Δευτέρα, Οκτωβρίου 05, 2009

radio-days...


Η Μαρία Ροδοπούλου και το Radio Bubble


σας προσκαλούν στις 6/10/2009

στις 9 το βράδυ στην εκπομπή

"60 Λεπτά στην Αρένα των Λέξεων"


σε μια περιήγηση της δυναμικής αισθητικής

των συναισθημάτων των λέξεων

ελευθερώνοντας την όραση


στην Ποιητική του Γιάννη Ευθυμιάδη



Καλή Ακρόαση


http://www.radiobubble.gr/audio/user/1092


Κυριακή, Σεπτεμβρίου 06, 2009

Παρασκευή, Ιουνίου 19, 2009

Ανέκδοτα ποιήματά μου με μουσική του Δημήτρη Μαραμή στο Dasein



Την Κυριακή (21/6) στις 9 το βράδυ στο Dasein

(Σολωμού 12, Εξάρχεια)


ΠΟΙΗΤΙΚΗ Α-PARTY-A

από το Poetry Now

-πολλοί φίλοι ποιητές θα διαβάσουμε ποιήματά μας-


Θα διαβάσω
ανέκδοτα ποιήματά μου.


Ζήτησα από έναν πολύ αγαπημένο μου συνθέτη,

τον Δημήτρη Μαραμή
,

να μου "δανείσει" κάποιες από τις εξαίσιες μουσικές του
για να ακουστούν ανάμεσα και πλάι στα λόγια μου.


Ο Δημήτρης διάβασε τα ποιήματα και...
έγραψε μουσική για να ακουστεί ειδικά την Κυριακή το βράδυ
μαζί με τα ποιήματά μου.

(Δημήτρη σ' ευχαριστώ μέσα απ' την καρδιά μου)

Μακάρι να συμβαίνουν πάντα τόσο όμορφα πράγματα στη ζωή μας...


Το χέρι σου που κράτησα μια νύχτα στην καρδιά μου, τόσο κοντά
τι άκουσε; Τι τάχα να του είπε η καρδιά μου;
Τι της απάντησε
και δεν μπορεί πια να χτυπά αυτή, και δεν μπορεί ξανά ν' αγγίζει αυτό;
Έχω δει, νύχτα, την καρδιά μου να χαϊδεύει, με αγωνία να ψηλαφά,
έχω ακούσει όλη μέρα να χτυπάει το χέρι σου, τακ-τακ-τακ-τακ
πάνω στο ξύλο μιας απείθαρχής μου σκέψης.
Το χέρι που δεν είναι χέρι μόνο λέγεται.
Και η καρδιά που πια δεν είναι μόνο λέει.
Το χέρι χέρι κι η καρδιά καρδιά -
να μη μας πάρουν μυρωδιά
πως τ' ανταλλάξαμε.

Τρίτη, Ιουνίου 09, 2009

ΠΟΙΗΤΙΚΗ Α-PARTY-A






Γιορτάζοντας τα τρία χρόνια λειτουργίας του στο Dasein
το Poetry Now σας προσκαλεί στην
ΠΟΙΗΤΙΚΗ Α-PARTY-A

Ποιητές γλωσσοκεντρικοί, περφόρμερ, ρομαντικοί. Ποιήματα από στήθους, ηχογραφημένα, μελοποιημένα. Νέοι έλληνες και ελληνίδες δημιουργοί με το μικρόφωνο στο χέρι ή την επιλογή τους στα deck, ανεβασμένοι στο τραπέζι ή βυθισμένοι στον καναπέ ζωντανεύουν στίχους αγαπημένων τους ποιητών (του εαυτού τους, ομοίως) σε μία βραδιά που η ποίηση θα βγεi... εκτός εαυτού.


Μεταξύ άλλων ποιητών και μη θα διαβάσουν, θα θεατρικοποιήσουν ή απλώς θα επιλέξουν ποιήματα στα deck οι: Γιώργος Χαντζής, Μαρία Τοπάλη, Κατερίνα Ηλιοπούλου, Δούκας Καπάνταης, Πατρίτσια Κολαίτη, Γιάννης Στίγκας, Δημήτρης Άλλος, Γιάννα Μπούκοβα, Βασίλης Κάρδαρης, Ιορδάνης Παπαδόπουλος, Αλέξανδρος Απέργης, Δήμητρα Κωτούλα, Σταμάτης Πολενάκης, Γιάννης Ευθυμιάδης, Μιχάλης Παπαντωνόπουλος....


Τα ποιήματα κυκλοφορούν ανάμεσά μας και οποιοσδήποτε μπορεί να κλέψει την παράσταση. Εσύ;

Κυριακή 21 Ιουνίου, 9μμ - Dasein, Σολωμού 12, Εξάρχεια



Πέμπτη, Ιουνίου 04, 2009

Nicanor Parra - Padre Nuestro


στην Τ. που της αρέσει

Πάτερ ημών, στους ουρανούς,

μύρια προβληματάκια έχεις.
Έτσι που είσαι σκυθρωπός,
σαν άνθρωπος απλός μου μοιάζεις.
Μην πολυανησυχείς για μας.

Το ξέρουμε πως υποφέρεις,
που δεν μπορείς πάντα να έχεις το σπίτι σου σε μία τάξη.

Ξέρουμε πως ο Σατανάς δεν σε αφήνει σε ησυχία
και καταστρέφει ό,τι φτιάχνεις.

Εκείνος σε περιγελά
μα όλοι εμείς σε συμπονούμε.

Πατέρα, που είσαι εκεί ψηλά,
από αγγέλους κυκλωμένος, άπιστους,
μα ειλικρινά
μην πάσχεις τόσο πια για μας.
Λάβε υπ’ όψη σου και ότι
και οι θεοί σφάλματα κάνουν.
Κι όλους εμείς τους συγχωρούμε.

μετάφραση Γ.Ε.


Δευτέρα, Ιουνίου 01, 2009

animo et corpore...




Απόψε στη Στοά του Βιβλίου
έγινε η παρουσίαση της
Ανθολογίας Νέων Ελλήνων Ποιητών

"Το Καινούργιο Εντός ή Πέραν της Γλώσσας"

Ο ηθοποιός Παύλος Εμμανουηλίδης διάβασε έξοχα το παρακάτω ποίημά μου
(και για να παραλλάξω τα λόγια του Ρίτσου
"οι ποιητές διαβάζουν σωστά,
αλλά οι ηθοποιοί διαβάζουν...ωραία!")

Η μετάφραση είναι του Γιάννη Γκούμα (τον ευχαριστώ θερμά)



(πατήστε πάνω στην εικόνα για μεγέθυνση)



Τετάρτη, Μαΐου 13, 2009

Ποίηση στα Εξάρχεια




Την Κυριακή 17 Μαΐου στις 7.30 το απόγευμα σε ανοιχτή εκδήλωση στην πλατεία Εξαρχείων διαβάζουν ποιήματά τους:

η Μαριγώ Αλεξοπούλου
ο Γιάννης Ευθυμιάδης
η Έλλη Παπαγεωργίου
η Αριστέα Παπαλεξάνδρου
και ο Μιχάλης Παπαντωνόπουλος

την επιμέλεια της παρουσίασης έχει ο ηθοποιός Πέτρος Αλατζάς

(μια ωραία ευκαιρία να δοκιμάσουμε τις αντοχές της ποίησης σε ανοιχτό χώρο,
για ανοιχτούς ανθρώπους, με...ανοιχτό πρόγραμμα)




Κυριακή, Απριλίου 26, 2009

στον Γ. Ρ.


Μα μήπως και τα χρόνια που δεν σε γνώριζα
μια εξορία δεν ήταν; Τώρα πια
πολιτογραφήθηκα ενάρετος στη βασιλεία σου.
Υποτάσσομαι και νομιμοφρονώ.

Μ’ έδιωξαν σε πολλές εξορίες. Χειρότερη ήταν
ανάμεσα στους ανθρώπους.
Να μην ακούν ούτε τον ψίθυρο ούτε το ουρλιαχτό.
Εγώ να φωνάζω στα κύματα, να ασκώ τη φωνή μου
για το ανεπίδοτο. Μάτωνα ελπίδα, ο φόβος μου
υπερνικούσε τα απίστευτα.
Ήμουνα πλέον ένας ατόφιος ήρωας. Κανείς
δεν έπρεπε να ξέρει, ούτε οι προστάτες ούτε οι δήμιοι,
πως έκλαιγα τις νύχτες κάτω απ’ το πρόσωπο του αλώβητου,
πως κράταγα υπομονή με σαπισμένα δάχτυλα
– ευτυχώς, αντί για την ψυχή μου. Ώσπου ήρθες εσύ.
Ωραίος πρίγκιπας , κι ωραίος πάει να πει στην ώρα του.
Είχα επιτέλους μιαν εικόνα να κοιτάζω,
τόσο που είχα ξεχάσει πια για χρόνια τη μορφή μου.
Ολοκάθαρο κάτοπτρο με το είδωλό μου να του μοιάζω,
κάποιον να με θαμπώνει.
Πήγαινα πίσω απ’ την επίπεδη επιφάνεια, τη γυαλιστερή,
για να σε βρω – πουθενά. Εσύ φανερωνόσουν
μόνον όταν σε κοίταζα κατάματα, για θαυμασμό
ή για αναμέτρηση.

Πέμπτη, Απριλίου 02, 2009

ΔΥΟ ΠΟΤΑΜΙΑ


d. F.

Δύο ποτάμια έσμιξαν
-άκου τον παφλασμό-
κι ύστερα πάλι χώρισαν,
έτσι έπρεπε να γίνει.
Ίσως ξανά δε φτάσουνε
στον ίδιο οργασμό,
όμως από το σμίξιμο
κάτι έμελλε να μείνει.
Κοίτα ασημένια αφρόψαρα!
Μενεξεδιά πουλιά!
που κολυμπούν και παίζουνε
τριγύρω απ' τα νερά τους!
Μη μου ζητάς ποτέ να πω
το πώς και το γιατί,
το λιγοστό που απόμεινε
απ' τη σβηστή χαρά τους...


Σάββατο, Μαρτίου 28, 2009




τι είναι ο ποιητής;

Ασημιά κουδούνια αντηχούν στον δρόμο
πούθε πας μικρό μου ηλιοχιόνιστο
- Πάω στις μαργαρίτες πέρα στο λιβάδι
πράσινο λιβάδι - σα ζωγραφιστό

- Πούθε πας μικρό μου διόλου δεν φοβάσαι
πέρα είν' το λιβάδι - ώρες μακριά
- Η δικιά μου αγάπη διόλου δεν φοβάται
τ'ανοιχτό τ'αγέρι την δεντροσκιά

- Τότε να φοβάσαι γιόκα μου τον ήλιο
ακριβό μου αγόρι ηλιοχιόνιστο
- Τα μαλλιά μου ο ήλιος τάκαψε για πάντα
κι είμαι ασπρομάλλης δυο χρονώ μωρό

F. G. Lorca

(απόδοση στα ελληνικά Λευτέρης Παπαδόπουλος)



Πέμπτη, Μαρτίου 19, 2009

Γιάννης Κεφαλληνός




Ο Γιάννης Κεφαλληνός (1894-1957) γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια από αστική οικογένεια με κεφαλλονίτικες και χιώτικες ρίζες. Λαμπρός μαθητής, με επιδόσεις στα μαθηματικά, ανακάλυψε πολύ νωρίς την καλλιτεχνική του κλίση καί, παρά τις αντιρρήσεις των γονιών του, σπούδασε Ιστορία της Τέχνης και ζωγραφική στη Γαλλία, όπου έζησε αρκετά χρόνια. Επιστρέφει στην Ελλάδα το 1930, για να εκλεγεί καθηγητής στη Σχολή Καλών Τεχνών ένα χρόνο αργότερα, και οργανώνει το Εργαστήριο Χαρακτικής τελειοποιώντας την τεχνική αυτή. Η τέχνη του βιβλίου τον απασχόλησε ιδιαίτερα, τόσο στη Γαλλία όσο και στην Ελλάδα, ενώ συνεργάστηκε και με τα Ελληνικά Ταχυδρομεία (1950-54) φιλοτεχνώντας γραμματόσημα που απέσπασαν διεθνείς διακρίσεις. Ουδέποτε ενδιαφέρθηκε να προβάλει τη δουλειά του, δικαιώνοντας έτσι το χαρακτηρισμό «ο Σιωπηλός», που του έδωσε ο Π. Πρεβελάκης στη νεκρολογία του. Μόνο δύο ολοκληρωμένες εργασίες του δέχτηκε να παρουσιάσει στο κοινό: Το Παγώνι (1946) και τις Δέκα Λευκές Ληκύθους (1956). Η σχέση του Κεφαλληνού με τους μαθητές του δεν ήταν ποτέ τυπική: ενδιαφερόταν και τους φρόντιζε σαν πατέρας. Η έμφυτη καλοσύνη του (οι συγγενείς τον αποκαλούσαν «Καλογιάννη») και το αίσθημα της αλληλεγγύης και της δικαιοσύνης τον ωθούσαν στην υπεράσπιση των αδυνάτων και της ειρήνης. Το 1954 εκλέγεται διευθυντής της ΑΣΚΤ, θέση που θα τη διατηρήσει μέχρι το θάνατό του. Υπό την ηγεσία του η Σχολή θα ενδιαφερθεί και θα πάρει θέση σε ζητήματα πολιτισμού, ελευθερίας ή ανθρωπίνων δικαιωμάτων —ζητήματα που τον απασχολούσαν πάντα αφού θεωρούσε τη ζωή πρωταρχική αξία χωρίς ιδεολογικούς δογματισμούς: αντιρρησίας συνείδησης κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και τη Μικρασιατική Εκστρατεία, φιλοτέχνησε με τους μαθητές του αφίσες που εμψύχωναν τον λαό κατά τον πόλεμο του '40 και υποστήριξε τον αγώνα της Κύπρου εναντίον της αγγλικής κατοχής
Από το βιβλίο του Ε. Χ. Κασδαγλή «Γιάννης Κεφαλληνός, ο χαράκτης»
































