Σάββατο, Μαΐου 28, 2011
ΣΤΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΤΟΥ ΕΚΕΒΙ
ΦΙΛΟΞΕΝΟΥΜΕΝΟΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ
ΣΤΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΤΟΥ ΕΘΝΙΚΟΥ ΚΕΝΤΡΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ
ΓΙΑ ΔΕΚΑΠΕΝΤΕ ΜΕΡΕΣ
μεταφράζω το 18ο Σονέτο του Σαίξπηρ
Τετάρτη, Ιουλίου 21, 2010
William Shakespeare’s Sonnet 18
Να σε συγκρίνω με καλοκαιριού ημέρα;
Είσαι γλυκύτερο και πιο ήπιο πλάσμα
Μπουμπούκια σείονται από του Μάη αγέρα
Κι είν’ τόσο σύντομο καλοκαιριού το φάσμα.
Είναι φορές που καίει του ουρανού το βλέμμα
Κι άλλοτε το χρυσό του δέρμα κάπως σβήνει
Κάποτε ομορφιά από μιαν άλλη φθίνει
Από της φύσης το άφθαρτο τροπής το ρεύμα.
Μα το αιώνιο καλοκαίρι σου δεν φθίνει
Κι ούτε ποτέ την ομορφιά σου δεν θα χάσεις
Στον θάνατο πως σ’ έχει καύχημα δεν δίνει.
Καθώς του αιώνα τις γραμμές θα ξεπεράσεις.
Όσο θα υπάρχει αναπνοή, ματιά θα κρένει
Τόσο αυτό θα ζει κι εσένα θ’ ανασταίνει.
μετάφραση Γ. Ε.
Τρίτη, Δεκεμβρίου 15, 2009
Percy Bysshe Shelley, The Devil's Walk
Στο νέο τεύχος της Ποιητικής
Percy Bysshe Shelley "The Devil's Walk"
Ποιητικές επιροές και ποιητικό εργαστήριο
(εισαγωγή-μετάφραση Γιάννης Ευθυμιάδης)
η ανάπτυξη του πολιτικού ποιήματος
"The Devil's Walk" του Shelley
και η επίδραση του παλιότερου ποιήματος
των Samuel Taylor Coleridge και Robert Southey
"The Devil's Thoughts"
Πέμπτη, Ιουνίου 04, 2009
Nicanor Parra - Padre Nuestro
Πάτερ ημών, στους ουρανούς,
μύρια προβληματάκια έχεις.
Έτσι που είσαι σκυθρωπός,
σαν άνθρωπος απλός μου μοιάζεις.
Μην πολυανησυχείς για μας.
Το ξέρουμε πως υποφέρεις,
που δεν μπορείς πάντα να έχεις το σπίτι σου σε μία τάξη.
Ξέρουμε πως ο Σατανάς δεν σε αφήνει σε ησυχία
και καταστρέφει ό,τι φτιάχνεις.
Εκείνος σε περιγελά
μα όλοι εμείς σε συμπονούμε.
Πατέρα, που είσαι εκεί ψηλά,
από αγγέλους κυκλωμένος, άπιστους,
μα ειλικρινά
μην πάσχεις τόσο πια για μας.
Λάβε υπ’ όψη σου και ότι
και οι θεοί σφάλματα κάνουν.
Κι όλους εμείς τους συγχωρούμε.
Δευτέρα, Ιουνίου 01, 2009
animo et corpore...
Απόψε στη Στοά του Βιβλίου
έγινε η παρουσίαση της
Ανθολογίας Νέων Ελλήνων Ποιητών
"Το Καινούργιο Εντός ή Πέραν της Γλώσσας"
Ο ηθοποιός Παύλος Εμμανουηλίδης διάβασε έξοχα το παρακάτω ποίημά μου
(και για να παραλλάξω τα λόγια του Ρίτσου
"οι ποιητές διαβάζουν σωστά,
αλλά οι ηθοποιοί διαβάζουν...ωραία!")
Η μετάφραση είναι του Γιάννη Γκούμα (τον ευχαριστώ θερμά)
Δευτέρα, Ιουλίου 21, 2008
Paul Celan
αυτοί έσκαβαν.
