Είχα τη χαρά και την τιμή να μιλήσω χτες (10/6) για το βιβλίο ενός φίλου (πλέον).
Η ατμόσφαιρα ήταν εξ αρχής θετικά φορτισμένη. Οι φίλοι διασταύρωναν την καλή τους ενέργεια και το κοινό παρακολουθούσε υποψιασμένο και δεκτικό. Τα κύματα έρχονταν ολόθερμα από παντού. Δίπλα μου η Composition Doll με αφοπλιστικό χιούμορ, ο Nuwanda με την σιγουριά του από καιρό φίλου του συγγραφέα, ο Librofilo με τη στέρεη γαλήνη του βιβλιόφιλου, και η alef, η απόλυτη οικοδέσποινα (επιβεβαίωσε για μιαν ακόμη φορά την άποψή μου: η ευγένεια είναι μια ιδιότητα σχεδόν μοιραία...).
Ο Δημήτρης, φανερά συγκινημένος. Το έχω ζήσει και το ξέρω. Γίνεσαι όλος φως, όλος αγάπη κι όλος νομίζεις πως σε αγγίζουν μάτια κι αισθήματα.
Και πόσο σαν από χρόνια φίλος! Μέσα από τα blogs (αλήθεια, τι σχέση μπορεί έτσι ξαφνικά να γεννηθεί μέσα απ' τα blogs, μέσα από την "αποδιοπομπαία" τεχνολογία) και μέσα από τη λογοτεχνία (αδιάσειστη και κραταιά πάντοτε η εξουσία της).
Η εισήγησή μου...
στον Δημήτρη, δικαίως...
Δημήτρη Μαμαλούκα, Η χαμένη βιβλιοθήκη του Δημητρίου Μόστρα, Αθήνα 2007, εκδ. Καστανιώτη
Κυρίες και κύριοι,
Τον Δημήτρη τον Μαμαλούκα δεν τον γνωρίζω προσωπικά.
Δεν τον γνώριζα, τουλάχιστον, μέχρι απόψε.
Επίσης δεν έχω διαβάσει όλο το προηγούμενο λογοτεχνικό του έργο.
Συνεπώς, έχω την πολυτέλεια να είμαι απολύτως…ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙΚΟΣ.
Στη σημερινή παρουσίαση προσκλήθηκα με την ιδιότητα του…θύματος του Δημητρίου Μόστρα, ή μάλλον του Δημητρίου Μαμαλούκα.
Εξηγούμαι.
Τον Δημήτριο Μόστρα είχα την ευκαιρία να τον γνωρίσω μέσα από ένα φιλικό μέιλ που έλαβα από τον συγγραφέα λίγες μέρες πριν από την έκδοση του βιβλίου.
Ήμουν από τους πρώτους που το αγόρασαν και, θα τολμήσω να πω, ο πρώτος που το διάβασε (εξαιρώ την banda mamalouka, τους φίλους του που πιθανόν το είχαν διαβάσει νωρίτερα).
Πρώτη εντύπωση: το υπέροχο εξώφυλλο. Αλλά αυτό το είχα δει και στο μπλογκ που διατηρεί. «Τα εύσημα στον επιμελητή εξωφύλλου!», σκέφτηκα.
Δεύτερη εντύπωση (στα κρυφά, γιατί όποτε το κάνω μέσα σε βιβλιοπωλεία με κοιτάζουν περίεργα): χαρτί και μελάνι…μυρίζουν υπέροχα!!! (βιβλιοφιλικό γάρ το θέμα του Μόστρα…)
Φτάνω στο σπίτι μετά από μια σαββατιάτικη εξόρμηση στα βιβλιοπωλεία της Αθήνας. Ζέστη, κόπωση, λίγο φαγητό, κάθομαι να το χαζέψω. Κι εκεί, αρχίζει το…έγκλημα. Ο Μαμαλούκας, ο άγνωστός μου συγγραφέας Μαμαλούκας με αρπάζει εξ απήνης!!!
