομμάτι του απείρου φανερώνεται. δεν είναι λίγο. κάποιες φορές μοιάζει να είναι το απόλυτο. τουλάχιστον σε ό,τι εγώ αναζητώ. όπως και να 'χει, όλο και πιο πολύ καταλαβαίνω ότι έξω απ' τη θάλασσα δεν υπάρχει αναπνοή.

ακούω και πάλι τα "σκίτσα". κάθε φορά μού αποκαλύπτονται όλο και πιο δυνατά.

Τρίτη, Νοεμβρίου 06, 2007

τώρα ξαναγυρίζω στη σιωπή μου...

Χθες το βράδυ (5/11/2007) ο «καινός διαιρέτης» επαληθεύτηκε ξανά. Διαίρεσε τον χρόνο στα δυο. Σήμερα είναι η μέρα «μετά». Όλα διαφορετικά. Κι ένα καινούργιο αύριο, χαρούμενο, αισιόδοξο, επώδυνο ανοίγεται μπροστά. Επιτέλους τώρα φεύγει πια από μένα κι αρχίζει τον δρόμο του. Τώρα τα μάτια και τ΄ αυτιά ανοίγουν. Βαδίζω πια ελεύθερα. Αναπνέω διαφορετικά. Πρέπει να είναι διαφορετικά. Πώς αλλιώς; Μέσα από σκοτεινή κατακρήμνιση ακούγονται μακρινά, θολά, αδέξια τα χρώματα του αύριο. Κι η μοίρα ανελέητη. Να τα ακολουθήσεις. Να τα ξεδιαλέξεις. Μέσα από πέτρες κι από χώματα να βγει η μαγική μουσική κι ο απόλυτος αιθέρας. Στο φως.

Ευχαριστώ μέσα από την καρδιά μου

τη Χρύσα Αλεξοπούλου
τη Λεία Βιτάλη
την Ελένη Γκίκα
τον Γιώργο Γλυκοφρύδη
τον Δημήτρη Μαμαλούκα
την Αγγέλικα Παπανικολάου
και τον Βασίλη Ρούβαλη

που με τίμησαν με την παρουσία τους, τις έξοχες αναγνώσεις τους και τα θερμά σχόλιά τους.

Ευχαριστώ τον Ορέστη Ζαφειρόπουλο για τις εξαίσιες μουσικές που συνέθεσε και ερμήνευσε για τον «καινό διαιρέτη».

Ευχαριστώ από καρδιάς κι όλους τους φίλους που μοιράστηκαν τη συγκίνηση της βραδιάς μαζί μου.

Ευχαριστώ τους φίλους που, αν και βρίσκονταν μακριά, μου έστελναν την καλή τους ενέργεια.

Θερμές ευχαριστίες στους δυο οικοδεσπότες της εκδήλωσης, τον κύριο και την κυρία Σερέζη που άνοιξαν τον φιλόξενο χώρο της γκαλερί «ΑΡΓΩ» για ν΄ ακουστούν τα λόγια του «καινού διαιρέτη».

Τώρα ξαναγυρίζω στη σιωπή μου. Η ποίηση γράφεται μέσα στη σιωπή. Από εκεί ξεκινά κι εκεί επιστρέφει. Ο «καινός διαιρέτης» φεύγει πια από μένα. Δικός σας τώρα. Λάβετε φάγετε…

Πέμπτη, Οκτωβρίου 18, 2007

Τρίτη, Οκτωβρίου 09, 2007

Κυριακή, Οκτωβρίου 07, 2007

Νεφέλη - Αργώ

διάβασα:

η Νεφέλη έδωσε το χρυσόμαλλο κριάρι για τη διαφυγή και τη σωτηρία

η Αργώ ξανάφερε το χρυσόμαλλο δέρας πίσω στην πατρίδα

πόσο γλυκά σμίγουν οι μύθοι κι η ζωή μου...

Πέμπτη, Οκτωβρίου 04, 2007

αργώ







αργω(ναυτης)







Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 05, 2007

καινός διαιρέτης

Ρωμανού του Μελωδού μνήμη και αγάπη...


σαν άλλος ιάσονας πάνω στην αργώ όλοι οι αργοναύτες έτοιμοι η θάλασσα, άλλωστε, πάντα με περιμένει νωρίς το πρωί σκέφτηκα πως η λέξη αργώ ξεκινάει με ένα α και τελειώνει με ένα ω. Λες;






21 Σεπτεμβρίου 2006 -

21 Σεπτεμβρίου 2007







οπισθόφυλλο





η χαρά,

όταν μοιράζεται με φίλους,

γίνεται διπλή



Δευτέρα, Ιουλίου 09, 2007

εν αναμονή... (ένα μεγάαααλο ποστ που γράφτηκε ανάποδα)






ET IN ARCADIA EGO







Το πρώτο γράμμα της σιωπής.

Όλα πια έχουν ειπωθεί.





τίποτα δεν υπήρξε,

αν δεν έγινε μνήμη.

κι αν ξεχαστεί,

θα πει πως δεν υπήρξε;

η φρίκη, όταν ξεχνιέται,

τρυπώνει στα όνειρά μας...



χρόνος περνάει,

χρόνος διαιρείται.

ο δρόμος

τελικά μας έφερε

στον τόπο

πριν απ’ τον παράδεισο.

ες της μουσικής που ακούγεται








Μάνη, Οχιά,

ο περίκλειστος παράδεισος...

(καινός διαιρέτης, σελ. 37 και 54 - ως όφειλα...)






έτσι τον άφησα την Παρασκευή το μεσημέρι τον παράδεισο...

με στεγνωμένα χείλη και μια γύρω καταχνιά.

τώρα απ' τις πικροδάφνες έμεινε να φυτρώνει μόνο η πίκρα...








υπάρχουν, νομίζω, δυο λογιώ ποιητές:



αυτοί που χρησιμοποιούν την ποίηση



κι αυτοί που η ποίηση τους χρησιμοποιεί.



καλύτεροι ποιητές είναι οι δεύτεροι.












στον κατάλογο μπήκε... (εξαιρετικό το νέο site!)



από τον βιβλιοδέτη να δούμε πότε θα βγει...














ΔΙΑΚΟΠΗ ΓΙΑ...ΔΙΑΚΟΠΕΣ



για τρεις εβδομάδες...



στη θάλασσα μαζί,



που λέει και το τραγουδάκι.



μετά, πάλι εδώ μαζί.



