Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μόρφης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μόρφης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη, Απριλίου 08, 2008

Πού είσαι, πού είσαι, ακριβή μου αγάπη;

Κι ούτε τα χέρια σου δεν έχω αγγίξει ακόμα.

Ούτε τη μυρωδιά σου κράτησα,

δεν περπατήσαμε μαζί

και δεν αφήσαμε τους ίσκιους μας σε ξαφνική λιακάδα.

Πού είσαι, πού είσαι, μακρινή μου αγάπη;

Πώς να μετράω πια το χρόνο,

αφού δεν είν’ εδώ τα δάχτυλά σου;

Σε ποιο θεό να προσευχηθώ με αφίλητα χείλη;

Πού είσαι, πού είσαι, σκοτεινή μου αγάπη;



(Κώστας Μόρφης, Παραλήπτης Άγνωστος, Αθήνα 2006)

Πέμπτη, Μαΐου 31, 2007

carmina AMAbiLIA

ΜΕΤΑ
ΤΟΠΙΣΗ

Η θέληση για έκθεση, βορά και λεία
είν’, καθώς λένε οι πολλοί, ανωμαλία.
Τίποτε τώρα πια δεν σου ανήκει εσένα,
σε κύτταρα εγκεφαλικά φωλιάζουν ξένα.
Ίσως μπορεί κανείς να υποθέσει
πως βρίσκουν και κρατούν λαθραία θέση
να μεταφέρουν τη ζωή σου μες στους άλλους,
σε ζωντανά μυαλά ή σε καβάλους…



Κώστας Μόρφης, Παραλήπτης Άγνωστος (2002)
(ακούμε την Ευτέρπη,
από την ραψωδία για βιολοντσέλο και ορχήστρα
του Μίκη Θεοδωράκη)

Δευτέρα, Μαΐου 14, 2007

Κώστας Μόρφης

R a g t i m e – π ρ ο ε τ ο ι μ α σ ί α


Εκεί έβλεπες μόνη τριγύρω τη βιασύνη
Σκληρές ανάσες
Μάτια έξω απ’ τα μάτια και άδεια βήματα. Κανείς

δεν πρόσεξε
σχεδόν
τον άντρα που κρατούσε
στα χέρια του ξύλινο σώμα του έρωτα.

Μόνοι κάτω απ’ το φως
Έγραφαν γύρω το σκοτάδι τους
Οι δυο τους μια παρένθεση στο χώρο,
Ένα σύμπαν
Ολόκληρος ο έρωτας σε μια ρωγμή ελάχιστη στο χρόνο.

Το ένα του χέρι ψηλά χάδι στο μπράτσο
Το άλλο κατρακυλούσε στις καμπύλες, όχι με βιασύνη
Αργά, γνώριζε πότε θ’ ακουμπήσει τις χορδές να τις ταράξει
Κι η μνήμη της αγάπης τώρα τριγμός στα δάχτυλα
Κι η μνήμη των δαχτύλων τώρα βόγκος στο σώμα
Όπως ανέβαινε βαθιά μες απ’ το σώμα του.

Τόσο μόνοι, τόσο ακέραιοι και μόνοι, λίγο μετά από κατακλυσμό
Έγερνε πάνω του και γύρω
Ώσπου το σώμα
Πήρε το σχήμα της αγάπης του.

Άργησα εκεί να τους κοιτάζω.

Ένας άντρας σφιχτά αγκαλιασμένος μ’ ένα τσέλο.

Ωραίοι,
Σαν την αγάπη που ήθελα να πω.



από τη συλλογή "Παραλήπτης Άγνωστος", Αθήνα 2006

(Ακούμε μουσική του Βασίλη Γκότση.
Στο τσέλο ο Ορέστης Ζαφειρόπουλος.)

Τετάρτη, Μαρτίου 21, 2007

Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης

άνοιξη! άνοιξη παντού…
και ποίηση! ποίηση ολόγυρα…


έβαλα ν’ ακούσω Debussy (clair de lune)




και κάλεσα…




τους “συνομήλικους”…



Δημήτρης Αγγελής, Μυθικά νερά, Οι εκδόσεις των φίλων, Αθήνα 2003

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

Χώροι της γλώσσας μου πιο αληθινοί
στα βρύα και στα πράσινα του στήθους σπαρτά.
Ευλογία στο στήθος μου η μεγάλη πληγή. Η
λίμνη. Το ποτάμι.
Ελπιδοφόρα αρμενίζουν τα πλεούμενα στ’ ανοιχτά
στις εκβολές σου ζητώντας την πρώτη πηγή.

Ώστε, λοιπόν, επιστρέφω στο σπίτι το τίμιο ξύλο σου,
τη δωρεά σου
αλλά φοράω πλέον εγώ τα καρφιά, μιλάω τις λέξεις σου ·
διαβάζω στις επιστολές όσα μου έκρυβες χρόνια
με σινική μελάνη, γιασεμί και τόνους χώματα.