Συνεχίζω τα κεφάλαια το ένα μετά το άλλο χωρίς να μπορώ να διακόψω το διάβασμα. Κάθε φορά που επιχειρούσα να εγκαταλείψω το βιβλίο, νά σου στο τέλος του κεφαλαίου ένα «κλείσιμο του ματιού», μια προσήμανση, από αυτές που τινάζουν στον αέρα την ευθύγραμμη αφηγηματική ροή. Και μαζί και τα νεύρα σου! Γιατί ο Μαμαλούκας ξεδιπλώνει το νήμα της αφήγησης γνωρίζοντας πολύ καλά τα αφηγηματικά τρικ που θα κρατήσουν αμείωτο το ενδιαφέρον σε ένα λογοτεχνικό αφήγημα, πολύ περισσότερο σε ένα αφήγημα που χαρακτηρίζεται από το σασπένς. Γρήγοροι ρυθμοί, κοφτοί διάλογοι, κινηματογραφική ροή, έξοχα μονοπλάνα…
Επιτέλους το απόγευμα αναγκάστηκα να διακόψω για να πάω τα παιδιά μου μια βόλτα (σαββατόβραδο, βλέπετε) αλλά, λίγα πράγματα! επιστροφή γρήγορα! και βιβλίου συνέχεια!
Θέλω να εξηγηθώ από την αρχή. Η αστυνομική λογοτεχνία, η θριλερίστικη, δεν είναι από αυτές που με συγκινούν ιδιαίτερα. Γι’ αυτό και ξεκίνησα το βιβλίο κάπως επιφυλακτικός. «Αυτό δεν είναι ένα απλό θρίλερ», σκεφτόμουν όσο προχωρούσα στο διάβασμα, «αυτό είναι ένα ολοκληρωμένο ψυχογραφικό μυθιστόρημα με μια κοφτερή ματιά πάνω στην ανθρώπινη συμπεριφορά». Το έγκλημα και το σασπένς είναι απλώς η συμβατική ακρότητα που αναδεικνύει συμπεριφορές και χαρακτήρες.
Να πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή.
Ο Μαμαλούκας ξεκινά βάζοντας ένα μεγάλο στοίχημα. Απλώνει τα αφηγηματικά του νήματα, τα πολλά αφηγηματικά νήματα. Σιγά σιγά τα πλέκει σε ένα σμιχτό κορδόνι που στο τέλος το δένει σε σφιχτή θηλιά γύρω από το λαιμό του αναγνώστη. «Μα αυτός παίζει μαζί μου!» σκέφτηκα διαβάζοντας τη μια σελίδα μετά την άλλη. Και πραγματικά. Το βιβλίο είναι γεμάτο από παιχνίδια. Του Μόστρα σε βάρος των επίδοξων διεκδικητών της βιβλιοθήκης του, του γέρο-Μιλάνου σε βάρος του γιού του, του Σκούρα, του Νικόλα Μιλάνο, του Γκαμπριέλε, αλλά το πιο βρώμικο παιχνίδι είναι αυτό που παίζει ο Μαμαλούκας σε βάρος του αναγνώστη.