Ο Γιάννης Παππάς μιλά για τον Γιάννη Κεφαλληνό


Ομιλία του Γιάννη Παππά στο Α.Τ.Ι (Φεβρουάριος 1967)Από το «Κείμενα για την Τέχνη», εκδ. Νεφέλη, Αθήνα 1993

Κυρίες και Κύριοι,Όσοι από σας γνώρισαν καλά τον Γιάννη Κεφαλληνό, ίσως να τον φανταστούν τούτη τη στιγμή να χαμογελά. Αυτό το χαμόγελό του, που συχνά γινόταν σαρκαστικό γέλιο και σχεδόν πάντα τελείωνε καλόκαρδα, ήταν από τα πιο χαρακτηριστικά γνωρίσματα του σεβαστού φίλου μας. Έκρυβε τις χωρίς ψεύτικες ντροπές και προκαταλήψεις αυστηρές ιδέες του, τις απόλυτες θέσεις που έπαιρνε όχι μόνο ως προς τους άλλους, αλλά πρώτα έναντι του εαυτού του και που τον οδηγούσαν τελικά στο να εξαντλεί την αυστηρότητά του στη ζωή και στο έργο του, που είναι απόλυτα συνυφασμένα. Μην περιμένοντας πολλά από τους άλλους, έχοντας δει καθαρά γύρω του, παρ’ όλη την απονήρευτη φύση του, κλείστηκε στον εαυτό του εφαρμόζοντας τις δύσκολες αρχές που τον καθοδήγησαν πάντοτε. Δεν έχω την πρόθεση να κρίνω και να αξιολογήσω το έργο του Γιάννη Κεφαλληνού, γιατί δεν είναι δουλειά μου. Η κριτική ανήκει σε άλλους, και τώρα δε μπορώ παρά να θυμηθώ τον επιγραμματικό ορισμό του Στέφανου Μαλλαρμέ: «Le critique et celui qui s’ occupe de se qui ne le regarde pas» - κριτικός είναι ο ασχολούμενος με ό,τι δεν τον αφορά. Δούλευε, λοιπόν, ο αγαπητός φίλος μας, πέρα από την επικαιρότητα και τις μόδες, μέσα σ’ ένα κλίμα που θα το λέγανε οι περισσότεροι ξεπερασμένο, βάζοντας για σκοπό του μιαν απόλυτη έκφραση βασισμένη σε μιαν αδιάσειστη τεχνική, αδιάφορος σε κρίσεις αβασάνιστες αλλά προσεκτικός στο έπακρο για ό,τι μπορούσε να τον βοηθήσει στο να τελειοποιηθεί. Δούλεψε με πάθος σε όλη του τη ζωή, αδιάκοπα, επίμονα. Εχθρός της προχειρολογίας και της αισθητικής του non finito, ήταν αποφασιστικά, πεισματικά, υπέρ της όσο το δυνατόν τέλειας εργασίας. Κάθε εμπειρία τεχνική είχε σκοπό μια καθαρότερη και διαυγέστερη έκφραση για την ολοκλήρωση της κλασικής αντίληψής του για την τελειότητα. Η φυσική του ροπή, η διάθεσή του, η μόρφωσή του, τον έσπρωχνε αναγκαστικά προς την αναζήτηση αυτής της τελειότητας, που περιελάμβανε όλες τις εκδηλώσεις της ζωής του και της τέχνης του. Μα ήταν και ο ίδιος, έτσι όπως τον είχε κάνει ο Θεός, ένας ωραίος, ιδιότυπος, καλοφτιαγμένος άνθρωπος. Υψηλός, λεπτός, με αδρές και χαριτωμένες κινήσεις. Το πρόσωπό του ξερακιανό, με δυνατά κόκαλα και πολύ βαθουλωτά μαύρα μάτια, γκρίζα μαλλιά και μελαψός σαν Βεδουίνος. Μήπως και στο ντύσιμό του δεν υπήρχε η ίδια επιθυμία τελειότητας; Όχι βέβαια γιατί ήταν κομψευόμενος αλλά γιατί αγαπούσε το καλό ύφασμα, το καλοκομμένο ρούχο – χωρίς εκκεντρικότητες επιζητούσε το ασυνήθιστο, και πάντα η εμφάνισή του ήταν αρχοντική. Το ίδιο και περισσότερο ακόμα συνέβαινε με το περιβάλλον όπου ζούσε και δούλευε. Τάξη, καλαισθησία, απλότητα, σχολαστική φροντίδα παντού. Σε λεπτομέρειες προπάντων. Λίγα έπιπλα, από το καλύτερο ξύλο, καμωμένα με δικά του σχέδια, λίγα αντικείμενα, όχι κατ΄ ανάγκην πολύτιμα, αλλά σωστά. Η βιβλιοθήκη του άρτια. Κι εκείνα τα συρτάρια με τα εργαλεία του, με ειδών ειδών κοπίδια, μαχαίρια, πένες, μολύβια, χρώματα, πινέλα, χαρτιά, μελάνια, ό,τι μπορούσε να βάλει ο νους σου, όλα ταχτοποιημένα και έτοιμα. Σίγουρα δεν τα μεταχειριζότανε όλα, αλλά ήταν το μεράκι του τεχνίτη που θέλει να ’χει στη διάθεσή του ό,τι πιο ειδικό και καλό εργαλείο μπορεί ίσως να χρειαστεί. Ο Κεφαλληνός αγαπούσε με πάθος το metier σαν ένας βιοτέχνης – κι είναι σπάνιο για άνθρωπο που έβγαινε από αστικό ευκατάστατο περιβάλλον. Φροντίδα παντού, και στο τραπέζι του φυσικά, που καλαίσθητο και λιτά στρωμένο πρόσφερε πάντα κάτι εκλεκτό και δυσεύρετο. Το εργαστήριό του ήταν τόσο απλό και νέτο, χωρίς ίχνος καλλιτεχνικής αταξίας, που καμμιά φορά ρωτιόμουν αν δούλευε κανείς εκεί. Πέρασε τις περισσότερες ώρες της ζωής του εκεί, μόνος, σκυμμένος στο τραπέζι του, αναζητώντας την τελειωτική και απόλυτη έκφραση. Σε κάθε λοιπόν τρόπο ζωής και τρόπο εργασίας μια πρόθεση, μια αναζήτηση, ένα επίτευγμα τελειότητας. Από νωρίς ο καλλιτέχνης έζησε αποτραβηγμένος. Λίγοι φίλοι, και προπάντων η άξια σύντροφός του Σουζάνα, που πάντα του παραστάθηκε πιστά, ήταν η συνηθισμένη συντροφιά του. Από ιδιοσυγκρασία, από πείρα της ζωής, από το γεγονός ότι κατάλαβε ότι οποίος καλλιτέχνης δουλεύει δεν του φτάνει μια ζωή για να μάθει, από περιφρόνηση προς τη χυδαιότητα αυτών πού προσπαθούν με κάθε θυσία να επιτύχουν, από άμυνα μιας ευαίσθητης καί ευερέθιστης φύσης, από αγάπη της αυτοσυγκέντρωσης, ο Κεφαλληνός έζησε θεληματικά μόνος, βλέποντας λίγους συγγενείς και ακόμα λιγότερους φίλους. Αμίλητος, κλειστός, απότομος με τους ξένους και μ' αυτούς πού θεωρούσε βαρβάρους, γινόταν γλυκομίλητος καί προσηνής με τους φίλους. Ήταν μοιραίο, με τον ερωτά πού είχε προς το απόλυτο, να απογοητευθεί από πολλά κι από πολλούς. Τελικά, νομίζω ότι έκρινε με επιείκεια καί καλοσύνη αλλά προτιμούσε να μη συναναστρέφεται. Την ανεξαρτησία του τη διαφύλαξε επίμονα. Ήταν από τους λίγους πνευματικούς ανθρώπους που δεν έστερξε σε παζάρια καί συναλλαγές. Ούτε τα ισχυρά πρόσωπα της ημέρας ούτε οι υποσχέσεις τους κλόνιζαν τις αποφάσεις του. Μακριά από παρατάξεις πολιτικές ή καλλιτεχνικές, έζησε με μοναδικό σκοπό το συμφέρον της τέχνης του. Οι θυμοί του, μάλλον οι εκρήξεις του, ήταν εκδηλώσεις μιας ανυπόμονης και ευαίσθητης ψυχής. Δεν δίσταζε, καμιά συμβατικότητα δεν τον εμπόδιζε, απότομα, μονοκόμματα, χωρίς περιφράσεις καί πονηρίες, να πει τη γνώμη του. Αλήθεια, μια τέτοια εκδήλωση πού μπορούσε να ενοχλήσει πολύ ήταν (όταν το σκέπτομαι και συγκρίνω με αυτούς πού υπολογίζουν όχι μόνο τί θα πουν αλλά πώς θα το πουν αναλόγως σε ποιόν θα το πουν ή δεν θα το πουν) σαν μια ανάσα αμόλυντου αέρα. Δεν ενδιαφέρει τόσο αν είχε πάντα δίκιο ο Κεφαλληνός ή αν ή σκέψη του δεν ήταν ισχυρότερη ή πιο καλά παρουσιασμένη από άλλη• σημασία είχε ή αυθεντικότητα της εκδήλωσης και το άδολο της πρόθεσης. Θα 'πρεπε τώρα να σας πω μερικά για τη ζωή του. Χρονολογίες, έργα, συμβάντα. Ο Γιάννης Κεφαλληνός γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια την 21η Ιουλίου 1894, από πατέρα Ζακυνθινό καί μητέρα Χιώτισσα. Φοιτά στο Αβερώφειο Γυμνάσιο της Αλεξανδρείας, και το φθινόπωρο του 1912 πηγαίνει στη Γάνδη για να σπουδάσει μηχανική. Ύστερα από ένα χρόνο περίπου φεύγει για το Παρίσι, με σκοπό να αφοσιωθεί στη ζωγραφική. Αλλά σε λίγο αρχίζει ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος και γυρίζει στην Αίγυπτο, όπου δεν παύει να εργάζεται στη Σχολή Καλών Τεχνών του Καΐρου, πού τότε είχε Γάλλους καθηγητές. Όταν το 1918 τελειώνει ο πόλεμος, επιστρέφει στο Neuilly και στο St. Cloud, όπου συνδέεται με το χαράκτη Μπελό. Από την εποχή αυτή αρχίζει ή καλλιτεχνική του δράση να ξεπερνά τα όρια της μελέτης. Επιμελείται και εικονογραφεί βιβλία γνωστών Γάλλων συγγραφέων. Η επιτυχία του στο Παρίσι και η εκτίμηση πού βρίσκει προμηνύουν λαμπρή σταδιοδρομία. Το έτος 1924 παντρεύεται και εγκαθίσταται στο Cinq – Mars la Pile στην Τουρραίνη, όπου αγοράζει μια έπαυλη με ένα μεγάλο κήπο. Αμέσως αρχίζει να ασχολείται με την κηποτεχνία με γνώση καί μεράκι. Ζει εκεί για έξι χρόνια στην καρδιά της Γαλλίας, δοκιμάζοντας και εκτιμώντας όλα τα αγαθά πού προσφέρει η μοναδική αυτή περιοχή. Η παραμονή του εκεί αναμφισβήτητα επηρέασε αποφασιστικά τον καλλιτέχνη και διαμόρφωσε πολλές από τις συνήθειες του και τις προτιμήσεις του. Γνωστός ήδη στο Παρίσι σε ευρύ καί εκλεκτό κύκλο, δεν έχει γίνει ακόμα γνωστός στην Ελλάδα. Όμως οι Έλληνες καλλιτέχνες και διανοούμενοι στο Παρίσι τον περιβάλλουν με