ελπίζω και μαζί



με τον καινό διαιρέτη μου,



που για μένα έχει γίνει πια "παλιός"



- πώς αλλιώς; -



(αλλιώς τα είχα υπολογίσει, αλλιώς ήρθαν. αυτό το ποστ ξεχείλωσε πολύ. μου πικράθηκαν τα χείλη. περίεργο ήταν. χαρά και λύπη, λύπη και χαρά. πάντα έτσι ήταν, πάντα έτσι θα 'ναι. είναι καλό καμιά φορά να περπατάς πλάι στον θάνατο. να τον περιγελάς ακόμα καλύτερο, αν έχεις τη δύναμη. αλλιώς, τον ημερώνουν για σένα κάποια αστέρια. καληνύχτα μικρή μου. δικό σου. ψιθυριστά)












άτιμε βιβλιοδέτη!



μου 'σφιξες το λαιμοδέτη...



(πάνε κι οι βιβλιοδέτες διακοπές???!!!)




επέστρεψα κι ακόμα δεν



κι όμως καθόλου λύπη



εκεί ο χρόνος είχε σταματήσει



κι ο άγγελος μου ψιθύρισε να ξέρω να περιμένω



την αλήθεια





(πόσες φορές, αλήθεια, πεθαίνει κανείς;)










Θα καρώ Μοναχός των θαλερών πραγμάτων



Σεμνά θα υπηρετώ την τάξη των πουλιών



Στον όρθρο της Συκιάς από τις νύχτες θα 'ρχομαι



Κατάδροσος να φέρω στην ποδιά μου



Το κυανό το ρόδινο το μωβ



Και τις γενναίες του νερού ν' ανάβω



Σταγόνες ο γενναιότερος.



Οδυσσέα Ελύτη, Άξιον Εστί, ια΄



όταν επιστρέψω απ' το περιβόλι,



ύστερα από πέντε μέρες,



θα το κρατήσω επιτέλους στα χέρια μου.





(έφυγες στο 99.



κι εγώ που σκόπευα να γιορτάσω στα 100.



τώρα τι και γιατί;



αν η μνήμη είναι -και είναι- μια άλλη πραγματικότητα,



είσαι πάντα εδώ.



στα λόγια διάχυτα



την ευλογία σου κοινωνώ.)








ήσουν αστέρι και ξανάγινες...




















Get this widget Share Track details













μόνο λυπάμαι



που δεν πρόλαβα...



μα χαίρομαι



που πρόφτασα τουλάχιστον...



(αντίο, μικρή μου. να μου φιλήσεις τ' άστρα...)
















αν κυλήσω



στο σύμπαν της σκέψης σου



ευθύγραμμα,



σαν νετρίνα,



θα ’χω τη βέβαιη γνώση



των διαστάσεων



της αγάπης μου;




(στην φίλη

που κρατάει καλή συντροφιά στην προσμονή μου)












άγγελε ελεύθερε,



να μου το προσέχεις...






















κι ενώ ζω με την αναμονή, ο καινός διαιρέτης εμφανίστηκε εδώ. δεν ξέρω, να χαρώ που συγκίνησαν κάποιοι στίχοι ή να λυπηθώ που έρχονται να γίνουν απάντηση σε κάτι τόσο θλιβερό; γεννήθηκαν από μεγάλο πόνο και τώρα ντύνουν έναν άλλο... πάντα έτσι ήταν. πάντα έτσι θα 'ναι. όπως και να 'χει το αναπάντεχο μου θύμισε ότι η ζωή έρχεται να επιβεβαιώσει, να αντιγράψει καμιά φορά με τον πιο άσχημο τρόπο την τέχνη. είναι περίεργες οι μέρες και ανάκατα τα συναισθήματα. συμπαθάτε με...






έτοιμο το



εξώ

















[και επτά ποιήματα



από τον καινό διαιρέτη



στο (.poema..) του Βασίλη Ρούβαλη]





Παρασκευή, Ιουνίου 29, 2007

Τρίτη, Ιουνίου 26, 2007






Ο χρνος διαιρείται αμετάκλητα κατά τη σύλληψη.



Διαιρείται και με την έκδση;



Το χτες πάντα χτες πια.



Αδημνώ


και


Ωδίνω.



Κυριακή, Ιουνίου 24, 2007

Τα επίθετα
πρέπει
να γεννούν
λειτουργίες,
όχι να τις περιγράφουν.

Τρίτη, Ιουνίου 19, 2007

χρονικό προαναγγελθέντος θανάτου

Στη θέση αυτή με έφερε ένας παρολίγον πνιγμός. Ένα πρωί οδηγώντας. Και το αμείλικτο μωβ πίσω απ' το γκρίζο. Δεν υπήρχε παρά μόνο ένας δρόμος να τον περπατήσω. Δεν δίστασα. Ευτυχώς.

Τώρα κάθε μέρα ακούω τη βαλβίδα να ξεφουσκώνει. Λίγο λίγο. Ισορροπείς. Αδύνατο να επαναληφθεί ο πνιγμός. Κι ο πνιγμός μόνο θα φέρει τη γέννηση. Ως πότε? Και γιατί?Αυτό που μόνο θέλησες ακέραιο θα παραμείνει έτσι για να θυμίζει όσα είσαι.

Για λίγο ακόμα. Μέχρι την ώρα εκείνη τη μεταιχμιακή ανάμεσα στο πριν και το μετά. Πεθαίνεις και γεννιέσαι. Αδημονώ. Αποζητώ το τέλος που θα αφήσει το μυαλό μου ελεύθερο. Και τότε ξένο θα το κοιτάζω όπως το φίδι το δέρμα του.

Μην λυπηθείς. Εσύ που τόσο με βασάνισες, άφησέ μου τουλάχιστον την πλησμοσύνη του μηδενός.

Σάββατο, Ιουνίου 16, 2007

Άρης Κουτρουλής, "ελληνική σουίτα" / Aris Koutroulis, "greek suite" (1963)

παιδί στα δεκατρία και πώς να κουβαλήσεις μια πατρίδα; πώς να χωρέσει ένας τόπος, όγκοι των βουνών, δροσιά του ανέμου κι αλμύρα της θάλασσας μέσα σε στριμωγμένες αποσκευές; οι άνθρωποι; οι φίλοι; οι αγάπες;

κλείνονται όλα σε ένα δοξαστικό Ω, σε ένα ερωτικό Θ, χαϊδεύουν την καμπύλη στη ράχη ενός αγγείου κατρακυλώντας μέσα σου...

πατρίδα είσαι εσύ κι η σκέψη που ζέσταινες για χρόνια, η αλήθεια που κυοφόρησες μέχρι να γεννηθεί η αθωότητα...