Κύριο γνώρισμα στο ξεδίπλωμα της ιστορίας του βιβλίου είναι η διπλή αφήγηση. Το κύριο παιχνίδι του συγγραφέα σε βάρος του αναγνώστη, ο εμπαιγμός και η βάσανος. Κεφάλαιο παρά κεφάλαιο μεταφερόμαστε από την πρωτοπρόσωπη αφήγηση της προσωπικής περιπέτειας του Νικόλα Μιλάνο και των συν-εργών του στην τριτοπρόσωπη εξιστόρηση της δράσης της banda antimostri, μιας συμμορίας εκδίκησης, φαινομενικά άσχετης με τον πρωταγωνιστή, τουλάχιστον στην αρχή. Κι όμως, έχουμε την εντύπωση, συχνά μόνο την αμυδρή αίσθηση, ότι αυτές οι δύο ιστορίες σχετίζονται. Τα ευρήματα, οι τυχαίες συμπτώσεις, πρόσωπα που μπαινοβγαίνουν από την μια ιστορία στην άλλη πιστοποιούν τον συσχετισμό. Αλλά, αρκεί μόνο αυτό? Στο τέλος οι δυο ιστορίες διαπλέκονται και η μία δίνει λύση στην άλλη. Γι’ αυτό λοιπόν έγινε η διπλή αφήγηση? Είναι ένα απλό συγγραφικό τέχνασμα στο οποίο ο Μαμαλούκας επενδύει προκαταβολικά και απλά το εξαργυρώνει πολύ ακριβά στο τέλος? Γίνεται μόνο για να μοιραστεί η ένταση της πλοκής στα δυο? Μόνο για να εξασφαλιστεί δυνατή η λύση του τέλους?
Επιτρέψτε μου να κάνω στο σημείο αυτό αναφορά σε μιαν άλλη διάσταση, κατ’ εμέ μια από τις σημαντικότερες του έργου. Ο συγγραφέας πλάι στην ένταση και την εξιστόρηση μιας παράδοξης, γοητευτικής συχνά μαγευτικής περιπέτειας από εκείνες που συνδέουν την ιστορία με το θρύλο και τη συγγραφική μαστοριά, επιδίδεται και σε μια βαθιά ανάλυση της ύπαρξης. Της ύπαρξης του διπλανού μας, της δικής μας. Αυτός που πρωταγωνιστεί στη μια ιστορία είναι κομπάρσος στην άλλη και το αντίστροφο. Αυτό που απασχολεί τον έναν είναι αδιάφορο για τους πολλούς. Ο ήρωας και οι ίντριγκες στις οποίες εμπλέκεται δίπλα στην ομαδική δράση και το πάθος της banda φωτίζεται τώρα διαφορετικά. Υπονομεύονται οι ήρωες ή…αναδεικνύονται άλλοι. Αυτή η προβολή του ατομικού μέσα από το συλλογικό βρίσκει νομίζω την κορύφωσή της στην απογυμνωμένη από κάθε συναίσθημα κι όμως τόσο αληθινή φράση για κάποιον από τους ήρωες που χάνονται «έχει φύγει κι όμως όλα γύρω υπάρχουν». (σελ. 69)
Κυρίαρχο μοτίβο αυτό του θύτη και του θύματος που διαρκώς αντιμεταθέτονται. Τι είναι αλήθεια ο Νικόλα Μιλάνο πλάι στον Άλντο, ο Άλντο πλάι στον Σκούρα, ο Σκούρας δίπλα στην Μονίκ, η Μονίκ πλάι στον Νικόλα Μιλάνο κι ο Μιλάνο δίπλα στην «ασήμαντη» Μινούτσι.