εκτίμηση. Ιδιαίτερα διακρίνει και καταλαβαίνει την αξία του ο γλύπτης Κώστας Δημητριάδης, διευθυντής της Σχολής Καλών Τεχνών. Κι αυτός εγκαταστημένος στο Παρίσι, έχοντας ήδη διεθνή φήμη, επιστρέφει στην Ελλάδα καλεσμένος από τον Ελευθέριο Βενιζέλο για να αναμορφώσει καί να ξαναζωντανέψει μια Σχολή Καλών Τεχνών αποτελματωμένη. Το έτος 1930 προσκαλεί ο διευθυντής Κώστας Δημητριάδης τον Κεφαλληνό να διεκδικήσει την έδρα της Χαρακτικής. Ο καλλιτέχνης, αφήνοντας μια οργανωμένη ζωή καί μια σίγουρη σταδιοδρομία, γυρίζει στην Ελλάδα. Από το 1930-1932, οπότε διορίζεται καθηγητής, ταλαιπωρείται κάπως από την ελληνική πραγματικότητα, αλλά παρ' όλα αυτά βρίσκει καιρό για να δουλέψει. Κυρίως στη Μύκονο, οπού διαμένει για οκτώ περίπου μήνες καί κάνει μια σειρά από δυνατές καί άρτιες ξυλογραφίες, πού νομίζω ότι έχουν ιδιαίτερη σημασία στο έργο του. Αρχίζει από τότε μια πολύ γόνιμη περίοδος. Η τέχνη της χαρακτικής και ή διδασκαλία της, όπως καί ή τέχνη του βιβλίου, ήταν ως τότε σχεδόν ανύπαρκτες στην Ελλάδα. Δημιουργός του Εργαστηρίου Χαρακτικής της Σχολής των Καλών Τεχνών, πιστεύω ότι δεν είναι υπερβολή αν λεχθεί ότι ό Κεφαλληνός είναι καί ο δημιουργός της χαρακτικής στην Ελλάδα, πού τόσο αξιόλογη εξέλιξη καί διεθνή αναγνώριση βρήκε στους μαθητές του. Γιατί όλοι πέρασαν από τα χέρια του, είτε αναγνωρίζεται είτε όχι, όλοι οι σημερινοί δόκιμοι χαράκτες είναι παιδιά του Κεφαλληνού καί όλοι χρωστούν στη διδασκαλία του τη βαθιά γνώση της τεχνικής, ένα μέρος της γενικής τους καλλιέργειας, καί όσοι κατάλαβαν την τύχη πού είχαν να είναι κοντά σε δάσκαλο, ένα παράδειγμα υποδειγματικής ζωής, αφιερωμένης στην άσκηση της τέχνης. Ο Κεφαλληνός οργανώνει μεθοδικά τη διδασκαλία του περιλαμβάνοντας σ' αυτήν όλα τα είδη της χαρακτικής, ξυλογραφία, χαλκογραφία καί λιθογραφία, προσηλωμένος πάντα στην αυστηρή αντίληψη ότι κάθε είδος τεχνικής στη χαρακτική είναι αυτοτελές καί δεν επιδέχεται σύγχυση ή συνδυασμό με παράλληλες ή άλλες τεχνικές. Από το 1932 έως το 1940 η δραστηριότητα του ως καλλιτέχνη και ως καθηγητή είναι συνεχής. Μετέχει σε εκθέσεις, επιμελείται εκδόσεις και ολοένα προχωρεί την εργασία του. Έργα της περιόδου αυτής είναι η Μπανανιά, η Τσάτσα, το Άλογο, το Πορτραίτο του Καμπάνη, ο Ταύρος, οι ξυλογραφίες για το βιβλίο Ο θάνατος του Μέδικου του Π. Πρεβελάκη. Έρχεται ο πόλεμος και η Κατοχή. Ο Κεφαλληνός δεν παύει την εργασία, και το 1942, στην Επαγγελματική Έκθεση, πού στεγάστηκε στο Αρχαιολογικό Μουσείο, παρουσιάζει ξυλογραφίες καί τρία σχέδια εμπνευσμένα από την πείνα του 1941. Οι Ιταλοί φυλακίζουν τον Κεφαλληνό καί καταστρέφουν δύο από τα σχέδια. Το 1943 εκδίδει το Παγόνι — κείμενο Ζαχ. Παπαντωνίου, ξυλογραφίες και τυπογραφία Κεφαλληνού. Στο έργο αυτό έβαλε όλη τη γνώση του και την προσοχή του. Σύνθεση και λεπτότατη εργασία, πού μόνο όταν ιδείς τα χαραγμένα ξύλα την καταλαβαίνεις πλήρως. Ακολουθούν μετά την Κατοχή υποδειγματικές εκδόσεις έργων, του Καζαντζάκη, του Πρεβελάκη, του Ζαλοκώστα, του Σικελιανού. Για τα Βουκολικά του Θεοκρίτου δημιουργεί νέο τύπο τυπογραφικών στοιχείων. Εργασία επίπονη καί δυσκολότατη. Μόνο αυτή η απαρίθμηση, εκτός από την ποιότητα της εργασίας, αρκεί για να καταδείξει την κεφαλαιώδη σημασία πού είχε ή συμβολή του Κεφαλληνού στην εξέλιξη της τέχνης του βιβλίου στον τόπο μας. Έρχεται ύστερα η περίφημη σειρά των γραμματοσήμων, πού τα συνέλαβε ό Κεφαλληνός όχι σαν κομματάκια χαρτιά κολλημένα σε φακέλους, αλλά σαν μικρά έργα τέχνης άξια να αντιπροσωπεύσουν την Ελλάδα στα μάτια μας και στα μάτια των ξένων, και που όταν τα ξαναβλέπουμε λογαριάζουμε την απόσταση του χθες με το σήμερα. Καταπιάνεται ύστερα, με τη συνεργασία των μαθητών του Λουίζας Μοντεσάντου, Γιώργου Βαρλάμου, Νίκου Δαμιανάκη, με την έκδοση του λευκώματος Δέκα λευκές λήκυθοι του Αρχαιολογικού Μουσείου Αθηνών. Τον Οκτώβριο του 1954 ο Κεφαλληνός εκλέγεται διευθυντής της Σχολής Καλών Τεχνών καί αμέσως, με τον ίδιο ζήλο καί επιμέλεια που έχει στη δουλειά του, αναλαμβάνει τα καθήκοντα του. Τότε συντάσσεται ο Οργανισμός πού δημιουργεί τα φροντιστήρια των εφηρμοσμένων τεχνών και που δυστυχώς δεν πρόφτασε να τα δει σε λειτουργία, αφού ό νόμος ψηφίστηκε το 1958, ενάμιση χρόνο μετά το θάνατο του. Τον Απρίλιο του 1956 οργανώνει στην αίθουσα της Σχολής Καλών Τεχνών έκθεση με όλη την εργασία των ληκύθων. Τον ίδιο χρόνο επανεκλέγεται διευθυντής. Όλη αυτή ή εργασία του κατεξοχήν ακαδημαϊκού διδασκάλου δεν βρήκε, όπως τόσο συχνά συμβαίνει, την επίσημη καί επιβεβλημένη αναγνώριση. Όταν υπέβαλε το έργο του στην Ακαδημία, δεν έτυχε διακρίσεως. Μοιραίο ήταν, αφού είχε μείνει μακριά από κάθε είδους συναλλαγή και μικρότητα. Εξάλλου, δεν έκρυψε ποτέ την περιφρόνηση του για τους δήθεν σοβαρούς, τους δήθεν σπουδαίους, που, οχυρωμένοι πίσω από τίτλους κι αξιώματα, διαπράττουν τις πιο ευτελείς πράξεις σκαρφαλώνοντας στα υψηλότερα καθίσματα, και που αγνοούν κατά κανόνα ό,τι αυθεντικό καί τίμιο γίνεται στον τόπο αυτόν. Στην περίοδο της διευθύνσεως του Κεφαλληνού συνεργάστηκα μαζί του ως υποδιευθυντής του Ιδρύματος. Ας μου επιτραπεί κάτι να πω γι' αυτή την πολύτιμη εμπειρία. Αν καί τυπικός στην εκτέλεση των καθηκόντων του, ο Κεφαλληνός που όλοι μας αγαπούσαμε καί σεβόμαστε μου 'δειξε αμέσως καί πριν απ' όλα ότι ήμασταν φίλοι, καλλιτέχνες, συνάδελφοι με την ακριβή έννοια της λέξης και όχι διοικητικοί υπάλληλοι πού προσπαθούν να ρίξουν τη δουλειά ο ένας στην πλάτη του άλλου. Δεν θα λησμονήσω πόσες φορές μου είπε όταν μέναμε μαζί αργά στη Σχολή: «Εσύ τώρα πήγαινε στο εργαστήριο σου να δουλέψεις — μένω εγώ». Ήταν φίλος, και μάλιστα γενναιόδωρος. Αυτή η απλή προτροπή πολλά σημαίνει για κάποιον πού ξέρει τη σημασία της ώρας που περνά. Η φιλία του ήταν κάτι πολύ διαφορετικό απ' ό,τι συνήθως συναντούμε, δηλαδή τη φιλαυτία, τον εγωισμό και την επίφαση της φιλίας, συνδυασμένης με πολλά λόγια καί με στόμφο — δύο πράγματα στα όποια είχε απέχθεια ό Κεφαλληνός. Από τον καιρό που τον γνώρισα, όταν ήμουν 18 ετών, το 1931, πάντα μου φέρθηκε σαν σε νεότερο συνάδελφο καί όχι σαν σε μαθητή. Σύμβουλος ειλικρινής καί καλοπροαίρετος, θερμός καί σίγουρος φίλος. Αν καί δεν υπήρξα μαθητής του, νομίζω ότι από το παράδειγμα του έμαθα πολλά. Η ασθένεια και ο θάνατος του ήρθαν σε μια στιγμή ακμής, δραστηριότητας, εξέλιξης σχεδίων για το μέλλον τόσο της Σχολής όσο και της τέχνης του. Παρακολουθήσαμε τότε, εκείνες τις θλιβερές τελευταίες του ημέρες του Φεβρουαρίου 1957, το ψυχικό του σθένος, την καρτερικότητα και τη φιλοσοφημένη υποταγή της μοίρας, του γραφτού. Ο στίχος του αρχαίου ποιητή Βαβρία, που τον είχε διαλέξει ο ίδιος για έμβλημα, είναι αυτό πού ταιριάζει καλύτερα στον σεμνόν άνθρωπο, στον υπερήφανο καλλιτέχνη: ΦΑΙΝΕ ΚΑΙ ΣΙΓΑ



Πέμπτη, Φεβρουαρίου 19, 2009

Κυριακή, Φεβρουαρίου 08, 2009




Ποιος από μας θα καταφέρει να πιαστεί
στα χείλη κοριτσιού αφίλητου
που για μετά δεν έχει ακόμα του νοιαστεί;



Τετάρτη, Φεβρουαρίου 04, 2009

(δια)χρονικά και (επι)καιρικά...


Ο πολύς, ο ατέλειωτος χρόνος
Απλώνεται
Σαν γενέθλια μέρα
Δίχως τέλος ορθώνεται γύρω σου

Μ’ ανοιχτές τις παλάμες ορίζοντα
Καρφωμένος σαν κέντρο από δρόμους φυγόκεντρους
Ξυπνούσες και κοιμόσουν με σύμβολο στα δυο σπασμένο μισό όνειρο
Τ’ άλλο μισό ψάχνοντας να συμπληρώσεις ανάγλυφα πρόσωπα άγνωστα
Μέλλον σου, πώς μπερδεύεται τώρα παρόν!



για τη φίλη που σήμερα έχει..."καιρικά φαινόμενα"...



Τετάρτη, Ιανουαρίου 21, 2009



d. F.


Σε ποιο μου δάχτυλο μπερδεύτηκε η φωνή σου;

όπως στα παγωμένα γκρίζα δέντρα έξω απ' το παράθυρο
που φωναζαν επιστροφή.