Τετάρτη, Ιουνίου 13, 2007

αντίστιξη (αυτό το ποστ θα κρατήσει καιρό, θα μεγαλώνει σαν την κοιλιά της εγκυμοσύνης μου)

στην Πηγή, εξακολουθητικά
επιτέλους, νομίζω με βρήκε (ποτέ δεν λέω το βρήκα)
ήρθε όπως πάντα
αναπάντεχα
ξεκινάμε λοιπόν...
δύο, τρία χρόνια? όσο τραβήξει
έτσι ξανά
ευτυχώς
είναι θολό ακόμα
σαν τον τεχνίτη
σαν τον μεταλλωρύχο
σαν τον πυροτεχνουργό
Ιούνιο μήνα
έτσι κι αυτό που μόλις φεύγει
σήμερα ανάσα
μύρισε
φθινόπωρο μέσα στο καλοκαίρι
τρία χρόνια
έτσι λοιπόν μεγαλώνω?
μέσα απ' τα ποιήματα?

αντίστιξη Νο 8 (πρώτη όπως και το σκίτσο, λές πυρήνας?)
θα λέει:


Αυτό το ποίημα θέλει να πει το τραγούδι της Α.
ψάχνω για την αντίστιξη στα λόγια

όποιος ξέρει από αντίστιξη στη μουσική

ας βοηθήσει.

πρέπει, πριν γράψω, να διαβάζω μια σελίδα ζωή, μια σελίδα αποκωδικοποίηση...

πρέπει να ξαναμπώ στα λόγια κι είναι τόσο επώδυνο

και, μα την αλήθεια, λίγα θυμάμαι πια

23-1-2005

τα σγουρά της μαλλιά δίπλα στα πλήκτρα

το κορμί του όρθιο να στηρίζει τη φωνή μου και τα απέναντι μάτια να τα κοιτάζω που με κοιτάζουν να τα κοιτάζω...

ένα χαμόγελο μέσα απ' τις νότες

γι' αυτό λοιπόν γράφω ποίηση?

γι' αυτό.

Δευτέρα, Ιουνίου 11, 2007

Η κρυμμένη υποθήκη του Δημητρίου Μαμαλούκα

Είχα τη χαρά και την τιμή να μιλήσω χτες (10/6) για το βιβλίο ενός φίλου (πλέον).
Η ατμόσφαιρα ήταν εξ αρχής θετικά φορτισμένη. Οι φίλοι διασταύρωναν την καλή τους ενέργεια και το κοινό παρακολουθούσε υποψιασμένο και δεκτικό. Τα κύματα έρχονταν ολόθερμα από παντού. Δίπλα μου η Composition Doll με αφοπλιστικό χιούμορ, ο Nuwanda με την σιγουριά του από καιρό φίλου του συγγραφέα, ο Librofilo με τη στέρεη γαλήνη του βιβλιόφιλου, και η alef, η απόλυτη οικοδέσποινα (επιβεβαίωσε για μιαν ακόμη φορά την άποψή μου: η ευγένεια είναι μια ιδιότητα σχεδόν μοιραία...).
Ο Δημήτρης, φανερά συγκινημένος. Το έχω ζήσει και το ξέρω. Γίνεσαι όλος φως, όλος αγάπη κι όλος νομίζεις πως σε αγγίζουν μάτια κι αισθήματα.
Και πόσο σαν από χρόνια φίλος! Μέσα από τα blogs (αλήθεια, τι σχέση μπορεί έτσι ξαφνικά να γεννηθεί μέσα απ' τα blogs, μέσα από την "αποδιοπομπαία" τεχνολογία) και μέσα από τη λογοτεχνία (αδιάσειστη και κραταιά πάντοτε η εξουσία της).
Η εισήγησή μου...
στον Δημήτρη, δικαίως...

Δημήτρη Μαμαλούκα, Η χαμένη βιβλιοθήκη του Δημητρίου Μόστρα, Αθήνα 2007, εκδ. Καστανιώτη

Κυρίες και κύριοι,

Τον Δημήτρη τον Μαμαλούκα δεν τον γνωρίζω προσωπικά.
Δεν τον γνώριζα, τουλάχιστον, μέχρι απόψε.
Επίσης δεν έχω διαβάσει όλο το προηγούμενο λογοτεχνικό του έργο.
Συνεπώς, έχω την πολυτέλεια να είμαι απολύτως…ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙΚΟΣ.

Στη σημερινή παρουσίαση προσκλήθηκα με την ιδιότητα του…θύματος του Δημητρίου Μόστρα, ή μάλλον του Δημητρίου Μαμαλούκα.
Εξηγούμαι.


Τον Δημήτριο Μόστρα είχα την ευκαιρία να τον γνωρίσω μέσα από ένα φιλικό μέιλ που έλαβα από τον συγγραφέα λίγες μέρες πριν από την έκδοση του βιβλίου.
Ήμουν από τους πρώτους που το αγόρασαν και, θα τολμήσω να πω, ο πρώτος που το διάβασε (εξαιρώ την banda mamalouka, τους φίλους του που πιθανόν το είχαν διαβάσει νωρίτερα).
Πρώτη εντύπωση: το υπέροχο εξώφυλλο. Αλλά αυτό το είχα δει και στο μπλογκ που διατηρεί. «Τα εύσημα στον επιμελητή εξωφύλλου!», σκέφτηκα.
Δεύτερη εντύπωση (στα κρυφά, γιατί όποτε το κάνω μέσα σε βιβλιοπωλεία με κοιτάζουν περίεργα): χαρτί και μελάνι…μυρίζουν υπέροχα!!! (βιβλιοφιλικό γάρ το θέμα του Μόστρα…)

Φτάνω στο σπίτι μετά από μια σαββατιάτικη εξόρμηση στα βιβλιοπωλεία της Αθήνας. Ζέστη, κόπωση, λίγο φαγητό, κάθομαι να το χαζέψω. Κι εκεί, αρχίζει το…έγκλημα. Ο Μαμαλούκας, ο άγνωστός μου συγγραφέας Μαμαλούκας με αρπάζει εξ απήνης!!!
Συνεχίζω τα κεφάλαια το ένα μετά το άλλο χωρίς να μπορώ να διακόψω το διάβασμα. Κάθε φορά που επιχειρούσα να εγκαταλείψω το βιβλίο, νά σου στο τέλος του κεφαλαίου ένα «κλείσιμο του ματιού», μια προσήμανση, από αυτές που τινάζουν στον αέρα την ευθύγραμμη αφηγηματική ροή. Και μαζί και τα νεύρα σου! Γιατί ο Μαμαλούκας ξεδιπλώνει το νήμα της αφήγησης γνωρίζοντας πολύ καλά τα αφηγηματικά τρικ που θα κρατήσουν αμείωτο το ενδιαφέρον σε ένα λογοτεχνικό αφήγημα, πολύ περισσότερο σε ένα αφήγημα που χαρακτηρίζεται από το σασπένς. Γρήγοροι ρυθμοί, κοφτοί διάλογοι, κινηματογραφική ροή, έξοχα μονοπλάνα…

Επιτέλους το απόγευμα αναγκάστηκα να διακόψω για να πάω τα παιδιά μου μια βόλτα (σαββατόβραδο, βλέπετε) αλλά, λίγα πράγματα! επιστροφή γρήγορα! και βιβλίου συνέχεια!