Οι ήρωες δεν είναι καθημερινοί τύποι. Δεν συμβαίνει στον καθένα μας να έχει την απίστευτη κληρονομιά του πρωταγωνιστή, την περιουσία και τη βιβλιοθήκη του Σκούρα. Να κυλιέται μέσα στα υπόγεια βενετσιάνικων σπιτιών. Αλλά οι χαρακτήρες προκύπτουν αβίαστα, ολοκληρωμένα, παθιασμένα, μέσα από τη διαγραφή τους. Ο Μαμαλούκας σκιαγραφεί ολοκληρωμένες προσωπικότητες μέσα σε λίγες αράδες. Δεν του είναι απαραίτητο να έχει την έκταση ενός βιβλίου μέσα στην οποία διαγράφει (πιο ολοκληρωμένα ομολογουμένως) το ήθος του Μιλάνο. Αρκούν λίγες γραμμές και να το ψυχογραφικό ενσταντανέ του θύματος που γίνεται θύτης και του θύτη που βρίσκεται μπροστά στο τέλος του : «Ο Κόζιμο Τανκρέντι, αλλιώς Σκέψη, έκλεισε τα μάτια. Επικράτησε απόλυτη σιγή την οποία διέκοψε ένα βογγητό από τον άντρα στο πορτμπαγκάζ. Ο εισαγγελέας τον κοίταξε ανέκφραστος. Οι σκέψεις που δεν έφευγαν ποτέ. Οι σκέψεις που παραφύλαγαν… Έπειτα από μια σιωπή σχεδόν ενός λεπτού, ο εισαγγελέας μίλησε με σταθερή φωνή. “Εντάξει. Εκείνη η σκάλα οδηγεί σε μιαν αποθήκη. Πηγαίνετέ τον εκεί”. Ο φιμωμένος άντρας άρχισε να χτυπιέται και να μουγκρίζει με όλη του τη δύναμη. Ξαφνικά συνειδητοποίησε τι ένιωθαν τα θύματά του λίγο πριν τους πάρει τη ζωή. Τρόμο». (σελ. 59-60)
Ο Μαμαλούκας γράφει σκληρά. Όλο το παιχνίδι στήνεται μέσα σε μια «εγκληματική» ατμόσφαιρα. Δολοφονίες, στυγνές εκτελέσεις, υπόκοσμος, σχέσεις ψυχρές, εκμετάλλευση. Ο ήρωας συμπεριφέρεται με ψυχρό υπολογισμό, συχνά εκφράζεται με απόλυτο κυνισμό (όπως όταν αναφέρεται στο ξεπούλημα της συλλογής σπάνιων βιβλίων που είχαν δημιουργήσει οι βιβλιόφιλοι και μανιώδεις συλλέκτες πρόγονοί του λέει «Και οι δυο θα προτιμούσαν να πεθάνουν παρά να κάνουν αυτό που κάνω εγώ τα τελευταία χρόνια. Ευτυχώς, είναι και οι δυο νεκροί»). Στις συντρόφους του συμπεριφέρεται με έναν ωμό ερωτισμό. Αντιμετωπίζει με καχυποψία ακόμη και τον καλύτερο, τον μοναδικό του φίλο.
Κι όμως είναι αυτός ο ίδιος ήρωας που συχνά βυθίζεται μέσα στο εγώ του, που κοιτάζει στοχαστικά και εκφράζεται εξομολογητικά. Νομίζει κανείς ότι η πρωτοπρόσωπη αφήγηση της περιπέτειάς του είναι μονάχα η αφορμή για την κατάθεση των σκέψεων, για την ανάγκη του να στοχαστεί και να εξομολογηθεί: «Τρίτη 25 Οκτωβρίου, απόγευμα. Μαύρο ατέλειωτο. Πικρό άρωμα μελαγχολίας ριγμένο απλόχερα πάνω στις στάλες της βροχής, που πέφτουν μονότονα μέρες τώρα. Τσαλαβουτάω στα γλιστερά πεζοδρόμια κρατώντας μια σκισμένη ομπρέλα. Έχει το χρώμα του πένθους και ο αέρας που προσπαθεί να μου την αρπάξει σφυρίζει σαν φωνή από βαθιά μέσα μου…Η βροχή συχνά μοιάζει να σχηματίζει ένα απέραντο πέπλο λήθης