Eίναι σαν τους χυμούς μες στα κλαδιά η φωνή σου
αργά κυλάει τρέφοντας, αργά κυλάει πνίγοντας μιαν άνοιξη.

Kαλύτερα η φωνή σου
παρά μια σκοτωμένη εικόνα θάλασσας.

(Κι ας μην ακούω ούτε τη φωνή σου
αρκεί να λιώνει στο μυαλό
σαν καραμέλα η σκέψη σου)


Δευτέρα, Ιανουαρίου 19, 2009



d. F.


Ποιος τρόμαξε, καρδιά μου, τον μικρό Ερωδιό;
Κι απ' όλη την αλήθεια τι θυμάται;
Ποιος ήτανε; Τι θέλησε; Και τώρα πώς μιλά;
Βαθιά μες στην αγάπη πώς κοιμάται;

Τον δ’ επιπλάζοντ' άνεμοι φέροιεν και μελέδωναι.

Κάτι ήξερα που σου ’λεγα να μείνουνε κρυφά
όσα κι αυτός ο φόβος τα φοβάται.




d. F.


Είναι που έχει παγωνιά στον Ρήνο αυτές τις μέρες.

Αλλιώς το μικρό θηρίο δεν κρυώνει, έχει τη ζεστασιά από μια ανάμνηση ή μια μικρούλα προσδοκία.
Έρχονται παγωμένες μέρες κι εδώ πέρα, αν γδυθείς την απροσπέλαστη όψη σου, τη μυστική. Ανασκουμπώσου.
Άφησε τις αφιερώσεις να κάνουν τη δουλειά τους με τον χρόνο κι εσύ κάνε τη δική σου με τον καιρό. Παλιά τραγούδια. Τα έχεις ξαναπεί και με καλύτερη φωνή…
Μόνος με το θηρίο να σου πιέζει το κρανίο από μέσα. Κι έτσι το κεφάλι σου διαστέλλεται. Επιτέλους, πότε θα ακουστεί εκείνος ο κρότος της κατάφασης; Να σε δω να κρατάς το κεφάλι στα χέρια σου. Σαν τρόπαιο. Ή σαν ριπίδι για τη ζέστη. Έτσι αμέριμνα. Να μη θυμάσαι γιατί και πώς βρέθηκε μέσα στις δυο παλάμες.
Όλα σε ένα έκθαμβο καλοκαιρινό παραλήρημα, με την ακοή να παραδίνεται στα τιτιβίσματα και στα τζιτζίκια. Έτοιμη να γίνει ανάμνηση.
Δηλαδή το μέγα έλεος.


Κυριακή, Ιανουαρίου 18, 2009




d. F.


ανοίγεις την πόρτα προς το σκοτεινό δωμάτιο και βλέπεις εσένα. κλείνεις την πόρτα: και πάλι εσύ. γιατί δεν είσαι φίδι, ν' αφήνεις πίσω δέρμα και να κοιτάς μόνο μπροστά. κι όχι, επιτέλους, να κουλουριάζεσαι. κι αυτός ο χειμώνας φτάνει πια στο τέλος του. η αλήθεια είναι έτοιμη να ξεπεταχτεί στο κάθε μάτι του κλαδιού. ανάμεσα στις ζεστές μασχάλες του υβίσκου, λίγο πριν πάρει τη μορφή ενός λουλουδιού που μυρίζει βεβαιότητα - μόνο θανάτου. κι ύστερα; ύστερα η μια πραγματικότητα ενώνεται την άλλη. σε αέναο στροβιλισμό. αυτό λοιπόν είναι αιωνιότητα; αυτό.



Πέμπτη, Ιανουαρίου 15, 2009

το θηρίο στο σπίτι



d. F.


I

Το θηρίο αναδιπλώνεται πάνω στους τοίχους. Το θηρίο με βλέπει. Η αλήθεια είναι ότι αποφεύγει να με κοιτάζει˙ φοβάται μήπως πυρακτωθούν τα μάτια του ή φοβάται μήπως δεν μπορέσω παρά πια μόνο αυτά να κοιτάζω. Η καρδιά μου βρυχάται όπως το φαγκότο μετά το 2:10. Κάθε Παθητική Συμφωνία δεν μπορεί παρά να έχει ένα τέτοιο finale. Adagio lamentoso. Θυμάμαι το alegro con grazia και τώρα που το σκέφτομαι ξαναζώ το alegro molto vivace. Το θηρίο λείπει. Ξυπνώ κι όμως περιφέρεται ακόμη μέσα στο άδειο σπίτι. Μυρίζω παντού την αγωνία του. Γιατί το θηρίο είμ' εγώ...

II

Φοράω τα ρούχα του θηρίου και ντύνομαι το φόβο του. Γιατί θηρίο είναι ακριβώς επειδή φοβάται. Αν λείψει ο φόβος, τότε παύει να είναι θηρίο και γίνεται σκέψη. Έτσι χάνεται στο αχανές.

* * *

Το θηρίο ήρθε έτσι όπως έφυγε˙ σαν ξένος. Ποτέ κανείς δεν θα μάθει πόσα "ευτυχώς" καθρεφτίστηκαν στα πάλλευκα χέρια του.

* * *

Το θηρίο κάθεται με τα πόδια ανοιχτά. Κλειστή έχει μόνο την καρδιά του˙ και κλειδωμένη τη θέληση.

III

Σου μιλάω από τα σπλάχνα του θηρίου˙ με κατασπάραξε. Τώρα η φωνή μου πάλλεται μέσα του αντί για την καρδιά του. Όποιος δεν το 'χει πάθει θα το 'λεγε εκδίκηση.

* * *

Η ζωή με το θηρίο είναι ο εφιάλτης που όλοι κάποτε ποθήσαμε. Ξυπνάς κάθιδρος˙ από αγωνία ή από ηδονή;

* * *

Ξαγρυπνάω κρυφακούγοντας το θηρίο. Το θηρίο με ονειρεύεται. Ποιος κατοπτεύει ποιον;

IV

Γι' αυτό το λένε θηρίο˙ γιατί τρομάζει. Εμείς τον τρόμο μας τον ξορκίζουμε και τον λέμε πότε λογική και πότε αλήθεια. Δηλαδή ψέμματα. Το θηρίο τρομάζει και γι' αυτό μας τρομάζει.

* * *
Τίποτα πιο θλιβερό, τίποτα που να μου γεννά περισσότερη θλίψη από τον χλευασμό του θηρίου στο τσίρκο.

* * *

Το θηρίο επέστρεψε˙ στο κλουβί ή στο δάσος; Έτσι αντιλαμβάνομαι τη θεωρία της σχετικότητας.

V

Επιτέλους, χορεύω μαζί με το θηρίο. Στροβιλιζόμαστε σε ασύλληπτο ουρανό. Τριγύρω ένα σχεδόν διάφανο γαλάζιο. Το θηρίο γίνεται άγγελος κι εγώ η ιδέα που τον περιβάλλει. Γιατί, όπως και να 'χει, κάποτε υπήρξε το allegro con grazia. Αν για μια φορά συνέβη, συμβαίνει πια για πάντα μέσα στο μυαλό μου. Κι αυτό, καμιά κανονικότητα δεν μπορεί να μου το πάρει.

VI

Αυτό που ξεχωρίζει
το θηρίο
είναι που δε γνωρίζει
από θάνατο.

* * *

Μια θάλασσα βαθιά και σκοτεινή είναι τα μάτια του θηρίου. Κι εγώ που πάντα πρόσεχα τα λόγια των αρχαίων ναυτικών "να την φοβάσαι και να την αγαπάς" κρατάω πάνω απ' όλα.

* * *

Το θηρίο δεν αγγίζει˙ αγγίζεται.
Το θηρίο δε φιλάει˙ φιλιέται.
Εγώ μονάχα αποφεύγω να το σκέφτομαι,
μην πάει και μου καταπιεί το στόμα.

* * *

Ούτε θηρίο ήταν ούτε τίποτα.
Ένας μικρός μικρούλης μόνο πρίγκιπας.

VII

Το θηρίο κοιμάται. Το θηρίο ξυπνάει. Τρώει μια μπουκιά ματαιοδοξία. Και ξανακοιμάται. Η Ποίηση κανοναρχεί ερήμην του.

* * *
Φύγε, θηρίο μου, και πέτα. Η σκέψη σου διεκδικεί με πείσμα να ποτίζει σα μυρωδιά τα έπιπλα.

* * *
Το θηρίο που δεν ήσουν και το θηρίο που δεν ήμουν δεν συναντήθηκαν ποτέ.




το θηρίο στο σπίτι (VII)




Το θηρίο κοιμάται. Το θηρίο ξυπνάει. Τρώει μια μπουκιά ματαιοδοξία. Και ξανακοιμάται. Η Ποίηση κανοναρχεί ερήμην του.

* * *

Φύγε, θηρίο μου, και πέτα. Η σκέψη σου διεκδικεί με πείσμα να ποτίζει σα μυρωδιά τα έπιπλα.

* * *

Το θηρίο που δεν ήσουν και το θηρίο που δεν ήμουν δεν συναντήθηκαν ποτέ.



Τετάρτη, Ιανουαρίου 14, 2009

το θηρίο στο σπίτι (VI)




Αυτό που ξεχωρίζει
το θηρίο
είναι που δε γνωρίζει
από θάνατο.
* * *
Μια θάλασσα βαθιά και σκοτεινή είναι τα μάτια του θηρίου. Κι εγώ που πάντα πρόσεχα τα λόγια των αρχαίων ναυτικών "να την φοβάσαι και να την αγαπάς" κρατάω πάνω απ' όλα.
* * *
Το θηρίο δεν αγγίζει˙ αγγίζεται.
Το θηρίο δε φιλάει˙ φιλιέται.
Εγώ μονάχα αποφεύγω να το σκέφτομαι,
μην πάει και μου καταπιεί το στόμα.
* * *
Ούτε θηρίο ήταν ούτε τίποτα.
Ένας μικρός μικρούλης μόνο πρίγκιπας.

Τρίτη, Ιανουαρίου 13, 2009

το θηρίο στο σπίτι (V)




Επιτέλους, χορεύω μαζί με το θηρίο. Στροβιλιζόμαστε σε ασύλληπτο ουρανό. Τριγύρω ένα σχεδόν διάφανο γαλάζιο. Το θηρίο γίνεται άγγελος κι εγώ η ιδέα που τον περιβάλλει. Γιατί, όπως και να 'χει, κάποτε υπήρξε το allegro con grazia. Αν για μια φορά συνέβη, συμβαίνει πια για πάντα μέσα στο μυαλό μου. Κι αυτό, καμιά κανονικότητα δεν μπορεί να μου το πάρει.


το θηρίο στο σπίτι (IV)



Γι' αυτό το λένε θηρίο˙ γιατί τρομάζει. Εμείς τον τρόμο μας τον ξορκίζουμε και τον λέμε πότε λογική και πότε αλήθεια. Δηλαδή ψέμματα. Το θηρίο τρομάζει και γι' αυτό μας τρομάζει.


* * *


Τίποτα πιο θλιβερό, τίποτα που να μου γεννά περισσότερη θλίψη από τον χλευασμό του θηρίου στο τσίρκο.


* * *


Το θηρίο επέστρεψε˙ στο κλουβί ή στο δάσος; Έτσι αντιλαμβάνομαι τη θεωρία της σχετικότητας.



το θηρίο στο σπίτι (ΙΙΙ)




Σου μιλάω από τα σπλάχνα του θηρίου˙ με κατασπάραξε. Τώρα η φωνή μου πάλλεται μέσα του αντί για την καρδιά του. Όποιος δεν το 'χει πάθει θα το 'λεγε εκδίκηση.

* * *
Η ζωή με το θηρίο είναι ο εφιάλτης που όλοι κάποτε ποθήσαμε. Ξυπνάς κάθιδρος˙ από αγωνία ή από ηδονή;

* * *
Ξαγρυπνάω κρυφακούγοντας το θηρίο. Το θηρίο με ονειρεύεται. Ποιος κατοπτεύει ποιον;




το θηρίο στο σπίτι (II)




Φοράω τα ρούχα του θηρίου και ντύνομαι το φόβο του. Γιατί θηρίο είναι ακριβώς επειδή φοβάται. Αν λείψει ο φόβος, τότε παύει να είναι θηρίο και γίνεται σκέψη. Έτσι χάνεται στο αχανές.

* * *

Το θηρίο ήρθε έτσι όπως έφυγε˙ σαν ξένος. Ποτέ κανείς δεν θα μάθει πόσα "ευτυχώς" καθρεφτίστηκαν στα πάλλευκα χέρια του.