Έσκαβαν κι έσκαβαν, έτσι περνούσε
η μέρα τους, η νύχτα τους. Και δε λάτρευαν θεό,
που, έτσι είχαν ακούσει, όλα αυτά τα ήθελε,
που, έτσι είχαν ακούσει, όλα αυτά τα γνώριζε.
Έσκαβαν και δεν άκουγαν τίποτα πια,
δεν έγιναν σοφοί, δεν επινόησαν κανένα τραγούδι,
δε βρήκαν καμιά γλώσσα.
Έσκαβαν.
Ήρθε γαλήνη, ήρθε θύελλα,
ήρθαν όλες οι θάλασσες.
Εγώ σκάβω, εσύ σκάβεις, σκάβει ως και το σκουλήκι,
κι αυτό που τραγουδά εκεί λέει: σκάβουν.
Ω ένα, κανένα, ουδένα, ω εσύ:
πού πήγε αυτό που δεν πήγαινε πουθενά;
Ω εσύ σκάβεις κι εγώ σκάβω,
κι εγώ σκάβω εντός μου ως εσένα
και στο δάχτυλό μας ξυπνά το δαχτυλίδι.
από το βιβλίο του Paul Celan, Die Niemandsrose
(dem Fürsten)
Τετάρτη, Ιουλίου 16, 2008
Emily Dickinson
I died for beauty
Πέθανα για την ομορφιά
Κι έρημη με έβαλαν στον τάφο
Κι έναν που πέθανε γι’ αλήθεια
Δίπλα μου έθαψαν μονάχο.
Ρώτησε γιατί είχα πεθάνει
Και είπα «για την ομορφιά»
«Εγώ» είπε «για την αλήθεια,
κι είμαστε τώρα συντροφιά».
Κι έτσι μια νύχτα σαν αδέλφια
Μιλήσαμε απ’ τα δώματά μας
Ώσπου έφτασαν στα χείλη μούσκλια
Και κάλυψαν τα ονόματά μας.
μετάφραση Γ.Ε.
αχ, Έμιλυ, Έμιλυ, σήμερα μου έκανες ένα δώρο ανέλπιστο, που από καιρό ζητούσα...
Πέμπτη, Ιουλίου 10, 2008
Rainer Maria Rilke
Alles noch nie gesagte
Πιστεύω σε όσα ανείπωτα ως τώρα παραμένουν.
Οι πιο μεγάλοι πόθοι μου θέλω να εκπληρωθούν.
Όσα δεν τόλμησε κανείς ποτέ να λαχταρήσει
Πρέπει για μένα πάντοτε να μοιάζουν προσταγή.
Αν είναι αμάρτημα αυτό, συχώρα με, Θεέ μου
Μα θέλω τώρα μοναχά ετούτο να σου πω:
Η πιο μεγάλη δύναμη πρέπει να είν’ η ορμή μου
Δίχως θυμό, χωρίς οργή, κανένα δισταγμό
Έτσι όπως τα μικρά παιδιά κι εσένα σ’ αγαπούν.
Σ’ αυτή την ξέχειλη, γοργή κι ορμητική πορεία
Μέσα από χίλιες αγκαλιές σε θάλασσα ανοιχτή
Όπως θεριεύει η κίνηση εμπρός και προς τα πίσω
Θέλω να εξομολογηθώ, θέλω να σου μιλήσω
Όπως κανείς ως σήμερα δεν σου ’χει απευθυνθεί.
Κι αν είν’ αυτό αλαζονικό, ας είμαι αλαζόνας
Ώστε να στέκει αντίκρυ σου αυτή μου η προσευχή
Τόσο σεμνή και μοναχή,
Μπροστά στο νεφελόγερτο ωραίο μέτωπό σου.
Τρίτη, Ιουλίου 08, 2008
Pablo Neruda
στα ωκεάνειά σου μάτια.
Εκεί στην μέγιστη πυρά η μοναξιά μου θεριεύει και φουντώνει,
κλείνοντας την αγκαλιά μου σαν του πνιγμένου.
Στέλνω μηνύματα κινδύνου στην απουσία των ματιών σου
των μυρισμένων θάλασσα ή ακτή δίπλα στον φάρο.
Απομένεις στο σκοτάδι, μακρινή γυναίκα,
στο βλέμμα σου κάποτε αναδύεται ακρογιαλιά του τρόμου.
Γερμένος τ' απογεύματα τινάζω τα δίχτυα της θλίψης μου
στη θάλασσα που συντρίβεται απ' τα ωκεάνειά σου μάτια.