Που ματώνω με βλέπεις; Τώρα σειρά σου
να με φωνάζεις «πατέρα».



Δημήτρης Ελευθεράκης, Η Στέππα, Νεφέλη, Αθήνα 2006

ΙΩΣΗΦ ΜΠΡΟΝΤΣΚΙ

Ένας ποιητής πεθαίνει
- μακριά απ’ τα στρατόπεδα συγκέντρωσης -
στις ΗΠΑ.

Ο θάνατος είναι γεμάτος μεταφορές :
φύλλο που πέφτει το φθινόπωρο στη λίμνη ·
video-clip χωρίς ήχο ·
δυο άνθρωποι που ξεχαστήκαν νύχτα σ’ ένα καφενείο μιλώντας για τη μεταφυσική.

Σβήσε το φως · ένα κερί αρκεί
για να φωτίσει τη στολή της ψυχής –
μεθαύριο θα μας δεξιωθεί
ο Ιησούς της Ιστορίας.



Γιώργος Λίλλης, Στο σκοτάδι μετέωρος, Μελάνι, Αθήνα 2003

Κατακερματισμένη απολογία μες στο σκοτάδι (απόσπασμα)

Έχουν και τα όνειρα ολισθηρότητα. Πέφτουν στην ουτοπία
και δολοφονούνται από την απόλυτη πεποίθηση της βαβυλωνιακής τους διάστασης ·
νευρώσεις – Alptraum –
κι όπως σκοτεινιάζει στη θεαματική βιτρίνα μπήγονται
τα πρώτα εικονίδια του μέλλοντος
στου θώρακά μου την περισυλλογή. Το σύνορο
της εκκωφαντικής πραγματικότητας.
Στα όνειρά μου πάντα κατοικεί το υγρό στοιχείο.
Το σώμα
είναι ένα χωμάτινο οχυρό που το διαπερνούν οι άνεμοι
σηκώνεται σκόνη η φωνή
και πέφτει ξανά στις αχανείς εκτάσεις της σιωπής.

Και ξέρω. Οι λέξεις
δεν με σώζουν.



Κώστας Μόρφης, Παραλήπτης Άγνωστος, Αθήνα 2006

ΘΕΩΡΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΛΗΞΗ ΤΟΥ BIG BANG

Το Big Bang της σύλληψης –
μια στιγμή.
Πότε; Ούτε κι ο χρόνος δεν το ξέρει
στο χείλος της βουβής αταραξίας των νερών, λίγο πριν από την πτώση
κι έπειτα εκρήξεις ιδεών καταστερισμοί νοημάτων πλημμύρες λέξεων εγκατακρημνίσεις αισθημάτων βροχή λεοντιδών και φθόγγων
ώσπου να γεννηθεί εκεί στην άκρη της μοναδικότητας
ένας πλανήτης
βυθισμένος στην περίκλειστη σιωπή του…

Αργά-αργά αναδύεται ωραία, γιατί πρώτη,
η Πανγαία του.

Και πάντα πίσω απ’ όλα αυτά βρίσκεται
ένας Νους
κι ένας αγώνας ανάμεσα
σε δυο θηρία – πες έρωτας.

Αρχίζουν τότε άνεμοι
και πότε κύματα, λίγο εδώ
λίγο εκεί κατατρώγοντας τον βράχο στο σχήμα μιας έλλειψης
ευεργετικά
ανελέητα
να γλύφουν το σώμα
που μια θα πέφτει στο βλέμμα του ενός κι άλλοτε
θα χαράζει τη συνείδηση του άλλου
ταξιδεύοντας.
Μέχρι πού; Ούτε κι εγώ δεν το ξέρω,
ούτε κι αυτό το ίδιο το γνωρίζει, έτσι καθώς γεννιέται
με την αναζήτηση του ορίου και με τη βεβαιότητα του τέλους του.

Συνεπώς
το ποίημα είναι σύμπαν που διαρκώς διαστέλλεται.



Βασίλης Ρούβαλης, Νότος, Κέδρος, Αθήνα 2004

(από τον Ακράγαντα)

Άργησαν μόνο να φανούν οι συνέπειες.
Δεν θα γίνω ποτέ ξανά αυτός που ήμουν.
Απομένει μόνο η Σάντα Μαρία
με το σκονισμένο βρέφος
η φθαρμένη ώχρα στους τοίχους
η αίσθηση
πως έχουν ραγίσει όσα αγαπούσα.
Το σκοτάδι
λιγοστεύει όταν θεωρώ προορισμό
τη μοναξιά.
Όλα βυθίζονται
στην αλήθεια του σικελικού ορίζοντα.
Με την αρχαία κοίτη του ποταμού
τα ψέματα της νύχτας
τον κόπο να προσποιούμαι τα γνώριμα.