* * *

Το θηρίο κάθεται με τα πόδια ανοιχτά. Κλειστή έχει μόνο την καρδιά του˙ και κλειδωμένη τη θέληση.



Δευτέρα, Ιανουαρίου 12, 2009

το θηρίο στο σπίτι



Το θηρίο αναδιπλώνεται πάνω στους τοίχους. Το θηρίο με βλέπει. Η αλήθεια είναι ότι αποφεύγει να με κοιτάζει˙ φοβάται μήπως πυρακτωθούν τα μάτια του ή φοβάται μήπως δεν μπορέσω παρά πια μόνο αυτά να κοιτάζω. Η καρδιά μου βρυχάται όπως το φαγκότο μετά το 2:10. Κάθε Παθητική Συμφωνία δεν μπορεί παρά να έχει ένα τέτοιο finale. Adagio lamentoso. Θυμάμαι το alegro con grazia και τώρα που το σκέφτομαι ξαναζώ το alegro molto vivace. Το θηρίο λείπει. Ξυπνώ κι όμως περιφέρεται ακόμη μέσα στο άδειο σπίτι. Μυρίζω παντού την αγωνία του. Γιατί το θηρίο είμ' εγώ...


Πέμπτη, Ιανουαρίου 01, 2009

2009...




Ο αχειροποίητος. Ήρθες για να με πάρεις.

Κοιτάζεις αινιγματικά και περιμένεις. Διεκδικούμε

το ίδιο απαλό μωβ. Δεν με πειράζει. Αφού με δίδαξες

να πολεμώ κακούς μαντατοφόρους

και να βρίσκω μίτο για τους ολόφωτους λαβυρίνθους.

Εσύ τον βρήκες τάχα τον παράδεισο; Και τον κατοίκησες,

αγάπη, πρίγκιπά μου;

Χωράω να μπω, έστω για λίγο, μέσα; Να τον μυρίσω;

Τόσο που σ’ έχω ερωτευτεί,

που μ’ έμαθες να μη φοβάμαι τις λέξεις,

μα καθαρές να τις γυρίζω άλλοτε βότσαλα κι άλλοτε

σπασμένα κοχύλια μες στο στόμα μου. Σ’ ακούω να μιλάς

ελευθερία

και σ’ ακούω να τραντάζεις τα όρια, να τα πλαταίνεις,

να μην τα σπας ποτέ. Μέσα στα σύνορα που χάραξες

διαχέεται το φως και γράφεται το άσπιλο κλειστό νησί σου.

Αν έφτασα στον κήπο αυτόν

μόνο για να σε συναντήσω, καλώς που έζησα.

Κι ας μοιράζομαι τώρα μαζί σου και πάντοτε

την ίδια ασύμμετρη σπίθα. Ο λίβας τού απόλυτου

ξέρει να κατακαίει ως κάτω πέρα στη θάλασσα.

Ο ανήλεος δαίμονας.


Δευτέρα, Δεκεμβρίου 22, 2008

Καλά Χριστούγεννα

*

* *

* * *

* * *

* * * * *

* * * * * *

* * * * * * *

Δευτέρα, Δεκεμβρίου 15, 2008




Ο ουρανός είναι η ζεστή μας πατρίδα. Τον εγκαταλείπουμε συχνά, γιατί μας αρέσει το παιχνίδι με το άγνωστο, μας τραβά ο κίνδυνος της θάλασσας και του αγέρα, μας ελκύει μια άλλη καρδιά.

Όμως, επιστρέφουμε στον ουρανό, κι όταν τον λησμονήσουμε, όταν δεν σκεπτόμαστε πια τον τόπο όπου γεννηθήκαμε, και η ανάμνηση της παιδικής μας γης έπαψε να μας γοητεύει.

Μας διευθύνει λοιπόν η τυφλή ροή της ουσίας μας, που δεν την θάβει, φαίνεται, με την ύλη του το πλήθος των περιπετειών.

Γιώργος Σαραντάρης, Ο Ουρανός


Κυριακή, Δεκεμβρίου 14, 2008

Ήτανε κείνη τη νυχτιά που φύσαγε ο Βαρδάρης,
το κύμα η πλώρη εκέρδιζεν οργιά με την οργιά.
Σ' έστειλε ο πρώτος τα νερά να πας για να γραδάρεις,
μα εσύ θυμάσαι τη Σμαρώ και την Καλαμαριά.

Ξέχασες κείνο το σκοπό που λέγανε οι Χιλιάνοι
-- Άγιε Νικόλα φύλαγε κι Αγιά Θαλασσινή. --
Τυφλό κορίτσι σ' οδηγάει, παιδί του Modigliani,
που τ' αγαπούσε ο δόκιμος κ' οι δυο Μαρμαρινοί.

Νερό καλάρει το fore peak, νερό και τα πανιόλα,
μα εσένα μια παράξενη ζαλάδα σε κινεί.
Με στάμπα που δε φαίνεται σε κέντησε η Σπανιόλα
ή το κορίτσι που χορεύει απάνω στο σκοινί:

Απάνου στο γιατάκι σου φίδι νωθρό κοιμάται
και φέρνει βόλτες ψάχνοντας τα ρούχα σου η μαϊμού.
Εχτός από τη μάνα σου κανείς δε σε θυμάται
σε τούτο το τρομαχτικό ταξίδι του χαμού.

Ο ναύτης ρίχνει τα χαρτιά κι ο θερμαστής το ζάρι
κι αυτός που φταίει και δε νογάει, παραπατάει λοξά.
Θυμήσου κείνο το στενό κινέζικο παζάρι
και το κορίτσι που 'κλαιγε πνιχτά μες στο ρικσά.

Κάτου από φώτα κόκκινα κοιμάται η Σαλονίκη.
Πριν δέκα χρόνια μεθυσμένη μου 'πες «σ' αγαπώ».
Αύριο, σαν τότε, και χωρίς χρυσάφι στο μανίκι,
μάταια θα ψάχνεις το στρατί που πάει για το Dépôt.



Νίκος Καββαδίας, Θεσσαλονίκη, Πούσι (1947)

Δευτέρα, Δεκεμβρίου 08, 2008




Τώρα για πάντα πια κοιμάται.
Τώρα τα μούσκλια και τα χόρτα
με δάχτυλα που δε λαθεύουν
το άνθος ανοίγουν του μυαλού του.
Και το τραγουδιστό του αίμα
κυλάει σε βάλτους και λειβάδια,
γλιστράει στο σύγκρυο των κεράτων,
άψυχο στέκει στην ομίχλη,
σε βουβαλιών σκοντάφτει πόδια,
σα μια πλατιά, μια λυπημένη,
μια σκοτεινή γλώσσα, ώσπου τέλμα
να γίνει από αγωνία, πλάι
στον Γουαδαλκιβίρ των άστρων.



Fedrico Garcia Lorca
Θρήνος για τον Ιγνάθιο Σάντσεθ Μεχίας

(απόδοση στα ελληνικά Νίκος Γκάτσος)


Σάββατο, Νοεμβρίου 22, 2008





κριτική για τον καινό διαιρέτη


από τον ποιητή


Μιχάλη Παπαντωνόπουλο

Σάββατο, Νοεμβρίου 15, 2008




ένα φως αλλιώτικο την κάθε μέρα ανοίγεται στα σύννεφα κρατάει όριο στην αγκαλιά της απουσίας σου η προσευχή που ζω σαν σε αγγίζω βαθιά μέσα στο χάδι και των ματιών ο μαύρος ήχος γλυκό σημάδι


ένα φως αλλιώτικο την κάθε μέρα

ανοίγεται στα σύννεφα

κρατάει όριο στην αγκαλιά

της απουσίας σου


η προσευχή που ζω σαν σε αγγίζω

βαθιά μέσα στο χάδι

και των ματιών ο μαύρος ήχος

γλυκό σημάδι




Παρασκευή, Νοεμβρίου 14, 2008






μη μου μιλάς μόνο για ποίηση, μίλα μου για ζωή


Σάββατο, Νοεμβρίου 08, 2008




σήμερα κάρφωσα την πρώτη λέξη



Πέμπτη, Νοεμβρίου 06, 2008





περπατούσα μέσα στα φώτα μιας πόλης που είχε μιλήσει άσχημα για μένα
παραπατούσα
εσύ έγραφες ποιήματα κάτω απ' το φανάρι -ή έτσι μου φαινόταν-
έχοντας πρώτα σβήσει τζάμια και πάλι τζάμια
δεν με είδες
όμως αν θέλεις είμαι σίγουρος
πώς κάπου μέσα στα γραπτά σου είναι η θλίψη μου
και η μεγάλη αιωνιότητα.




Κυριακή, Νοεμβρίου 02, 2008





αν η Ποίηση είναι προσευχή,
τότε προσεύχομαι για σένα
στον αιώνα
(μηνός Νοεμβρίου
μοιραία επανάληψη)





Πέμπτη, Οκτωβρίου 30, 2008

ΜK




Η μοναξιά είναι –θα πρέπει να ’ναι– για τον ποιητή ό,τι ο αέρας και το νερό για το λουλούδι. Μέσα στη μοναξιά ανθίζει η ποίηση. Από τη μοναξιά του ποιητή κραταιώνεται. Μέσα στους κόλπους της μοναχικότητας και μόνο βρίσκει τη δύναμη ο ποιητής να αντιπαρατεθεί στον μεγάλο του αντίπαλο: στον εαυτό του˙ και να βρει τον πιο μεγάλο του σύμμαχο: τον εαυτό του πάλι.

Μόνος ξεκινά κανείς μέσα στην ποίηση, για να συντελεστεί το μέγα μυστήριο της ένωσης με τον άλλο. Τον κάθε άλλο. Τον εδώ ή τον πέρα. Τον εντός μας και τον δίπλα μας. Για να του ψιθυρίσουμε αλήθειες και όνειρα. Για να γυμνωθεί ο ποιητής ως την άκρα ταπείνωση. Και να εισπράξει την απροσμέτρητη ανταμοιβή. Τη μέθεξη στο θαύμα.




Τρίτη, Οκτωβρίου 28, 2008

ΜK




Ο Χρόνος, που καθαγιάζει. Ο Χρόνος, που γλύφει και λαξεύει, που θάβει για να αναστήσει. Μέσα απ’ το σκοτάδι του ξαναγεννιούνται και αναφαίνονται αγιασμένα πια όσα άντεξαν. Στο διάστημα που κρύφτηκαν, ο Χρόνος γίνεται κριτής, κι όταν πια ορθώνονται ενώπιόν του, έχουν γύρω τους την αύρα της αγιότητας. Και τη βεβαιότητα του πλέον αμετάκλητα αιώνιου.



Σάββατο, Οκτωβρίου 25, 2008

ΜK


Τα τέρατα είναι παντού, είναι ολόγυρα κι εντός μας. Είναι εκείνα που εμποδίζουν την ψυχή, ελεύθερη και καθαρή, να πετάξει στο ταξίδι της ένωσής της με το αρχέτυπο, με το καθρέφτισμά της το άφθαρτο, το αιώνιο. Ποιος άραγε έξω απ’ τον ποιητή μπορεί να μπαινοβγαίνει απ’ τον έναν κόσμο στον άλλο, με ποια οδύνη, ποια απώλεια, με ποια δύναμη και αντλημένη από πού; Ποιος σκορπάει δίχως φειδώ τις δυνάμεις του, ποιος αφήνει το αίμα του να χύνεται, σαν το μελάνι πάνω στο χαρτί, ποιος, τέλος, κάνει την αποκοτιά να τριγυρνά σαν κριάρι ελεύθερος και να τσακίζει κλώνους άστρων;



Τετάρτη, Οκτωβρίου 22, 2008

ΜK



Η ποίηση τις περισσότερες φορές έχει τις ρίζες της στο παρελθόν, πάντα όμως ανήκει στο μέλλον. Ο ποιητής αντλεί δυνάμεις από το βιωμένο παρελθόν, από το δραματικό παρόν και τις μετουσιώνει σε ποιότητες μέλλοντος. Κι ακόμη παραπέρα. Βγαίνει έξω απ’ τη διάσταση του χρόνου. Βιώνει πολλές φορές το τραύμα της απόρριψης, της αμφισβήτησης, της άρνησης του καιρού του. Αλλά ο γνήσιος, ο συνειδητός ποιητής ξέρει πως γράφει για το άχρονο. Όχι για το παρελθόν, όχι για το παρόν, δεν γράφει καν για το μέλλον. Γράφει για το άχρονο. Εξαπολύει ενέργεια από τα έγκατα της δικής του καταβύθισης κι αυτή όλο διαστέλλεται για να οριοθετήσει τη θέση της στο άπειρο.