Τα νυχτοπούλια ραμφίζουν τα πρώτα αστέρια
που λάμπουν όπως η ψυχή μου όταν σ’ αγαπώ.
Καλπάζει η νύχτα πάνω σε σκοτεινή φοράδα
σκορπίζοντας γαλάζια στάχια στον κάμπο.
Κυριακή, Ιουλίου 06, 2008
Paul Éluard
Η αγαπημένη
Όρθια στέκει πάνω από τα βλέφαρά μου
Και τα μαλλιά της είναι μέσα στα δικά μου
Έχει το σχήμα των χεριών μου
Έχει το χρώμα των ματιών μου
Βυθίζεται μες στη σκιά μου
Όπως λιθάρι μες στον ουρανό
Τα μάτια της πάντ’ αγρυπνούν
Και δε μ’ αφήνει πια να ησυχάσω
Τα όνειρά της μες στο πλέριο φως
Κάνουν τους ήλιους να αχνίζουν
Κάνουν κι εμένα να γελώ, να κλαίω μα και να γελώ,
Και να μιλώ δίχως να έχω τίποτα να πω.
μετάφραση Γ.Ε.
Πέμπτη, Μαΐου 24, 2007
Ευριπίδη "Μήδεια" Α΄ Στάσιμο
"Μήδεια" του Delacroix
Πάνω κυλούν οι ποταμοί
Πίσω διαβαίνουν στις πηγές τους
Και δίκιο κι όλα χάνονται
Οι δόλοι των ανθρώπων απέκτησαν τρανή ισχύ
Και των θεών οι όρκοι δεν έχουν πλέον δύναμη
Μα πάλι όνομα καλό θα δώσουν στη ζωή μου
οι φήμες
Έρχονται τιμές στων γυναικών το γένος
Να μην το ξέρουν άλλο πια για κακοφημισμένο.
Και των αρχαίων ποιητών γλυκόλαλες οι Μούσες
Θα πάψουν πλέον άπιστη εμένα να καλούνε
Αφού σ' εμάς δε χάρισε της λύρας το τραγούδι
Ο Φοίβος, των θεόπνευστων των τραγουδιών ο αφέντης
Αλλιώς θα ηχούσε κι από μας τραγούδι για τους άντρες αντίφωνο
Τα χρόνια που περνάνε έχουν αμέτρητα να πουν
και για τα δυο τα φύλα.
Τρελή από τον έρωτα μακριά απ' το πατρικό σου ταξίδεψες
Και διάβηκες της θάλασσας τις δίδυμες τις πέτρες
Τώρα την ξένη χώρα κατοικείς
Του άναντρου του άντρα την κλίνη σου τη νυφική
Έχασες πια βαριόμοιρη
Εξόριστη διώκεσαι μακριά απ' αυτή τη χώρα, ατιμασμένη.
Η χάρη αφανίστηκε κι η δύναμη των όρκων
Και στην Ελλάδα σεβασμός κανείς δεν απομένει
Πάει, πέταξε
Κι εσύ δυστυχισμένη, δεν έχεις σπίτι πατρικό
πίσω για να γυρίσεις
Άλλη βασίλισσα τρανή εδώ, μέσ' στο παλάτι
νίκησε το κρεβάτι σου.
Κυριακή, Φεβρουαρίου 25, 2007
7 Limericks του Edward Lear
Με το νου τρέλες παράγει
Κι έφτιαξε ένα μπαλόνι
Στο φεγγάρι είχε τιμόνι
Ο πλανεμένος άντρας απ’ τη Χάγη.
Όλο κατέβαζε ιδέες για τη ναυτιλία
Σκαρφάλωσε λοιπόν σε δέντρο
Τη θάλασσα να δει στο κέντρο
Μα είπε πως δεν το κουνάει απ’ την Πορτογαλία
Μια κοπέλα είχε μύτη με ρουθούνια
Που της έφτανε ως κάτω στα τακούνια
Κι έτσι πήρε μια γριά
Να βαδίζει μακριά
Και να κουβαλάει μύτη και ρουθούνια
Και αδύνατο σαν σπίνο
Μία μέρα στη βιασύνη
Τον τυλίξανε στη ζύμη
Και τον ψήσαν λουκουμά στο Βερολίνο
Με στολισμένο ρούχο είχανε ντύσει
Τον ρωτούσανε «Σου κάνει;»
Κι απαντούσε «Σα φουστάνι!»