Θέλω να εξηγηθώ από την αρχή. Η αστυνομική λογοτεχνία, η θριλερίστικη, δεν είναι από αυτές που με συγκινούν ιδιαίτερα. Γι’ αυτό και ξεκίνησα το βιβλίο κάπως επιφυλακτικός. «Αυτό δεν είναι ένα απλό θρίλερ», σκεφτόμουν όσο προχωρούσα στο διάβασμα, «αυτό είναι ένα ολοκληρωμένο ψυχογραφικό μυθιστόρημα με μια κοφτερή ματιά πάνω στην ανθρώπινη συμπεριφορά». Το έγκλημα και το σασπένς είναι απλώς η συμβατική ακρότητα που αναδεικνύει συμπεριφορές και χαρακτήρες.

Να πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή.

Ο Μαμαλούκας ξεκινά βάζοντας ένα μεγάλο στοίχημα. Απλώνει τα αφηγηματικά του νήματα, τα πολλά αφηγηματικά νήματα. Σιγά σιγά τα πλέκει σε ένα σμιχτό κορδόνι που στο τέλος το δένει σε σφιχτή θηλιά γύρω από το λαιμό του αναγνώστη. «Μα αυτός παίζει μαζί μου!» σκέφτηκα διαβάζοντας τη μια σελίδα μετά την άλλη. Και πραγματικά. Το βιβλίο είναι γεμάτο από παιχνίδια. Του Μόστρα σε βάρος των επίδοξων διεκδικητών της βιβλιοθήκης του, του γέρο-Μιλάνου σε βάρος του γιού του, του Σκούρα, του Νικόλα Μιλάνο, του Γκαμπριέλε, αλλά το πιο βρώμικο παιχνίδι είναι αυτό που παίζει ο Μαμαλούκας σε βάρος του αναγνώστη.

Κύριο γνώρισμα στο ξεδίπλωμα της ιστορίας του βιβλίου είναι η διπλή αφήγηση. Το κύριο παιχνίδι του συγγραφέα σε βάρος του αναγνώστη, ο εμπαιγμός και η βάσανος. Κεφάλαιο παρά κεφάλαιο μεταφερόμαστε από την πρωτοπρόσωπη αφήγηση της προσωπικής περιπέτειας του Νικόλα Μιλάνο και των συν-εργών του στην τριτοπρόσωπη εξιστόρηση της δράσης της banda antimostri, μιας συμμορίας εκδίκησης, φαινομενικά άσχετης με τον πρωταγωνιστή, τουλάχιστον στην αρχή. Κι όμως, έχουμε την εντύπωση, συχνά μόνο την αμυδρή αίσθηση, ότι αυτές οι δύο ιστορίες σχετίζονται. Τα ευρήματα, οι τυχαίες συμπτώσεις, πρόσωπα που μπαινοβγαίνουν από την μια ιστορία στην άλλη πιστοποιούν τον συσχετισμό. Αλλά, αρκεί μόνο αυτό? Στο τέλος οι δυο ιστορίες διαπλέκονται και η μία δίνει λύση στην άλλη. Γι’ αυτό λοιπόν έγινε η διπλή αφήγηση? Είναι ένα απλό συγγραφικό τέχνασμα στο οποίο ο Μαμαλούκας επενδύει προκαταβολικά και απλά το εξαργυρώνει πολύ ακριβά στο τέλος? Γίνεται μόνο για να μοιραστεί η ένταση της πλοκής στα δυο? Μόνο για να εξασφαλιστεί δυνατή η λύση του τέλους?

Επιτρέψτε μου να κάνω στο σημείο αυτό αναφορά σε μιαν άλλη διάσταση, κατ’ εμέ μια από τις σημαντικότερες του έργου. Ο συγγραφέας πλάι στην ένταση και την εξιστόρηση μιας παράδοξης, γοητευτικής συχνά μαγευτικής περιπέτειας από εκείνες που συνδέουν την ιστορία με το θρύλο και τη συγγραφική μαστοριά, επιδίδεται και σε μια βαθιά ανάλυση της ύπαρξης. Της ύπαρξης του διπλανού μας, της δικής μας. Αυτός που πρωταγωνιστεί στη μια ιστορία είναι κομπάρσος στην άλλη και το αντίστροφο. Αυτό που απασχολεί τον έναν είναι αδιάφορο για τους πολλούς. Ο ήρωας και οι ίντριγκες στις οποίες εμπλέκεται δίπλα στην ομαδική δράση και το πάθος της banda φωτίζεται τώρα διαφορετικά. Υπονομεύονται οι ήρωες ή…αναδεικνύονται άλλοι. Αυτή η προβολή του ατομικού μέσα από το συλλογικό βρίσκει νομίζω την κορύφωσή της στην απογυμνωμένη από κάθε συναίσθημα κι όμως τόσο αληθινή φράση για κάποιον από τους ήρωες που χάνονται «έχει φύγει κι όμως όλα γύρω υπάρχουν». (σελ. 69)