Τρίτη, Οκτωβρίου 21, 2008

ΜK



Κάθε ποιητής γράφει για να ανακαλύψει τον εαυτό του και μαζί τον κόσμο. Γράφει για να χτίσει απ’ αρχής ένα σύμπαν, να μπει και να το κατοικήσει. Στο σύμπαν αυτό δεν υπάρχει κανείς άλλος, παρά μονάχα ο ποιητής και η Ποίηση. Όσοι το προσεγγίζουν είναι επήλυδες που ευλογούνται να κοινωνήσουν σ’ αυτή την ιερή, την αμόλυντη σχέση, την καθαγιασμένη, που απλώνεται από την ύβρη της αλαζονείας ως την εξιλέωση της άκρας ταπείνωσης. Στο σύμπαν αυτό ο ποιητής είναι θεός και άνθρωπος, είναι αγαθοποιός και καταστροφέας, άγγελος και δαίμονας, και γύρω η Ποίηση, να ενώνει τις διαφορετικές αυτές διαστάσεις. Κανείς, ποτέ δεν μπορεί να μπει και να διαταράξει αυτή την λεπτή ισορροπία της οντογένεσης.



Κυριακή, Οκτωβρίου 19, 2008

ΜK



Πώς αιχμαλωτίζει κανείς τη στιγμή; Πώς αναμετριέται με την αιωνιότητα; Μέσα απ’ τον έρωτα. Και μέσα από την αλήθεια. Όταν σε ώρα κορυφής σταθείς να λογαριάσεις τα βήματα που έκανες, έχεις φτάσει πια να κοιτάζεις από την άλλη μεριά του ύψους, ξέρεις πως όσα σου απομένουν –πολλά ή λίγα δεν έχει σημασία– πρέπει να τα μετρήσεις καλά, να τα βαδίσεις στέρεα. Τότε είναι η ώρα για να αποτυπώσεις ένα ΜK. Ανάμεσα σε σένα και το χρόνο, στην αλήθεια και τη μνήμη. Σκαλίζεις τα αρχικά σου στην επιφάνεια του παντοτινού, μόνο γιατί το σκέφτηκες. Μόνο γιατί το θέλησες, αρκεί να εκβιάσεις την αιωνιότητα.


Σάββατο, Οκτωβρίου 18, 2008






κρατάω την αναπνοή μου


και μετράω...




Δευτέρα, Οκτωβρίου 13, 2008






απ' την αγάπη


η ανάμνηση του φίλου


έξαφνα παίρνει

την κρυφή μορφή τού





Κυριακή, Οκτωβρίου 12, 2008

Τετάρτη, Οκτωβρίου 08, 2008







8 Οκτωβρίου 2008


(πώς αλλιώς, αφού αγαπιούνται οι άνθρωποι)




Δευτέρα, Οκτωβρίου 06, 2008

Τετάρτη, Οκτωβρίου 01, 2008




Ρωμανού του Μελωδού

μνήμη και αγάπη



Κυριακή, Σεπτεμβρίου 14, 2008








κριτική για τον






στο ηλεκτρονικό περιοδικό



Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 10, 2008




τη Ζωή


και την Ποίηση


έτσι να τις ξοδεύεις,


Πρίγκιπά μου,


όπως ο Ραμόν


το γάλα


στην καρδάρα...




Κυριακή, Σεπτεμβρίου 07, 2008

στον σαμάνο απ' τον ουμάνο





τις τελευταίες μέρες ακούω μανιωδώς
τον Φορτίνο Σαμάνο του Θανάση Παπακωνσταντίνου
(πάντα, όταν μ' αρέσει ένα τραγούδι,
κολλάω στο άκουσμά του για καιρό
μέχρι να με διαλύσει).


κι ύστερα...πέφτω ξαφνικά πάνω σ' αυτή την είδηση.


το θαύμα ζει παντού,
ακόμη και
μέσα στο πιο ζοφερό σκοτάδι.





Σάββατο, Αυγούστου 30, 2008

Τρίτη, Αυγούστου 26, 2008

Τετάρτη, Αυγούστου 20, 2008

ο Ουμάνος κι ο Ρουμάνος




ένας τόσος δα Ουμάνος
κι ένας γίγαντας Ρουμάνος
αγαπήθηκαν
και σαν φίλοι στον αιώνα
μάδησαν μιαν ανεμώνα
και κοιμήθηκαν.



Σάββατο, Αυγούστου 02, 2008




Σ' αγαπώ, σ' αγαπώ,
μ' ακούς


Τρίτη, Ιουλίου 29, 2008

S i n f o n i a – σ υ μ φ ω ν ί α τ ο υ χ ρ ό ν ο υ


Ναι!
Συναίνεσε ο Χρόνος
Έτρεξε βήμα με ταχύτητα την πιο μικρή σου σκέψη,
Ευλογημένη διατάραξη,
Πάντοτε ζούσες να την περιμένεις
Χρόνια
Γυρίζοντας
Στο ίδιο σημείο πάντοτε βρισκόσουν, της αρχής
Του τέλους
Ο μίτος ένας κύκλος δίχως κόμπο.

Ναι!
Όχι, δεν είπες όχι, στον κρατημένο χώρο για το ναι
Έσκαψες να συλλάβεις σώμα
Που ακόμα ούτε μορφή, ούτε όνομα, μόνο το άγγιγμά του νιώθεις
Και το ξέρεις που σώμα σου έγινε.

Ήρθε να σε βρει
Σαν πάντα ανέτοιμο,
Σαν πάντα ολάνοιχτο στρωμμένο χώμα κάτω από μετεωρισμό
Να γέρνουν οι αγαπημένοι ν’ αναπαύονται στις σκέψεις που ζέσταινες
Αν και σε τόπο ξένο, εχθρικό πριν απ’ τη σύλληψη.
Όμως να,
Ακούγεται φωνή αναπάντεχη ώρα
Όπως ερχόταν καθαρή απ’ το πάντοτε
Κι έκλεινε πίσω σου σταυρώνοντας τις πόρτες
Όρθια, μες στον άνεμο πατώντας πάνω, κραταιά ως αιωνιότητα.

Έτσι βουβά, όπως γυρίζεις το βλέμμα,
Γύρισε ο κόσμος.

Και τώρα οι δυο μας Εγώ
Κι ανάμεσα
Μεταίχμιο κορμί που πάνω του φιλιά δαγκωματιές γράφω ποιος είμαι.

Ο πολύς, ο ατέλειωτος χρόνος
Απλώνεται
Σαν γενέθλια μέρα
Δίχως τέλος ορθώνεται γύρω σου

Μ’ ανοιχτές τις παλάμες ορίζοντα
Καρφωμένος σαν κέντρο από δρόμους φυγόκεντρους
Ξυπνούσες και κοιμόσουν με σύμβολο στα δυο σπασμένο μισό όνειρο
Τ’ άλλο μισό ψάχνοντας να συμπληρώσεις ανάγλυφα πρόσωπα άγνωστα
Μέλλον σου, πώς μπερδεύεται τώρα παρόν!

Ξαφνική, κατακόρυφη ανάληψη ως τον τόπο που σου ’λαχε
Πάνω σε γραμμές τραβηγμένες
Όταν πολύ πριν γεννηθείς εκείνος έλεγε
Και έκλαιγε πικρά
Μην και χυθεί απ’ τις παλάμες το φως το τρεμάμενο
Ακυρίευτο τον αφήνει και έρχεται, τώρα φως σου.

Έγινε κρίκος σφιχτός στο λαιμό και στη γλώσσα
Η αλήθεια συμπύκνωση έξω απ’ το σώμα σου
Που με μόχθους πολλούς, με ζητώ, ό,τι απέμεινε
Απ’ τα άνυδρα φρέατα, απ’ τα όνειρα τα ξερικά
Τη δροσίστηκες.

Ναι λοιπόν!


Δευτέρα, Ιουλίου 21, 2008

Paul Celan

Υπήρχε χώμα μέσα τους, και
αυτοί έσκαβαν.

Έσκαβαν κι έσκαβαν, έτσι περνούσε
η μέρα τους, η νύχτα τους. Και δε λάτρευαν θεό,
που, έτσι είχαν ακούσει, όλα αυτά τα ήθελε,
που, έτσι είχαν ακούσει, όλα αυτά τα γνώριζε.

Έσκαβαν και δεν άκουγαν τίποτα πια,
δεν έγιναν σοφοί, δεν επινόησαν κανένα τραγούδι,
δε βρήκαν καμιά γλώσσα.
Έσκαβαν.

Ήρθε γαλήνη, ήρθε θύελλα,
ήρθαν όλες οι θάλασσες.
Εγώ σκάβω, εσύ σκάβεις, σκάβει ως και το σκουλήκι,
κι αυτό που τραγουδά εκεί λέει: σκάβουν.

Ω ένα, κανένα, ουδένα, ω εσύ:
πού πήγε αυτό που δεν πήγαινε πουθενά;
Ω εσύ σκάβεις κι εγώ σκάβω,
κι εγώ σκάβω εντός μου ως εσένα
και στο δάχτυλό μας ξυπνά το δαχτυλίδι.



από το βιβλίο του Paul Celan, Die Niemandsrose
μετάφραση Γ.Ε.
(dem Fürsten)

Τετάρτη, Ιουλίου 16, 2008

Emily Dickinson


I died for beauty


Πέθανα για την ομορφιά
Κι έρημη με έβαλαν στον τάφο
Κι έναν που πέθανε γι’ αλήθεια
Δίπλα μου έθαψαν μονάχο.

Ρώτησε γιατί είχα πεθάνει
Και είπα «για την ομορφιά»
«Εγώ» είπε «για την αλήθεια,
κι είμαστε τώρα συντροφιά».

Κι έτσι μια νύχτα σαν αδέλφια
Μιλήσαμε απ’ τα δώματά μας
Ώσπου έφτασαν στα χείλη μούσκλια
Και κάλυψαν τα ονόματά μας.

μετάφραση Γ.Ε.

αχ, Έμιλυ, Έμιλυ, σήμερα μου έκανες ένα δώρο ανέλπιστο, που από καιρό ζητούσα...


Κυριακή, Ιουλίου 13, 2008

Τάσος Λειβαδίτης



  • Ο πρώτος στίχος
  • Οι ορτανσίες
  • Το παράπονο του ποιητή


(από τα Χειρόγραφα του Φθινοπώρου)


Πέμπτη, Ιουλίου 10, 2008

Rainer Maria Rilke


Alles noch nie gesagte



Πιστεύω σε όσα ανείπωτα ως τώρα παραμένουν.
Οι πιο μεγάλοι πόθοι μου θέλω να εκπληρωθούν.
Όσα δεν τόλμησε κανείς ποτέ να λαχταρήσει
Πρέπει για μένα πάντοτε να μοιάζουν προσταγή.

Αν είναι αμάρτημα αυτό, συχώρα με, Θεέ μου
Μα θέλω τώρα μοναχά ετούτο να σου πω:
Η πιο μεγάλη δύναμη πρέπει να είν’ η ορμή μου
Δίχως θυμό, χωρίς οργή, κανένα δισταγμό
Έτσι όπως τα μικρά παιδιά κι εσένα σ’ αγαπούν.

Σ’ αυτή την ξέχειλη, γοργή κι ορμητική πορεία
Μέσα από χίλιες αγκαλιές σε θάλασσα ανοιχτή
Όπως θεριεύει η κίνηση εμπρός και προς τα πίσω
Θέλω να εξομολογηθώ, θέλω να σου μιλήσω
Όπως κανείς ως σήμερα δεν σου ’χει απευθυνθεί.

Κι αν είν’ αυτό αλαζονικό, ας είμαι αλαζόνας
Ώστε να στέκει αντίκρυ σου αυτή μου η προσευχή
Τόσο σεμνή και μοναχή,
Μπροστά στο νεφελόγερτο ωραίο μέτωπό σου.

μετάφραση Γ.Ε.

Τρίτη, Ιουλίου 08, 2008

Pablo Neruda

Γερμένος τ' απογεύματα ρίχνω τα δίχτυα της θλίψης μου
στα ωκεάνειά σου μάτια.

Εκεί στην μέγιστη πυρά η μοναξιά μου θεριεύει και φουντώνει,
κλείνοντας την αγκαλιά μου σαν του πνιγμένου.

Στέλνω μηνύματα κινδύνου στην απουσία των ματιών σου
των μυρισμένων θάλασσα ή ακτή δίπλα στον φάρο.

Απομένεις στο σκοτάδι, μακρινή γυναίκα,
στο βλέμμα σου κάποτε αναδύεται ακρογιαλιά του τρόμου.