Ο δύστροπος ο άντρας απ’ τη Δύση
Ήθελε να κάτσει πάνω σε πουρνάρι
Κι ένα αγκάθι, ε ρε γούστα!,
Της κομμάτιασε τη φούστα
Κι έπιασε η γριά να κλαίει σα στουρνάρι
Ήρθαν κι έλυσαν πουλάκια την κορδέλα
Κι απαντούσε : «Δε με μέλλει,
Ας καθίσει όποιο θέλει»
Και δεχόταν τα πουλάκια η κοπέλα
Παρασκευή, Ιανουαρίου 19, 2007

e. e. cummings (1894-1962)
μ’ αρέσει το σώμα μου πλάι στο δικό σου
μ’ αρέσει το σώμα μου πλάι στο δικό σου
σώμα. Τόσο καινούργιο.
Καλύτεροι οι μυώνες και πιο πολλά τα νεύρα.
μ’ αρέσει το σώμα σου. μ’ αρέσει ό,τι κι αν κάνει,
μ’ αρέσει όπως κι αν το κάνει. μ’ αρέσει να αισθάνομαι τη
ραχοκοκαλιά
του σώματός σου και τα κόκαλα της, και την τρεμουλιαστή
κρουστή απαλότητα που
ξανά και ξανά και ξανά θα
φιλήσω, μ’ αρέσει να φιλώ τούτο κι εκείνο σου,
μ’ αρέσει, αργά να χαϊδεύω το σκανδαλιστικό χνούδι
στο ηλεκτρισμένο τρίχωμά σου και ό,τι είν’ αυτό που έρχεται
πάνω στα μέλη της σάρκας σου...και τα μάτια μεγάλα ψίχουλα αγάπης,
και ίσως μ’ αρέσει η ανατριχίλα
από τα μέλη σου κάτω από μένα τόσο αλλαγμένα.
&(1925)
πίνακας e.e.cummings (loving couple)
Δευτέρα, Ιανουαρίου 15, 2007
Μεταφράζω ό,τι αγαπώ (μέρος β΄)
τα αισθησιακά
Σ Α Π Φ Ω
20D
και ποθήω και μάομαι
* * * * * *
ποθώ μαζί και λαχταρώ
50D
Έρος δ’ ετίναξέ μοι
φρένας, ως άνεμος κάτ όρος δρύσιν εμπέτων.
* * * * * * * * * * * *
Έρωτας μου πήρε τα μυαλά,
όπως χιμάει ο άνεμος στα όρη στις βελανιδιές.
48D
Ήλθες, κάλ’ επόησας, έγω δέ σ’ εμαιόμαν,
αν δ’ έφλυξας έμαν φρένα καιομέναν πόθωι
* * * * * * * * * * * *
Ήρθες, καλά που έκανες, κι εγώ σε λαχταρούσα
τα σωθικά μου κόχλαζαν, καίγονταν απ’ τον πόθο
114D
Γλύκηα μάτερ, ού τοι δύναμαι κρέκην τον ίστον
πόθωι δάμεισα παίδος βραδίναν δι’ Αφρόδιταν.
* * * * * * * * * * * * *
Γλυκιά μου μάνα, δε μπορώ πια να χτυπώ το υφάδι
απ’ του παλικαριού τον πόθο λαβωμένη
που μού ’στειλε η λυγερή Αφροδίτη.
116D
οίον το γλυκύμαλον ερεύθεται άκρωι επ’ ύσδωι,
άκρον επ’ ακροτάτωι, λελάθοντο δε μαλοδρόπηες ·
ου μαν εκλελάθοντ’, αλλ’ ουκ εδύναντ’ επίκεσθαι.
* * * * * * * * * * * * *
σαν τον γλυκύτερο καρπό μεστώνει στο τελευταίο κλαρί,
στην άκρη άκρη των ακρών, κι οι τρυγητές το ξέχασαν ·
δεν τό ’χουν ξεχασμένο, μον’ να το φτάσουν δεν μπορούν.
127D
Τίωι σ’, ω φίλε γάμβρε, κάλως εικάσδω;
όρπακι βραδίνωι σε μάλιστ’ εικάσδω.