Μαρία Τοπάλη, Λονδίνο και άλλα ποιήματα, Νεφέλη, Αθήνα 2006

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ

Χ.Β.

Γράφεις σ’ αυτό το αλφάβητο θα πει περιθωριοποιείσαι.
Δεν είναι αυτή η επιλογή σου.

Σε μια προσπάθεια διαφυγής,
διαβάζεις άλλη (ισχυρή) γλώσσα.

Σκέφτεσαι βαβελικά, μεταγλωττίζεις
από τον έναν εαυτό στον άλλον.

Ένα απόγευμα του φθινοπώρου,
μπαίνεις κουρασμένος σε μια μισοσκότεινη κρεβατοκάμαρα
κι αντικρίζεις με φρίκη το είδωλό σου να κοιμάται
φεγγίζοντας κάτω από ένα σκούρο διάφανο υλικό.

Η κραυγή σου, που θα ’πρεπε να σχίσει την ύλη στα δύο,
δεν φτάνει ούτε μέχρι το διπλανό διαμέρισμα
(είναι άλλωστε γνωστό πως οι υπερευαίσθητοι
είναι ελάχιστα αλληλέγγυοι μεταξύ τους).

[Ανάσα δασκάλας πιάνου στη Θεσσαλονίκη που
Μυρίζει ελληνικό καφέ:]

Υπάρχει το είδος εκείνο του ποιήματος
που είναι μυθιστόρημα με τη σπονδυλική στήλη σακατεμένη
από μια μνήμη άστατη σαν καιρικό φαινόμενο.

Ούτε μουσική, ούτε χρώμα : μόνο ρυθμός, βαθιά στην πέτρα,
κρυμμένος στην άσφαλτο,
ανάμεσα στις μάρκες που ποντάρει ο συμπαίκτης σου,
χωρίς να το γνωρίζει και πρέπει,
πρέπει να του τον αρπάξεις.



Ασημίνα Χασάνδρα, Δύσλεκτον, Δέλεαρ, Αθήνα 2006

Δεν μπορώ πια δεν
Ξέρω δεν αντέχω πόσο μπορεί
Να μετακινηθεί ένας έρωτας; αχαλίνωτα χρώματα
Ο Καιρός γλυκαίνει – νύχτα κι αυτή ώρες
Παλεύω με κάτι κομμάτια λύπεων
Αργόσυρτα στα σεντόνια δαγκώνει : η Μοίρα ο Ζέφυρος
Ακροκέραμο λέξεων και η θάλασσα η μόνη
Αληθινή ταυτότητα το σώμα μου κατοικώντας
Άσπρες χελιδόνες υψίσυχνων πτήσεων
Νύχτα κι αυτή με τινάζει με κάτι απροσδόκητα
Ώρες παλεύω
Το πρώτο ψάρι μεσοπέλαγα. Εναντίον μου όλα σου τα κρυφά
Φιλιά σκαλοπάτια αρχαίας νεότητας
Μέρα κι αυτή με νύχτωσε
Δεν ξέρω δεν
Μπορώ δεν αντέχω πια οι κινήσεις μου θραύσματα
Προεκτείνονται και δε σε φτάνουν ποτέ –
Με σπαράζουν –

– Κλαίς;





και τη φίλη…


Χρύσα Αλεξοπούλου, Βορείως του Νότου, Γαβριηλίδης, Αθήνα 2005

ΣΥΜΦΩΝΙΑ

Η συμφωνία μυστική
και οι συμβαλλόμενοι επίσης.

«Φειδώ στο φως,
τα χρώματα και το γαλάζιο.
Σπανίως παρών ο ήλιος
κι οι νύχτες ακόσμητες».

«Αφειδώς προσφερόμενο
το πράσινο,
σε όλες τις εκδοχές.
Αρκετές οι εκφάνσεις του καφέ,
του γκρι επίσης».

«Πανταχού παρούσα η βροχή.
Συνεπής στη συνεύρεση,
με μέρες που γρήγορα
βαριούνται κι αποσύρονται».

«Τα απότοκα των μηχανών,
προϊόντα ακριβείας,
απαστράπτοντα,
τελείας αποδόσεως.
Τοκείς ευημερούντων αριθμών».

Συνετάγη η παρούσα
βορείως του Νότου
και εφαρμόζεται.

Τρίτη, Φεβρουαρίου 13, 2007

ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 1 (ποιητικές εκλεκτικές συγγένειες)

Κωνσταντίνος Μόρφης (Θεσσαλονίκη, 1964)

Αυτός που βλέπεις, που αγγίζεις, που ποθείς
Που κάθε μέρα τον γεννάς, τον ανασ(τ)αίνεις
Είσαι εσύ κι η προβολή σου στη ζωή
Για μένα.

(από τη συλλογή “παραλήπτης άγνωστος”, 2002)