Γερμένος τ' απογεύματα τινάζω τα δίχτυα της θλίψης μου
στη θάλασσα που συντρίβεται απ' τα ωκεάνειά σου μάτια.

Τα νυχτοπούλια ραμφίζουν τα πρώτα αστέρια
που λάμπουν όπως η ψυχή μου όταν σ’ αγαπώ.

Καλπάζει η νύχτα πάνω σε σκοτεινή φοράδα
σκορπίζοντας γαλάζια στάχια στον κάμπο.



Pablo Neruda, Veinte poemas de amor
y una canción desesperada, 1924
(Poema 7)
μετάφραση Γ.Ε.

Κυριακή, Ιουλίου 06, 2008

Paul Éluard


Η αγαπημένη

Όρθια στέκει πάνω από τα βλέφαρά μου
Και τα μαλλιά της είναι μέσα στα δικά μου
Έχει το σχήμα των χεριών μου
Έχει το χρώμα των ματιών μου
Βυθίζεται μες στη σκιά μου
Όπως λιθάρι μες στον ουρανό

Τα μάτια της πάντ’ αγρυπνούν
Και δε μ’ αφήνει πια να ησυχάσω
Τα όνειρά της μες στο πλέριο φως
Κάνουν τους ήλιους να αχνίζουν
Κάνουν κι εμένα να γελώ, να κλαίω μα και να γελώ,
Και να μιλώ δίχως να έχω τίποτα να πω.

μετάφραση Γ.Ε.

Τετάρτη, Ιουλίου 02, 2008

3-7-2008




Και δε μιλώ σε σένα,
γιατί αύριο θα ’ρθείς.


Σάββατο, Ιουνίου 28, 2008

στον Πρίγκιπα...

Στην αλήθεια να μείνω
Άφησέ με πάντα
Στη δυστυχία ποτέ,
αλλά να υμνώ
Εσάς κατοικίες του ουρανού
εκεί που έχτισαν τον ναό
Και τρίποδα και βωμό
Όμως
κάτω απ’ τις κορφές
να υμνώ τον ήρωα
Της Γερμανίας τη νιότη – των παλαιών πόλεων την οργή –
ένας πολίτης έχει

Friedrich Hölderlin, Αποσπάσματα, στον Πρίγκιπα
(μετ. Θανάσης Λάμπρου)

Σάββατο, Ιουνίου 14, 2008

λυσιμελής...




Λυσιμελής, λυσιμελής,

μα ως πότε πια θα αμελείς;

Παρέλυσαν τα χέρια;

Κι αν δεν ακούγομαι αφελής,

μόλις αδειάσεις, με εκτελείς,

μόνο … να είν’ αιθέρια… ;)




Τρίτη, Ιουνίου 10, 2008



Το σ’ αγαπώ που δεν σου είπα
το έχω χάσει κάπου ανάμεσα στη δεύτερή μου σκέψη.


Μία στιγμή, τόσο διαρκεί, όσο η επιθυμία

και η ματαίωσή της, κι ύστερα
τόσες αμέτρητες στιγμές στην επανάληψη

της μνήμης, της ανάμνησης

και τώρα
στην ώρα αυτή που το διαβάζεις. Μάταιο

σ’ αγαπώ. Ή μάταια σ' αγαπώ;

Η απάντηση βρίσκεται πάνω στο χαρτί.

Και η τιμωρία επίσης.



Τρίτη, Ιουνίου 03, 2008

απορία

πώς θα ήταν άραγε αν απαντούσε το εγώ στο εσύ; κι αν, τότε αντικρυστά ή να παρεμβάλλεται; οπωσδήποτε το εγώ κρύβει πάντα μια δύναμη αλαζονείας ή αφέλειας, δεν έχει σημασία. πάντως αλήθειας και αμεσότητας. θα το δοκιμάσω.

Κυριακή, Ιουνίου 01, 2008





Η Ποίηση πέθανε.


Ζήτω η Ποίηση!


(αφιερωμένο)



Πέμπτη, Μαΐου 29, 2008

converging lines

Στις 11 Μαρτίου 2008 στο Dasein πραγματοποιήθηκε ποιητική συνάντηση 4 βρετανών

(Julia Copus, Antony Dunn, Matthew Hollis και Clare Pollard)

και 4 ελλήνων ποιητών

(Μαριγώ Αλεξοπούλου, Γιάννης Ευθυμιάδης, Μιχάλης Παπαντωνόπουλος και Βασίλης Ρούβαλης)

στα πλαίσια του προγράμματος converging lines.

Θεωρία για την Κατάληξη του BIG BANG


Το Big Bang της σύλληψης –
μια στιγμή.
Πότε; Ούτε κι ο χρόνος δεν το ξέρει
στο χείλος της βουβής αταραξίας των νερών, λίγο πριν από την πτώση
κι έπειτα εκρήξεις ιδεών καταστερισμοί νοημάτων πλημμύρες
λέξεων εγκατακρημνίσεις αισθημάτων βροχή λεοντιδών και
φθόγγων
ώσπου να γεννηθεί εκεί στην άκρη της μοναδικότητας
ένας πλανήτης
βυθισμένος στην περίκλειστη σιωπή του…

Αργά αργά αναδύεται ωραία, γιατί πρώτη,
η Πανγαία του.

Και πάντα πίσω απ’ όλα αυτά βρίσκεται
ένας Νους
κι ένας αγώνας ανάμεσα
σε δύο θηρία – πες έρωτας.

Αρχίζουν τότε άνεμοι
και πότε κύματα, λίγο εδώ
λίγο εκεί κατατρώγοντας τον βράχο στο σχήμα μιας έλλειψης
ευεργετικά
ανελέητα
να γλείφουν το σώμα
που μια θα πέφτει στο βλέμμα του ενός κι άλλοτε
θα χαράζει τη συνείδηση του άλλου
ταξιδεύοντας.
Μέχρι πού; Ούτε κι εγώ δεν το ξέρω,
ούτε κι αυτό το ίδιο το γνωρίζει, έτσι καθώς γεννιέται
με την αναζήτηση του ορίου και με τη βεβαιότητα του τέλους του.

Συνεπώς
Το ποίημα είναι σύμπαν που διαρκώς διαστέλλεται.



Κυριακή, Μαΐου 18, 2008

Η Ποίηση είναι το τι ή το πώς; Ένα τι που κρύβεται μέσα σε ένα πώς ή ένα πώς που εγκολπώνεται ένα τι; Από τη μια πλευρά του ποταμού είναι το τι κι από την άλλη το πώς. Κι η Ποίηση κυλάει πάνω σε ένα μονόξυλο. Το ρεύμα πότε την πάει απ’ τη μια πότε απ’ την άλλη.

Παρασκευή, Μαΐου 09, 2008

η μέρα ήτανε ζεστή και ποιητική...


dem Fürsten

Η Ποίηση είναι σαν τη σκιά. Όσο την κυνηγάς, τόσο εκείνη φεύγει. Κι όποτε πας να της ξεφύγεις, σε καταδιώκει ανελέητα.

Ποια μέρα είναι μέρα ποιητική, μέρα σύλληψης και μέρα δημιουργίας; Νομίζω, μια μέρα αδιάφορη. Η Ποίηση, θέλω να πω η σπουδαία Ποίηση – η απομακρυσμένη από τα άνυδρα γεγονότα κι από τα υπερεκτιμημένα συναισθήματα – είναι τις πιο πολλές φορές αποτέλεσμα μιας απαρατήρητης κανονικότητας. Είναι οι μέρες, οι ώρες που το μυαλό απομένει απολύτως καθαρό έξω από το σκοτάδι της θλίψης ή της ανησυχίας και πέρα από το θάμπος της χαράς που σβήνει τα μεγέθη όπως ο δυνατός ήλιος τα σχήματα και τα χρώματα. Και τότε, στην ουδέτερη ζώνη ενός γκρίζου είναι που αναδύεται το έως τότε ανέκφραστο.

Το ζήτημα είναι να μπορέσεις να το μεταφράσεις πρώτα στη συνείδησή σου κι ύστερα στη γλώσσα σου. Κι έπειτα να κρίνεις τι απ’ αυτό είναι καλό, τι αξίζει να κρατήσεις και τι να πετάξεις. Ο αληθινά μεγάλος δημιουργός κρίνεται και, για να μην πω κυρίως, σ’ αυτό το επώδυνο στάδιο. Δεν είναι η έμπνευση, η εμμανής γραφή, αλλά η νηφάλια επιλογή και η επεξεργασία που φέρνει την πιο μεγάλη οδύνη. Κι είναι εκεί που θα αρθεί κανείς πάνω από την τέχνη του, πάνω κι απ’ την ίδια του την αγάπη για την τέχνη. Μόνο που πολλές φορές – τις πιο πολλές φορές – χρειάζεται χρόνος, επανέλεγχος, κρίση πάνω στην κρίση, έξω από τη συναισθηματική βιωμένη αστάθεια της καθημερινότητας. Ή άλλοτε πάλι πρέπει όλα τούτα να τα ξεχάσεις. Και μαζί και την Ποίηση. Και τότε αυτή σαν εμμονή έρχεται και σε βρίσκει πάλι και πάλι εκβιάζοντας το μέλλον της, μέσα από σένα, μικρέ, μικρέ μου Υάκινθε…

Δευτέρα, Απριλίου 14, 2008

Τζένη Μαστοράκη

Σκέφτομαι, πώς ξεκινά κανείς να γράφει ποίηση;
Μας κυνηγούν εχθροί και φαντάσματα, μας καταδιώκουν ώσπου φτάνουμε στο χείλος ενός γκρεμού. Κάποιοι θαρραλέοι – ή ίσως και δειλοί – ορμούν και πέφτουν στην άβυσσο. Και τότε, τι παράξενο, ενώ οι πιο πολλοί πέφτουν στο κενό, κάποιοι μένουν εκεί. Μετέωροι στο φως.

Η Τζένη Μαστοράκη βιώνει αυτή την άγρια καταδίωξη από πολύ νωρίς. Σχεδόν παιδί ξεκινά να γράφει, να γράφει ως συνειδητοποιημένη ποιήτρια. Και εκδίδει την πρώτη της συλλογή μόλις στα 1972. Αρθρώνει έναν λόγο απλό, εφηβικό, φορές οργισμένο, φορές παραπονεμένο, άλλοτε νικά η πίκρα, άλλοτε η απογοήτευση, άλλοτε η δύναμη και η ορμή! Και πρώτα πρώτα οι Μύθοι. Πρέπει να αναμετρηθεί με τους παλιούς μύθους, να τους γνωρίσει κι έπειτα να φτιάξει τους δικούς της. Να χτίσει έναν περίκλειστο παράδεισο και να τον κατοικήσει. Εκεί μαζεύει ένα ένα τα υλικά της, υλικά γλώσσας, υλικά σκέψης αλλά κυρίως αισθημάτων, για να πορευτεί ποιητικά. Η πρώτη της αναμέτρηση «Τα πρόσωπα και οι θεσμοί». Ο Προμηθέας, ο Χριστός, ο Δούρειος Ίππος:

Τους μύθους αυτούς τους αποδομεί για να ξεδιαλέξει μέσα από την σκληρή ειρωνεία, συχνά τον αυτοσαρκασμό, την ωμοφαγία του ίδιου της του εαυτού τα δικά της ποιητικά μέσα. Στίχοι όπως:

Πρέπει να ’ναι δύσκολη
η δουλειά του ποιητή.
Προσωπικά, δεν το ξέρω.
(Διόδια, σελ. 33)

ή

Τούτη την ύστερη ώρα
σε δυναστεύουν ακόμα
οι γραφιάδες, οι πόρνες
οι ιεροκήρυκες
και συ ονειρεύεσαι πάντα
μια επική συνθηκολόγηση
στις διαστάσεις του Δούρειου Ίππου.
(Διόδια, σελ. 40)

ή

Αποτάσσομαι, είπα, τον σατανά.
Έκανα δήλωση μετανοίας
στο Θεό και στην
καθεστηκυία τάξη.
(Διόδια, σελ. 41)

είναι ενδεικτικοί.