* * * * * * * * * *
Με τι, γαμπρέ μου, να σε παρομοιάσω;
Όμοιο με λυγερό κλαρί σε παρομοιάζω.
90D
Δεύτέ νυν άβραι Χάριτες καλλίκομοί τε Μούσαι
* * * * * * * * * * * * *
Γεια σας γλυκές μου Χάριτες, μακρυμαλλούσες Μούσες
137D
Έρος δηύτέ μ’ ο λυσιμέλης δόνει,
γλυκύπικρον αμάχανον όρπετον.
* * * * * * * * *
Να που ο έρωτας, που παραλύει τα μέλη,
με δονεί
γλυκόπικρο, ανίκητο σερπετό.
128 D
σοί χάριεν μέν είδος, όππατα δ’
μέλλιχ’ , έρος δ’ επ’ ιμέρτωι κέχυται προσώπωι
τετίμακ’ έξοχά σ’ Αφρόδιτα
* * * * * * * * * * * *
Γλυκιά η θωριά σου, τα μάτια σου
μελένια, έρωτας χύνεται στο ποθητό σου πρόσωπο
ξεχωριστά σ’ έχει προικίσει η Αφροδίτη.
94D
δέδυκε μεν α σελάννα και πληίαδες · μέσαι δέ
νύκτες, παρά δ’ έρχετ’ ώρα, έγω δε μόνα κατεύδω.
* * * * * * * * * * * * *
κρύφτηκαν το φεγγάρι κι οι πλειάδες ·
μεσάνυχτα ·
η ώρα περνά
κι εγώ κοιμάμαι μόνη.
Πέμπτη, Ιανουαρίου 11, 2007
τα αισθησιακά
(α΄ μέρος)
Α Ρ Χ Ι Λ Ο Χ Ο Σ
25D
έχουσα θαλλόν μυρσίνης ετέρπετο
ροδής τε καλόν άνθος,
η δέ οι κόμη
ώμους κατεσκίαζε καί μετάφρενα.
* * * * * * * * *
Κρατούσε τρυφερό κλαρί μυρτιάς
κι όμορφο ρόδο
κι ευφραινόταν
και τα μαλλιά της
σκίαζαν τους ώμους και την πλάτη.
26D
εσμυρισμένας κόμας
καί στήθος, ως αν καί γέρων ηράσσατο.
* * * * * * * * * * *
μοσχοβόλιστα μαλλιά
και στήθος, μέχρι και γέροντα θα κόλαζε.
71D
ει γαρ ως εμοί γένοιτο χείρα Νεοβούλης θιγείν.
* * * * * * * * * * *
Αχ, ας γινόταν ν’ άγγιζα το χέρι της Νεοβούλης.
72D
καί πεσείν δρήστην επ’ ασκόν καπί γαστρί γαστέρα
προσβαλείν μηρούς τε μηροίς
* * * * * * * * * * * * *
να γείρει με ορμή και, κοιλιά πάνω στην κοιλιά,
να χωθούν στα λαγόνια οι μηροί
104D
δύστηνος έγκειμαι πόθωι
άψυχος, χαλεπήισι θεών οδύνηισιν έκητι
πεπαρμένος δι’ οστέων.
* * * * * * * * * * *
δυστυχισμένος κείτομαι απ’ τον πόθο
δίχως πνοή, απ’ τις πικρές ωδίνες των θεών
ως το μεδούλι τρυπημένος.
112D
τοίος γάρ εκ φιλότητος έρως υπό καρδίην ελυσθείς
πολλήν κατ’ αχλύν ομμάτων έχευεν
κλέψας εκ στηθέων απαλάς φρένας.
* * * * * * * * * * * * *
Τέτοιος απ’ την καρδιά μου πόθος έρωτα ξεχύθηκε
Στα μάτια μου έφερε τη σκοτεινιά
Κι αρπαξε την ψυχή μου απ’ τα στήθη.
118D
αλλά μ’ ο λυσιμελής, ω ’ταίρε, δάμναται πόθος.
* * * * * * * * * * * * * *
Φίλε μου, ο πόθος παραλύει τα μέλη μου και με δαμάζει.
Τρίτη, Δεκεμβρίου 12, 2006
ΟΜΟΛΟΓΙΑ
Κύριε, αγαπούσα τη μαρμελάδα φράουλα
Και τη σκοτεινή γλύκα του κορμιού μιας γυναίκας.