Κυρίαρχο μοτίβο αυτό του θύτη και του θύματος που διαρκώς αντιμεταθέτονται. Τι είναι αλήθεια ο Νικόλα Μιλάνο πλάι στον Άλντο, ο Άλντο πλάι στον Σκούρα, ο Σκούρας δίπλα στην Μονίκ, η Μονίκ πλάι στον Νικόλα Μιλάνο κι ο Μιλάνο δίπλα στην «ασήμαντη» Μινούτσι.
Οι ήρωες δεν είναι καθημερινοί τύποι. Δεν συμβαίνει στον καθένα μας να έχει την απίστευτη κληρονομιά του πρωταγωνιστή, την περιουσία και τη βιβλιοθήκη του Σκούρα. Να κυλιέται μέσα στα υπόγεια βενετσιάνικων σπιτιών. Αλλά οι χαρακτήρες προκύπτουν αβίαστα, ολοκληρωμένα, παθιασμένα, μέσα από τη διαγραφή τους. Ο Μαμαλούκας σκιαγραφεί ολοκληρωμένες προσωπικότητες μέσα σε λίγες αράδες. Δεν του είναι απαραίτητο να έχει την έκταση ενός βιβλίου μέσα στην οποία διαγράφει (πιο ολοκληρωμένα ομολογουμένως) το ήθος του Μιλάνο. Αρκούν λίγες γραμμές και να το ψυχογραφικό ενσταντανέ του θύματος που γίνεται θύτης και του θύτη που βρίσκεται μπροστά στο τέλος του : «Ο Κόζιμο Τανκρέντι, αλλιώς Σκέψη, έκλεισε τα μάτια. Επικράτησε απόλυτη σιγή την οποία διέκοψε ένα βογγητό από τον άντρα στο πορτμπαγκάζ. Ο εισαγγελέας τον κοίταξε ανέκφραστος. Οι σκέψεις που δεν έφευγαν ποτέ. Οι σκέψεις που παραφύλαγαν… Έπειτα από μια σιωπή σχεδόν ενός λεπτού, ο εισαγγελέας μίλησε με σταθερή φωνή. “Εντάξει. Εκείνη η σκάλα οδηγεί σε μιαν αποθήκη. Πηγαίνετέ τον εκεί”. Ο φιμωμένος άντρας άρχισε να χτυπιέται και να μουγκρίζει με όλη του τη δύναμη. Ξαφνικά συνειδητοποίησε τι ένιωθαν τα θύματά του λίγο πριν τους πάρει τη ζωή. Τρόμο». (σελ. 59-60)

Ο Μαμαλούκας γράφει σκληρά. Όλο το παιχνίδι στήνεται μέσα σε μια «εγκληματική» ατμόσφαιρα. Δολοφονίες, στυγνές εκτελέσεις, υπόκοσμος, σχέσεις ψυχρές, εκμετάλλευση. Ο ήρωας συμπεριφέρεται με ψυχρό υπολογισμό, συχνά εκφράζεται με απόλυτο κυνισμό (όπως όταν αναφέρεται στο ξεπούλημα της συλλογής σπάνιων βιβλίων που είχαν δημιουργήσει οι βιβλιόφιλοι και μανιώδεις συλλέκτες πρόγονοί του λέει «Και οι δυο θα προτιμούσαν να πεθάνουν παρά να κάνουν αυτό που κάνω εγώ τα τελευταία χρόνια. Ευτυχώς, είναι και οι δυο νεκροί»). Στις συντρόφους του συμπεριφέρεται με έναν ωμό ερωτισμό. Αντιμετωπίζει με καχυποψία ακόμη και τον καλύτερο, τον μοναδικό του φίλο.

Κι όμως είναι αυτός ο ίδιος ήρωας που συχνά βυθίζεται μέσα στο εγώ του, που κοιτάζει στοχαστικά και εκφράζεται εξομολογητικά. Νομίζει κανείς ότι η πρωτοπρόσωπη αφήγηση της περιπέτειάς του είναι μονάχα η αφορμή για την κατάθεση των σκέψεων, για την ανάγκη του να στοχαστεί και να εξομολογηθεί: «Τρίτη 25 Οκτωβρίου, απόγευμα. Μαύρο ατέλειωτο. Πικρό άρωμα μελαγχολίας ριγμένο απλόχερα πάνω στις στάλες της βροχής, που πέφτουν μονότονα μέρες τώρα. Τσαλαβουτάω στα γλιστερά πεζοδρόμια κρατώντας μια σκισμένη ομπρέλα. Έχει το χρώμα του πένθους και ο αέρας που προσπαθεί να μου την αρπάξει σφυρίζει σαν φωνή από βαθιά μέσα μου…Η βροχή συχνά μοιάζει να σχηματίζει ένα απέραντο πέπλο λήθης κι εγώ θέλω τόσο πολύ να κρυφτώ πίσω του και να χαθώ. Τα φώτα της πόλης που τρυπούν τη νύχτα, οι μυρωδιές που πεθαίνουν ασθμαίνοντας στο καυσαέριο, η λάσπη σε μερικές γωνιές, οι ακλόνητες πέτρες των κτηρίων είναι σιωπηλοί μάρτυρες των πάντων. Πόσες φορές η ζωή θα μας φανερώσει πόσο σκληρή μπορεί να γίνει; Δεν έφτανε μια όταν βρήκα τη μητέρα μου ακίνητη στο κρεβάτι, άσπρη σαν το σεντόνι που ακουμπούσε; Απ’ ό,τι φαίνεται, όχι. Η μοίρα δεν έχει τελειώσει μαζί μου». (σελ. 86)

Η μέσα φωνή, ο στοχασμός κι η εξομολόγηση διαρκώς πλάι πλάι με την σκληρή ή την τολμηρή περιγραφή. Σε μια σκληρή ερωτική στιγμή ο Μαμαλούκας αιφνιδιάζει. Ο ίδιος άνθρωπος, ο Νικόλα Μιλάνο που λέει «…η Μονίκ που τόσο ποθούσα, η Μονίκ που μ’ ερέθιζε συνεχώς και δε σκεφτόμουν παρά μόνο πότε θα ξαναπηδιόμασταν» (153), ο σκληρός Μιλάνο που διστάζει να δείξει τα συναισθήματά του - το ομολογεί ο ίδιος «Δεν τα πάω καλά με τα συναισθήματα» (σελ. 21) - είναι ο ίδιος που λέει: «όταν τη χάιδεψα, ήταν υγρή όπως όλες οι βροχερές μέρες της μελαγχολίας μου». (123)

Η ανθρώπινη ύπαρξη είναι πολυδιάστατη, γι’ αυτό πραγματική. Η σπουδή των χαρακτήρων μάς παραδίδει κάθε άλλο παρά έναν αδίστακτο καιροσκόπο Μιλάνο, έναν διεστραμμένο Σκούρα, μια φτηνή Μονίκ. Ο συγγραφέας ενδιαφέρεται για τον ολόπλευρο φωτισμό των ηρώων, σε διαφορετικές συνθήκες, ενδιαφέρεται για το «εν δυνάμει» του καθενός μας. Άνθρωποι καθημερινοί μπορούν να γίνουν εγκληματίες, όταν κυριεύονται από τα πάθη, τα μίση, τις αδυναμίες τους. Ακόμα κι όταν περιγράφει έναν αδίστακτο εκτελεστή γνωρίζει πολύ καλά ότι η ανθρώπινη ψυχή δεν μπορεί να είναι μονοδιάστατη. Όπως λέει ο ίδιος «Φεύγουμε από μηχανή θανάτου και γινόμαστε πάλι άνθρωποι. Ευάλωτοι άνθρωποι που κινδυνεύουν». (σελ. 68). Κι από την άλλη, άνθρωποι που ζουν μέσα στην γκρίζα πλευρά της ζωής μπορούν να αναδεικνύονται σε αγγέλους.