κι εγώ θέλω τόσο πολύ να κρυφτώ πίσω του και να χαθώ. Τα φώτα της πόλης που τρυπούν τη νύχτα, οι μυρωδιές που πεθαίνουν ασθμαίνοντας στο καυσαέριο, η λάσπη σε μερικές γωνιές, οι ακλόνητες πέτρες των κτηρίων είναι σιωπηλοί μάρτυρες των πάντων. Πόσες φορές η ζωή θα μας φανερώσει πόσο σκληρή μπορεί να γίνει; Δεν έφτανε μια όταν βρήκα τη μητέρα μου ακίνητη στο κρεβάτι, άσπρη σαν το σεντόνι που ακουμπούσε; Απ’ ό,τι φαίνεται, όχι. Η μοίρα δεν έχει τελειώσει μαζί μου». (σελ. 86)
Η μέσα φωνή, ο στοχασμός κι η εξομολόγηση διαρκώς πλάι πλάι με την σκληρή ή την τολμηρή περιγραφή. Σε μια σκληρή ερωτική στιγμή ο Μαμαλούκας αιφνιδιάζει. Ο ίδιος άνθρωπος, ο Νικόλα Μιλάνο που λέει «…η Μονίκ που τόσο ποθούσα, η Μονίκ που μ’ ερέθιζε συνεχώς και δε σκεφτόμουν παρά μόνο πότε θα ξαναπηδιόμασταν» (153), ο σκληρός Μιλάνο που διστάζει να δείξει τα συναισθήματά του - το ομολογεί ο ίδιος «Δεν τα πάω καλά με τα συναισθήματα» (σελ. 21) - είναι ο ίδιος που λέει: «όταν τη χάιδεψα, ήταν υγρή όπως όλες οι βροχερές μέρες της μελαγχολίας μου». (123)
Η ανθρώπινη ύπαρξη είναι πολυδιάστατη, γι’ αυτό πραγματική. Η σπουδή των χαρακτήρων μάς παραδίδει κάθε άλλο παρά έναν αδίστακτο καιροσκόπο Μιλάνο, έναν διεστραμμένο Σκούρα, μια φτηνή Μονίκ. Ο συγγραφέας ενδιαφέρεται για τον ολόπλευρο φωτισμό των ηρώων, σε διαφορετικές συνθήκες, ενδιαφέρεται για το «εν δυνάμει» του καθενός μας. Άνθρωποι καθημερινοί μπορούν να γίνουν εγκληματίες, όταν κυριεύονται από τα πάθη, τα μίση, τις αδυναμίες τους. Ακόμα κι όταν περιγράφει έναν αδίστακτο εκτελεστή γνωρίζει πολύ καλά ότι η ανθρώπινη ψυχή δεν μπορεί να είναι μονοδιάστατη. Όπως λέει ο ίδιος «Φεύγουμε από μηχανή θανάτου και γινόμαστε πάλι άνθρωποι. Ευάλωτοι άνθρωποι που κινδυνεύουν». (σελ. 68). Κι από την άλλη, άνθρωποι που ζουν μέσα στην γκρίζα πλευρά της ζωής μπορούν να αναδεικνύονται σε αγγέλους.
Κυρίες και κύριοι,
Το βιβλίο του Δημήτρη Μαμαλούκα είναι ένα δείγμα ειλικρινούς λογοτεχνίας. Εκπληρώνει όσα υπόσχεται. Ανοίγει πολλούς λογαριασμούς και τους κλείνει όλους με εντιμότητα. Κατορθώνει να περικλείσει ένα συναρπαστικό τι μέσα σε ένα γοητευτικό πώς. Γι’ αυτό και είναι καλή λογοτεχνία. «Η χαμένη βιβλιοθήκη του Δημητρίου Μόστρα» με κέρδισε από την πρώτη στιγμή για την λογοτεχνική της αρτιότητα αλλά και για έναν πρόσθετο λόγο. Γιατί ο Δημήτρης είναι ένας δημιουργός της γενιάς μου. Γίνεται εκφραστής αυτής της γενιάς και αυτό φαίνεται ξεκάθαρα και μέσα στα βιβλία του. Είμαι βέβαιος ότι το στίγμα της γενιάς αυτής θα το συνυπογράψει και ο ίδιος. Με το έργο αυτό βάζει υποθήκη για το μέλλον.
Σας ευχαριστώ.