Επίσης την καλοπαγωμένη βότκα, τη ρέγγα στο ελαιόλαδο,
Αρώματα, της κανέλας, του γαρύφαλλου.
Λοιπόν, τι σόι προφήτης είμαι εγώ; Γιατί το πνεύμα
Να έχει επισκεφτεί έναν τέτοιον άνθρωπο; Πολλοί άλλοι
Ήταν δίκαια κλητοί και αξιόπιστοι.
Ποιος θα μπορούσε να εμπιστευτεί εμένα; Αφού έβλεπαν
Πώς άδειαζα τα ποτήρια, πώς έπεφτα στο φαϊ,
Και πώς κοιτούσα λαίμαργα το μπούστο της σερβιτόρας.
Έκανα λάθος και το ήξερα. Επιθυμώντας τη μεγαλοσύνη,
Ικανός να διακρίνω τη μεγαλοσύνη όπου κι αν βρίσκεται,
Κι όμως όχι αρκετά, μόνο λιγάκι, προφητικός,
Ήξερα τι είχε απομείνει για τους μικρότερους σαν εμένα :
Μια γιορτή από σύντομες ελπίδες, συγκέντρωση υπερήφανων,
Ένα πρωτάθλημα ραχιτικών, η λογοτεχνία.
Σάββατο, Δεκεμβρίου 02, 2006
Sonnets from the Portuguese (XLIII)
Μέχρι τα βάθη σ’ αγαπώ που η ψυχή θα πάρει
Μέχρι τα ύψη αθέατη, μέχρι την τέλεια Χάρη
Στα έσχατα της ύπαρξης, όταν πια θα βαδίσω.
Όσο το πιο παραμικρό καθημερνό μου πρέπει
Θα σ’ αγαπώ, στου ήλιου το φως, στο λύχνο που δε σβήνει
Ελεύθερα, όπως πολεμούν για τη δικαιοσύνη
Αγνά, όπως προβάλλουνε πάναγνοι μες στα έπη.
Με τέτοιο πάθος σ’ αγαπώ , όσο αυτό που μένει
Από τη θλίψη την παλιά, την παιδική μου πίστη
Με μιαν αγάπη σ’ αγαπώ που έμοιαζε χαμένη
Σαν τα χαμένα μου ιερά – Με όλη την πνοή μου
Θα σ’ αγαπώ, με κάθε μου χαμόγελο και δάκρυ
Κι αν το θελήσει ο Θεός, και πέρα απ’ τη ζωή μου.
Κυριακή, Νοεμβρίου 19, 2006
Ode: Intimations of Immortality from Recollections of Early Childhood
Τι που παρόλη του τη λάμψη κάποτε ήταν τόσο αστραφτερό
Έχει χαθεί απ’ τη ματιά μου τώρα πια καιρό
Αν και πια τίποτα δεν φέρνει πίσω του την ώρα
Της λάμψης στο γρασίδι, της δόξας στην οπώρα ·
Δεν θα θρηνήσουμε, παρά θα δίνει
Σε μας τη δύναμη ό,τι απομείνει ·
Η πρώτη πρώτη η συμπόνια
Που έχοντας υπάρξει μια φορά υπάρχει πια για χρόνια ·
Οι σκέψεις οι λυτρωτικές που αναβλύζουν
Από τον πόνο των ανθρώπων σαν γυρίζουν ·
Η πίστη που κοιτάζει μέσα απ’ το θάνατο ·
Τα χρόνια που φέρνουν τον βαθύ στοχασμό.
Τρίτη, Οκτωβρίου 10, 2006
Ερωτικό τραγούδι
Αγάπη μου, θα φύγουμε, θα πάμε, εγώ κι εσύ
Στο δάσος την ομίχλη να διαλύσουμε ·
Μπροστά μας το κοτσύφι, εκεί κι ο σολομός,
Αγάπη μου, θ’ ακούσουμε, θ’ ακούμε εγώ κι εσύ
Φωνή της ελαφίνας και του έλαφου.
Πουλί μες στα κλαδιά του για μας θα τραγουδά
Ο κούκος άφαντος θα μένει μες στο κέφι του
Κι ο θάνατος, καλή μου, θα μένει μακριά
Απ’ την καρδιά του μυρωμένου δάσους μας.