Κυρίες και κύριοι,

Το βιβλίο του Δημήτρη Μαμαλούκα είναι ένα δείγμα ειλικρινούς λογοτεχνίας. Εκπληρώνει όσα υπόσχεται. Ανοίγει πολλούς λογαριασμούς και τους κλείνει όλους με εντιμότητα. Κατορθώνει να περικλείσει ένα συναρπαστικό τι μέσα σε ένα γοητευτικό πώς. Γι’ αυτό και είναι καλή λογοτεχνία. «Η χαμένη βιβλιοθήκη του Δημητρίου Μόστρα» με κέρδισε από την πρώτη στιγμή για την λογοτεχνική της αρτιότητα αλλά και για έναν πρόσθετο λόγο. Γιατί ο Δημήτρης είναι ένας δημιουργός της γενιάς μου. Γίνεται εκφραστής αυτής της γενιάς και αυτό φαίνεται ξεκάθαρα και μέσα στα βιβλία του. Είμαι βέβαιος ότι το στίγμα της γενιάς αυτής θα το συνυπογράψει και ο ίδιος. Με το έργο αυτό βάζει υποθήκη για το μέλλον.


Σας ευχαριστώ.

Πέμπτη, Ιουνίου 07, 2007

Μόστρα...

την Κυριακή λέω να...

Τετάρτη, Ιουνίου 06, 2007

Σάββατο, Ιουνίου 02, 2007

Από το ψευδώνυμο στο ετερώνυμο : απάτη, ελευθερία ή μήπως δύναμη;

στην αυτόπτη μάρτυρα…

Είναι συχνή, αν και όχι πάντα κατανοητή από όλους, η χρήση ψευδωνύμων και ετερωνύμων στη λογοτεχνία. Οι περιπτώσεις του δικού μας Ελύτη και του Fernando Pessoa μιλούν ολοκάθαρα. Ποια είναι, αλήθεια, η ανάγκη που σπρώχνει έναν δημιουργό στην υιοθέτηση και χρήση ψευδωνύμου ή ετερωνύμου (ή και ετερωνύμων); Θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι είναι ένα παιχνίδι συγκάλυψης που παίζει ο συγγραφέας, μια εξαπάτηση του αναγνώστη, ή και του ίδιου του εαυτού του. Πίσω απ’ αυτό κρύβει την προσωπική, την ιδιωτική του ζωή, το παρελθόν και το παρόν του, τις αδυναμίες, την δημόσια εικόνα του, εξασφαλίζει την ηρεμία και την απομόνωση που χρειάζονται στη δημιουργία του. Η εικόνα την οποία έχει χρεωθεί, την οποία κάποιες φορές έχει εξαναγκαστεί να υιοθετήσει ή την οποία έχει επιλέξει να έχει στην εξωλογοτεχνική του ζωή τον περιορίζει, του επιβάλλει μια συγκεκριμένη συμπεριφορά (πολύ περισσότερο που σπανίως η καλλιτεχνική και δη η λογοτεχνική ιδιότητα είναι «κοινωνικά αποδεκτή»). Το ψευδώνυμο εξασφαλίζει στον συγγραφέα το κέλυφος μέσα στο οποίο συντελείται απρόσκοπτα η δημιουργία, καμιά φορά η κοσμογονία και η οντογένεση. Του χαρίζει ελευθερία. Λόγου, σκέψης, ελευθερία από την όποια ιδεολογία ή λογοτεχνική θεωρία μα πιο πάνω απ’ όλα ελευθερία απ’ τον ίδιο του τον εαυτό. Από αυτά που έχει μάθει να σκέφτεται, από αυτά που έχει συνηθίσει να υιοθετεί, καμιά φορά από κεκτημένη ταχύτητα, από δειλία ή και από συμφέρον ακόμα. Του χαρίζει και κάτι ακόμα· ένα ανάχωμα για να παρατηρεί. Ο καλλιτέχνης παρατηρεί τον κόσμο. Πάνω απ’ όλα παρατηρεί τους ανθρώπους. Ζει μέσα απ’ τις ζωές τους. Καμιά φορά ζει τις ζωές τους. Πρέπει γι’ αυτό να διαχέεται ανάμεσά τους απαρατήρητος κι όμως τόσο παρών. Το ψευδώνυμο του εξασφαλίζει αυτό το ιδιόμορφο φίλτρο μέσα απ’ το οποίο ο ίδιος βλέπει χωρίς να τον βλέπουν.

Ποια αξία έχει όμως η τέχνη δίχως την αλήθεια μας? Και εδώ έρχεται η αντίφαση. Αλήθεια μέσα από μιαν απάτη? Ναι, αν η απάτη αυτή απελευθερώνει, αν αποδεσμεύει δυνάμεις εγκλωβισμένες στα έγκατα του ασυνείδητου, στις συμπληγάδες του συνειδητού. Η ιδιότυπη «ανωνυμία» που εξασφαλίζει το ψευδώνυμο (και λέω ιδιότυπη γιατί, ωστόσο, εξασφαλίζει μιαν ιδιότυπη ταυτόχρονα «επωνυμία», μια αναγνωρισιμότητα στο μέτρο που ταυτίζουμε ένα συγκεκριμένο έργο με ένα όνομα, ένα φαντασιακό πρόσωπο) συγκαλύπτει τον δημιουργό και θωπεύει την περίφημη «καλλιτεχνική ανασφάλεια». Πόσες περιπτώσεις δεν μπορεί πρόχειρα να ανακαλέσει κανείς δημιουργών που κατάφεραν να αποκρύψουν πίσω από ένα ψευδώνυμο την κοινωνική τους θέση, την επαγγελματική τους ιδιότητα, ως και το φύλο τους, και να ανυψωθούν ελεύθεροι στη σφαίρα της ακέραιης δημιουργίας. Πιο σημαντική όμως κι απ’ την απελευθέρωση από τους κοινωνικούς ή άλλους περιορισμούς είναι η απελευθέρωση του συγγραφέα από τον ίδιο του τον εαυτό. Από τους ασυνείδητους φόβους, από τα πάθη του, κυρίως όμως από την αυτο-λογοκρισία στην οποία υποβάλλεται. Τολμά να μιλήσει ελεύθερα, να εκφραστεί ρηξικέλευθα, να συγκρουστεί ως και με τον ίδιο του τον εαυτό και τελικά να δικαιώσει τον ρόλο του ως δημιουργού και καλλιτέχνη.