Συχνά η βάση του ποιήματος θεμελιώνεται στον κοινωνικό προβληματισμό:

Τώρα πια ξέρουμε
πως τα μήλα στα καφάσια
έχουνε τη δική τους λάμψη
και τα φτηνά παπούτσια
στα υπόγεια της Αιόλου
συνθέτουν βουβά το εμβατήριο
όλων των λαών της γης.
(Διόδια, σελ. 12)

Τα πρώτα υλικά είναι οι άνθρωποι, τα πράγματα, όσα μπορεί να δει κανείς στο επίπεδο του άμεσα αντιληπτού συντροφεμένα από νεανικό ρομαντισμό και μια διάθεση να βυθιστεί στον στοχασμό:

Βουλιάζουμε ολοένα και πιο βαθιά
μέσα μας.
Αποκρυπτογραφούμε τους ήχους
της απόλυτης σιγαλιάς
και οι κραυγές των χρωμάτων
μας πληγώνουν.
(Διόδια, σελ. 22)

Η μετεφηβική φωνή:

Δραπετεύει μέσα απ’ τις λέξεις
που δεν είπε.
Τρομάζει να περιμένει
αυτό που δε θα ’ρθει.
Τρομάζει στη σκέψη
αυτών που δεν έγραψε.
(Διόδια, σελ. 23)
Παρατηρεί με πλάγια ματιά τους θεσμούς και τους ανασυνθέτει:

Ο άγνωστος στρατιώτης
διεκδικεί τα δικαιώματα
της αφανείας του.
(Διόδια, σελ. 16)

Κυρίαρχο πρόσωπο το α΄πληθυντικό του συλλογικού βιώματος (αφού ακόμα η ποιήτρια μοιράζεται το αντιληπτό και το βιωμένο) και πιο δειλά και αραιά το α΄ενικό της εξομολόγησης και του αυτοπροσδιορισμού:

Οι μεγάλοι
κουβαλούν πάντα μέσα τους
το παιδί που υπήρξαν
στο δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο
το κορίτσι που δεν πρόφτασαν να φιλήσουν
έναν αγιάτρευτο καημό λαχανίδας.
Όνειρα συνοικιακά
σα μια μοτοσυκλέτα με καρότσα
για πολυμελείς οικογένειες.
Εμείς
κουβαλάμε, απλούστατα, μέσα μας
τους μεγάλους.
(Διόδια, σελ. 27)

Η Μαστοράκη

Διεκδικεί τη μοναδικότητα
της ύπαρξής της.
(Διόδια, σελ. 36)

Δραπετεύει μέσα απ’ τις λέξεις
που δεν είπε.
(Διόδια, σελ. 23)

Καταθέτει ακριβές λεπτομέρειες από τη ζωή της – πώς αλλιώς; – στοιχείο που παρακολουθεί κανείς ευδιάκριτα και στη δεύτερη συλλογή, Το Σόι:

Με την πρώτη κιόλας ποιητική της συλλογή πληρώνει τα Διόδια και εισέρχεται στην Ποίηση ως δυνατή και αυτόνομη φωνή.

Πρώτη πράξη η εγκατάσταση στον περίκλειστο παράδεισο της ποίησης. Δεύτερη: το ξεκαθάρισμα λογαριασμών. Όταν βρεθεί κανείς στην επικράτεια της Ποίησης – συνήθως ξαφνικά και ανέλπιστα – μόλις συνειδητοποιήσει πού βρίσκεται και στρέψει το βλέμμα του πίσω, πρέπει να ξεκαθαρίσει λογαριασμούς με το παρελθόν, να κάψει τα φαντάσματα και να αγιοποιήσει τους αγαπημένους. Κι αφού τους στήσει εκεί στο ποιητικό εικονοστάσι, έπειτα, σαν να έχει μεταλάβει, πορεύεται προς την απόλυτη ελευθερία.
Η ίδια το είχε προβλέψει πολύ νωρίτερα :

Περνάω τώρα στην ηλικία των διαπιστώσεων.
(«αυτοβιογραφία», Διόδια, σελ. 49)

Στο Σόι παλιά χρέη και οφειλές ξεπληρώνονται. Κυριαρχούν οι παρελθοντικοί χρόνοι της αναδρομής και της αφήγησης. Μπροστά στα μάτια τού αναγνώστη παρελαύνουν συγγενικά πρόσωπα, παραμύθια, δοξασίες, κοινωνικά σχόλια, ό,τι συνθέτει δηλαδή την έννοια του Σογιού και όχι της Οικογένειας (η επιλογή του τίτλου είναι εύστοχη συμπύκνωση των προθέσεων της ποιήτριας). Κυριαρχεί κι εδώ το α΄ενικό της εξομολόγησης αλλά και το β΄ενικό της «συνενοχής». Ο αναγνώστης γίνεται αποδέκτης και συνένοχος της ένοχης αποκάλυψης. Δραματοποιημένος, θαρρείς πως το κάθε ποίημα γράφεται για να του αποκαλυφθεί ή για να του ομολογήσει. Οι τίτλοι είναι ενδεικτικοί: τα γεννητούρια, οικογενειακό συμβούλιο, τα παντρολογήματα, η χαρά της μητρότητας, αλλά και η θεία Πέρδικα, ο Θανάσης. Στήνεται ένα πολυάνθρωπο σκηνικό φτιαγμένο από παιδικές μνήμες, εφηβικές πληγές και νεανική ορμή. Η ματιά της ποιήτριας είναι κριτική απέναντι στον κόσμο αλλά και απέναντι στον εαυτό της. Είναι εντυπωσιακό το πώς διαπλέκει το προσωπικό με το συλλογικό βίωμα, την προσωπική ή οικογενειακή μυθολογία με την Ιστορία και την Ποιητική ιδωμένα μέσα από την σκληρή, δηκτική ματιά του αιώνιου έφηβου. Η γλώσσα της είναι απλή, με την ανελέητη ειλικρίνεια και ευθύτητα του παιδιού που…δεν χαρίζεται:

Το ξεκαθάρισμα λογαριασμών με το παρελθόν, η αποτύπωση του συλλογικά βιωμένου την αφήνει πλέον ελεύθερη να απεκδυθεί την «οικογενειακή», την «κοινωνική» της ταυτότητα και να απομείνει μονάχα με την άλλη υπόσταση, την ποιητική.

Στο σημείο αυτό επιτρέψτε μου, κι ας μου επιτρέψει και η ίδια, μια απολύτως υποκειμενική κρίση (άλλωστε τι νομιμότερο στην Ποίηση από το υποκειμενικό;)

Ανάμεσα στο Σόι και στην τρίτη συλλογή, τις Ιστορίες για τα βαθιά υπάρχει ένα ποιητικό άλμα από τα πιο γενναία και απροσδόκητα στα ελληνικά ποιητικά μας πράγματα. Μια ποιητική μετατόπιση τόσο έντονη, σχεδόν κοσμογονική.

Με τις Ιστορίες για τα βαθιά συντελείται μια βαθιά αλλαγή στο ποιητικό σύμπαν της Μαστοράκη. Σχεδόν παύει να περισκοπεί τα ανθρώπινα (και μάλιστα πόσο απότομη η αλλαγή, αν κάνει κανείς συγκρίσεις με το κοινωνικό πανδαιμόνιο που επικρατεί στο Σόι) και εστιάζει στην προσωπική της σχέση με το ίδιο το ποιητικό φαινόμενο. Εγκαταλείπει τα ανθρώπινα δράματα για να αναζητήσει τα ποιητικά οράματα. Η Μαστοράκη επιλέγει μια καταβύθιση στην ίδια την ποιητική λειτουργία. Σχεδόν στο σύνολό τους τα ποιήματα της συλλογής είναι ποιήματα Ποιητικής. Ο ρόλος της Ποίησης, οι λειτουργίες του ποιητή, η ευλογία να μοιράζεσαι το αμετάδοτο, ο κοινωνός αποδέκτης. Αλλάζει ποιητική ματιά, εκφραστικούς τρόπους, ένταση και χροιά φωνής. Τα φαινομενικά πεζόμορφα ποιήματα κατακλύζονται από μέτρο και ρυθμό. Ο ίαμβος γίνεται το όχημα για να εκφραστούν οι πιο μύχιες ποιητικές της σκέψεις. Πρόκειται για ποίηση που παλινδρομεί ανάμεσα στο φως υψιπετών οραμάτων και στο σκοτάδι μύχιων αναζητήσεων. Σπάνια βρίσκει κανείς τόσο επιγραμματική διατύπωση της ποιητικής μοναξιάς και της μανίας καταδίωξης του ποιητή από τους δαίμονες και τους αγίους του:

Αλλά μόνος παντού ο κυνηγός και ξοπίσω του
διώκτες.
(Ιστορίες για τα βαθιά, σελ. 11)

Ο μέχρι πριν οικογενειακός μύθος τώρα ξεδιπλώνεται στο χρόνο˙ σαν να ακούει κανείς το τραγούδι ενός τροβαδούρου: θρύλοι από τους μέσους χρόνους, ζωγραφιές, λαθραίοι έρωτες, μουγκές λειτουργίες, μισόλογα, ώρες κατολισθήσεων, συλημένοι τύμβοι, το σέλας των πληγών στοιχειοθετούν ένα ποιητικό σύμπαν ψιθυριστό, γεμάτο από κρυφομιλήματα, για να υμνήσει την υπέρτατη αγάπη, πες την Ποίηση. Η Μαστοράκη βουτά στους αβλέμονες του ποιητικού λόγου, της σύλληψης, της ποιητικής ενόρασης:

Η ποιήτρια υπερασπίζεται την ποιητική ιδιότητα. Αποκαλύπτει τον αγώνα στον οποίο αποδύεται ο ποιητής για να ανασύρει αισθήσεις κι αισθήματα μέσα από τα πάθη τα δικά του και των άλλων, μοιράζεται την οδύνη του αμετάδοτου, τέλος εκλιπαρεί για την άφεση:

Στις Ιστορίες για τα βαθιά υποχωρεί η ποίηση του ορατού και αναδύεται η ποίηση του αοράτου, του υπερβατικού, για να φτάσει στην τελευταία συλλογή, στο Μ’ ένα στεφάνι φως να μιλήσει για τα μετά τα φυσικά αγγίζοντας την ποιητική εκσωμάτωση. Τα ποιήματα της συλλογής αυτής δεν είναι ερμητικά˙ είναι μυστικά, απευθύνονται στους μύστες. Ελαχιστοποιούν το αίτημα για νοητική λειτουργία και ζητούν από τον αναγνώστη την απόλυτη συναισθηματική άνευ όρων παράδοση. Δεν είναι από άλλα υλικά αυτή η ποίηση. Στο βιβλίο αυτό έχεις την εντύπωση ότι τα ίδια υλικά που χρησιμοποιούσε ως τώρα αποσπώνται και περιδινίζονται γύρω από την ποιήτρια ορίζοντας, επιτέλους, έναν περίκλειστο παράδεισο.
Η Μαστοράκη εισέρχεται μέσα στη φωτιά του οράματος, στην αγριότητα του μύθου, παλεύει με τέρατα, με δράκους και επιστρέφει «μετά την αγωνία στα στενά, σώμα καμένο και χλωρό κεφάλι, κατάχλωρη απ’ τη φωτιά». Βυθίζεται σ’ έναν ύπνο βαθύ, σ’ έναν ένθεο λήθαργο. Και βλέπει. Μια γυναικεία φιγούρα, άλλοτε το ποιητικό υποκείμενο και άλλοτε την ίδια την Ποίηση. Η επικοινωνία ανάμεσα στις δυο είναι κωδικοποιημένη πλέον και ο αναγνώστης καλείται να εισέλθει μέσα στο ποιητικό αυτό άβατο αγνός και αγνώς, δηλαδή καθαγιασμένος.

Υποχωρεί το μέτρο αλλά για να απελευθερώσει και να αναδείξει άλλους, πιο μεστούς ρυθμούς, ρυθμούς εσωτερικούς.
Αρκετά από τα ποιήματα της συλλογής αυτής δίνουν την εντύπωση του ανολοκλήρωτου. Ο λόγος μένει να αιωρείται κρεμασμένος σε μια λέξη. Η Μαστοράκη συνειδητοποιεί το ανείπωτο, το ανέκφραστο ποιητικά και του παραδίνεται. Αφήνεται να βιώνει, να ακούει μόνο την Ποίηση, κι ας μην την εκφράζει με λόγια, και καλεί και τον αναγνώστη σ’ αυτό το μυστικό άκουσμα.

Με τη συλλογή Μ’ ένα στεφάνι φως η Ποίηση και ο ποιητής αγιοποιούνται.
Κι έπειτα…σιωπή.

Η Τζένη Μαστοράκη δεν έχει εκδώσει ποίηση εδώ και πολλά χρόνια.
Μα –
όταν κάποιος έχει ανεβεί σε ύψη ποιητικής ελευθερίας,
όταν έχει εισέλθει «στο άγριο των οραμάτων»,
ίσως και να μην έχει ανάγκη να εκδίδει ποίηση,
αφού ολόγυρά του
Ποίηση αναδίδει.