Ένα βήμα πιο πέρα. Αν με το ψευδώνυμο ο συγγραφέας χτίζει έναν περίκλειστο παράδεισο για τη δημιουργική του σκέψη και δράση, με το ετερώνυμο αποδύεται στον αγώνα να γίνει ο ίδιος πρωτόπλαστος, να ανακαλύψει (ή να επινοήσει απ’ αρχής) την παραδείσια αλήθεια. Το ψευδώνυμο, πολύ περισσότερο το ετερώνυμο δημιουργούν ένα μύθο, σχηματίζουν την εικόνα ενός φαντασιακού δημιουργού που μιλά χωρίς να χρεώνεται την εικόνα του. Το έργο απομένει μόνο μια «καθαρή φωνή».

Τα περισσότερα του ενός ετερώνυμα καλύπτουν πολλαπλάσιες ανάγκες αυτο- και ετερο-συγκάλυψης. Ενώ το ψευδώνυμο προσφέρει συγκάλυψη από τους γύρω, το ετερώνυμο (ή τα ετερώνυμα) συγκαλύπτουν (αναδεικνύουν θα ’λεγα καλύτερα) όλες τις πτυχές της δημιουργικής ανάγκης και παρόρμησης του λογοτέχνη. Η περίπτωση του Pessoa (υιοθέτησε, ανάμεσα σε άλλα, τα ετερώνυμα Alvaro de Campos, Ricardo Reis και Alberto Caeiro, για την ποίηση, και Bernardo Soares για την πεζογραφία) που ένα ελάχιστο μέρος του έργου του δημοσίευσε όσο ζούσε, είναι ενδεικτική αυτής της παρόρμησης όχι απλά να κρυφτεί, αλλά να αναγεννηθεί μέσα από ένα ή περισσότερα ετερώνυμα.

Είναι αλήθεια ότι σήμερα έχει περιοριστεί η χρήση ψευδωνύμων και ετερωνύμων. Αυτό μπορεί να σημαίνει θάρρος να ορθώσουμε τη φωνή μας ή δειλία να φτάσουμε στα όρια της δημιουργικής μας αναζήτησης. Μήπως τελικά το ετερώνυμο εκτός από ελευθερία δίνει και δύναμη και έμπνευση; Γιατί, καθώς ο δημιουργός υιοθετεί μιαν άλλη περσόνα, διαφορετικής ψυχοσύνθεσης (ολότελα δικής του κι όμως έως τότε άγνωστής του), αναλαμβάνει δίχως συμπλέγματα να υποδυθεί ρόλους, να φτάσει στην ουσία της μίμησης και να περάσει ακόμη πιο πέρα, στην αυθεντικότητα, όχι πια της αναπαράστασης, αλλά της «ποίησης», της αληθινής δημιουργίας ζωής. Μπορεί πιο εύκολα να μετατίθεται όχι από σκέψη σε σκέψη αλλά από τρόπο σκέψης σε τρόπο σκέψης. Κι αυτό όχι από διάθεση πειραματισμού μόνο (πειραματισμός που μπορεί να τον φτάσει να ανακαλύψει πτυχές της δημιουργικότητάς του που ποτέ ως τότε δεν είχε συλλάβει), αλλά και από αληθινή εσωτερική ανάγκη. Γιατί μέσα σε έναν δημιουργό, στον κάθε άνθρωπο, πόσο μάλλον σ’ αυτόν που αισθάνεται την ανάγκη της πράξης εντονότερη, ενυπάρχουν πολλές διαφορετικές οπτικές, ακούγονται πολλές φωνές, που όλες, καθεμιά χωριστά για τον εαυτό της, θέλουν να ακουστούν. Όμως όχι σε ένα συνονθύλευμα, αλλά καθαρές, ατόφιες, μόνες και ξέχωρες. Κι η καθεμιά φωνή μπορεί έτσι να πειραματίζεται, να φθείρεται, ως και να αναλώνεται ακόμη, αλλά με διάθεση αγαθοποιό· χωρίς να βλάπτει ή να συμπαρασύρει τις άλλες.

Το ετερώνυμο πολλές φορές ενυπάρχει μέσα στο ίδιο το έργο ως λογοτεχνικό προσωπείο, ως «ρόλος», ως ήρωας. Αυτό είναι μια άλλη υπόθεση. Ωφέλιμη, αλλά ωστόσο διαφορετική. Ο λογοτέχνης δεν είναι απαραίτητο να ταυτίζεται με όσα η περσόνα του πρεσβεύει (αν και τις περισσότερες φορές κι αυτή η λειτουργία φέρει κάποια, αν όχι και όλα τα στοιχεία της σκέψης του δημιουργού). Απεναντίας μπορεί τα όσα η περσόνα του εκφράζει να υπονομεύουν αυτά που ο ίδιος πιστεύει, να τα θέτουν εν αμφιβόλω, να λειτουργούν ως επιχείρημα ab opposito. Αλλά, όταν το ετερώνυμο καλύπτει ένα ολοκληρωμένο λογοτεχνικό έργο και το σφραγίζει, τότε η ελευθερία και η μετατόπιση του δημιουργού είναι καθολική. Το ζητούμενο είναι να αντέξει αυτή την πλαστοπροσωπία, την πολυπροσωπία και να μην χάσει μέσα από αυτή την πολυσχιδία την ψυχή του. Γιατί αυτή πάμε να βρούμε μέσα από την τέχνη.

(Οι λευκοφόροι εννοείτωσαν).

Πέμπτη, Μαΐου 31, 2007

carmina AMAbiLIA

ΜΕΤΑ
ΤΟΠΙΣΗ

Η θέληση για έκθεση, βορά και λεία
είν’, καθώς λένε οι πολλοί, ανωμαλία.
Τίποτε τώρα πια δεν σου ανήκει εσένα,
σε κύτταρα εγκεφαλικά φωλιάζουν ξένα.
Ίσως μπορεί κανείς να υποθέσει
πως βρίσκουν και κρατούν λαθραία θέση
να μεταφέρουν τη ζωή σου μες στους άλλους,
σε ζωντανά μυαλά ή σε καβάλους…



Κώστας Μόρφης, Παραλήπτης Άγνωστος (2002)
(ακούμε την Ευτέρπη,
από την ραψωδία για βιολοντσέλο και ορχήστρα
του Μίκη Θεοδωράκη)

Τρίτη, Μαΐου 29, 2007

Η γιαγιά μου η Πόλη

Μικρή έπαιζα με τα τουρκάκια. Ο τούρκικος μαχαλάς δύο βήματα απ’ τον δικό μας. Η μάνα μου είχε φιλενάδες από κει. Κάθε Τετάρτη ερχότανε μια φραντσέζα, η μαντάμ Μαρί, όνομα ίδιο με το δικό μου, και μου μάθαινε γαλλικά. Όταν κατεβαίναμε στην προκυμαία στη Σμύρνη βολτάριζα με τ' αδέρφια μου μέχρι το Σπόρτε Κλου. Όμορφα χρόνια.
Μεγάλωνα και μεγάλωνε το κακό. Σαν κοντοζύγωσε, ένας Τούρκος, φίλος του πατέρα μου, «Προχώρα μπροστά, Παναγιώτη, και θα σου λέω» του είπε. «Πάρε τη γυναίκα σου και τα παιδιά σου και φύγετε. Θα γίνει μεγάλη σφαή». Ο πατέρας μου, Θεός σχωρέστον, άκουσε. «Στέλλα», είπε, «να φύγετε». Θα έρθω κι εγώ γρήγορα.

Στο μεγάλο κακό κρυφτήκαμε για δυο μέρες στο σπίτι μιας άλλης φραντσέτζας. Καμίλ τη λέγανε. «Στέλλα, πάρε ό,τι θέλεις», είπε στη μάνα μου. «Το σπίτι όλο δικό σου». Και τι πήρε η μάνα μου; Ένα ψαλιδάκι «Για να κόβω τα νύχια των παιδιών μου», είπε. Βγήκαμε στη Μυτιλήνη. Πείνα. Δίψα. Κάτι πατριώτες τραγουδούσανε και χορεύανε. Να ξεχαστεί το κακό. «Κερατά Κεμάλη!». Φωτιά περάσαμε. Λίγο το ’χεις; Από λίγες βδομάδες ήρθε κι ο πατέρας μου. Μείναμε στον κήπο μαζί με όλους τους άλλους, Ύστερα περάσαμε στον Περαία. Μείναμε στη γουρουνόμαντρα. Βρωμιά, αλλά την παστρέψαμε. Ένας τοίχος να προσευχηθείς και να αλλάξεις, να λατρευτείς.

Στους εφτά μήνες απάνω πέθανε ο πατέρας μου. Ζωέμπορος, ασυνήθιστος, έπιασε οικοδομή. Κρύωσε, λέγανε. Αρρώστησε. Θεός σχωρέστον. Δουλέψαμε όλοι. Εγώ δούλεψα στου Ρετσίνα. «Κι από βουργαρίτσα καλύτερα δουλεύεις», έλεγε ο μουσιού Όττο, ο επιστάτης του αφεντικού. Τα μεσημέρια κοιμόμουνα πάνω στα χέρια μου απ’ την κούραση.


Τον Κωστάκη τον ηξέραμε από το Κορδελιό. Απέναντι απέναντι ήντουστε τα σπίτια μας. Όταν έγινα δεκαεφτά έστειλε η μάνα του, Στέλλα κι εκείνη, και με ζητήσανε. "Πιπερλή" με έλεγε. Για τη φωτογραφία του αρρεβώνα μας έβαλα τα δανεικά παπούτσια της νύφης μου και κοκκινάδι στα μάγουλα. Το ’θελε ο φωτογράφος.

Γέννησα και ανάστησα τέσσερα παιδιά. Δυο αγόρια δυο κορίτσια. Ο Κωστάκης στην οικοδομή. Εγώ στο σπίτι. Καλή γειτόνοι. Το σαράντα πήγε στο μέτωπο. Είχα τα δυο κορίτσια. Πήγα να τρελαθώ. Πέρασε. Πουλήσαμε τα πάντα. Μετά οικοδομή. Χτίσαμε, ζήσαμε. Παντρέψαμε τα παιδιά, ανάστησαν άλλα.


Ζω ανάμεσα στα παιδιά μου. Περνάω καλά, δόξα τω Θεώ. Τρώμε όλα τα αγαθά του Αβραάμ και του Ισαάκ. Τον Κωστάκη τον χάσαμε. Από καρκίνο. Έκλαιγα μέρες (έκλαιγα νύχτες που δε με βλέπανε).

Ένα πρωί ήρθε αυτός, ο Μεχμέτ, ο θάνατος, πώς τον λένε; Μάιος ήτανε. Από την κερκόπορτα μπήκε. Με παίδεψε. Λίγο. Αντρειεύτηκα. Ήμουν συνηθισμένη. Κι ένα βράδυ, στις είκοσι εννιά, με νίκησε, με πήρε. «Η πόλις εάλω». Τώρα μονάχα με θυμούνται. Λίγο το ’χεις;


στην Μαρίτσα, τη γιαγιά μου, που έφυγε μια τέτοια μέρα. Έφυγε;

Πέμπτη, Μαΐου 24, 2007

Ευριπίδη "Μήδεια" Α΄ Στάσιμο

"Μήδεια" του Delacroix


Πάνω κυλούν οι ποταμοί
Πίσω διαβαίνουν στις πηγές τους
Και δίκιο κι όλα χάνονται
Οι δόλοι των ανθρώπων απέκτησαν τρανή ισχύ
Και των θεών οι όρκοι δεν έχουν πλέον δύναμη
Μα πάλι όνομα καλό θα δώσουν στη ζωή μου
οι φήμες
Έρχονται τιμές στων γυναικών το γένος
Να μην το ξέρουν άλλο πια για κακοφημισμένο.


Και των αρχαίων ποιητών γλυκόλαλες οι Μούσες
Θα πάψουν πλέον άπιστη εμένα να καλούνε
Αφού σ' εμάς δε χάρισε της λύρας το τραγούδι
Ο Φοίβος, των θεόπνευστων των τραγουδιών ο αφέντης
Αλλιώς θα ηχούσε κι από μας τραγούδι για τους άντρες αντίφωνο
Τα χρόνια που περνάνε έχουν αμέτρητα να πουν

και για τα δυο τα φύλα.


Τρελή από τον έρωτα μακριά απ' το πατρικό σου ταξίδεψες
Και διάβηκες της θάλασσας τις δίδυμες τις πέτρες
Τώρα την ξένη χώρα κατοικείς
Του άναντρου του άντρα την κλίνη σου τη νυφική
Έχασες πια βαριόμοιρη
Εξόριστη διώκεσαι μακριά απ' αυτή τη χώρα, ατιμασμένη.


Η χάρη αφανίστηκε κι η δύναμη των όρκων
Και στην Ελλάδα σεβασμός κανείς δεν απομένει
Πάει, πέταξε
Κι εσύ δυστυχισμένη, δεν έχεις σπίτι πατρικό

πίσω για να γυρίσεις
Άλλη βασίλισσα τρανή εδώ, μέσ' στο παλάτι

νίκησε το κρεβάτι σου.


μετάφραση Γ.Ε.
(ακούμε έναν αρχαίο ελληνικό σίκκινι χορό)