Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αρχαίοι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αρχαίοι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη, Μαΐου 24, 2007

Ευριπίδη "Μήδεια" Α΄ Στάσιμο

"Μήδεια" του Delacroix


Πάνω κυλούν οι ποταμοί
Πίσω διαβαίνουν στις πηγές τους
Και δίκιο κι όλα χάνονται
Οι δόλοι των ανθρώπων απέκτησαν τρανή ισχύ
Και των θεών οι όρκοι δεν έχουν πλέον δύναμη
Μα πάλι όνομα καλό θα δώσουν στη ζωή μου
οι φήμες
Έρχονται τιμές στων γυναικών το γένος
Να μην το ξέρουν άλλο πια για κακοφημισμένο.


Και των αρχαίων ποιητών γλυκόλαλες οι Μούσες
Θα πάψουν πλέον άπιστη εμένα να καλούνε
Αφού σ' εμάς δε χάρισε της λύρας το τραγούδι
Ο Φοίβος, των θεόπνευστων των τραγουδιών ο αφέντης
Αλλιώς θα ηχούσε κι από μας τραγούδι για τους άντρες αντίφωνο
Τα χρόνια που περνάνε έχουν αμέτρητα να πουν

και για τα δυο τα φύλα.


Τρελή από τον έρωτα μακριά απ' το πατρικό σου ταξίδεψες
Και διάβηκες της θάλασσας τις δίδυμες τις πέτρες
Τώρα την ξένη χώρα κατοικείς
Του άναντρου του άντρα την κλίνη σου τη νυφική
Έχασες πια βαριόμοιρη
Εξόριστη διώκεσαι μακριά απ' αυτή τη χώρα, ατιμασμένη.


Η χάρη αφανίστηκε κι η δύναμη των όρκων
Και στην Ελλάδα σεβασμός κανείς δεν απομένει
Πάει, πέταξε
Κι εσύ δυστυχισμένη, δεν έχεις σπίτι πατρικό

πίσω για να γυρίσεις
Άλλη βασίλισσα τρανή εδώ, μέσ' στο παλάτι

νίκησε το κρεβάτι σου.


μετάφραση Γ.Ε.
(ακούμε έναν αρχαίο ελληνικό σίκκινι χορό)

Δευτέρα, Ιανουαρίου 15, 2007

Μεταφράζω ό,τι αγαπώ (μέρος β΄)

Αρχαίοι Έλληνες Λυρικοί

τα αισθησιακά

Σ Α Π Φ Ω



20D

και ποθήω και μάομαι

* * * * * *

ποθώ μαζί και λαχταρώ



50D

Έρος δ’ ετίναξέ μοι
φρένας, ως άνεμος κάτ όρος δρύσιν εμπέτων.

* * * * * * * * * * * *

Έρωτας μου πήρε τα μυαλά,
όπως χιμάει ο άνεμος στα όρη στις βελανιδιές.


48D

Ήλθες, κάλ’ επόησας, έγω δέ σ’ εμαιόμαν,
αν δ’ έφλυξας έμαν φρένα καιομέναν πόθωι

* * * * * * * * * * * *

Ήρθες, καλά που έκανες, κι εγώ σε λαχταρούσα
τα σωθικά μου κόχλαζαν, καίγονταν απ’ τον πόθο



114D

Γλύκηα μάτερ, ού τοι δύναμαι κρέκην τον ίστον
πόθωι δάμεισα παίδος βραδίναν δι’ Αφρόδιταν.

* * * * * * * * * * * * *

Γλυκιά μου μάνα, δε μπορώ πια να χτυπώ το υφάδι
απ’ του παλικαριού τον πόθο λαβωμένη
που μού ’στειλε η λυγερή Αφροδίτη.



116D

οίον το γλυκύμαλον ερεύθεται άκρωι επ’ ύσδωι,
άκρον επ’ ακροτάτωι, λελάθοντο δε μαλοδρόπηες ·
ου μαν εκλελάθοντ’, αλλ’ ουκ εδύναντ’ επίκεσθαι.

* * * * * * * * * * * * *

σαν τον γλυκύτερο καρπό μεστώνει στο τελευταίο κλαρί,
στην άκρη άκρη των ακρών, κι οι τρυγητές το ξέχασαν ·
δεν τό ’χουν ξεχασμένο, μον’ να το φτάσουν δεν μπορούν.



127D

Τίωι σ’, ω φίλε γάμβρε, κάλως εικάσδω;
όρπακι βραδίνωι σε μάλιστ’ εικάσδω.

* * * * * * * * * *

Με τι, γαμπρέ μου, να σε παρομοιάσω;
Όμοιο με λυγερό κλαρί σε παρομοιάζω.



90D

Δεύτέ νυν άβραι Χάριτες καλλίκομοί τε Μούσαι

* * * * * * * * * * * * *

Γεια σας γλυκές μου Χάριτες, μακρυμαλλούσες Μούσες



137D

Έρος δηύτέ μ’ ο λυσιμέλης δόνει,
γλυκύπικρον αμάχανον όρπετον.

* * * * * * * * *

Να που ο έρωτας, που παραλύει τα μέλη,
με δονεί
γλυκόπικρο, ανίκητο σερπετό.



128 D

σοί χάριεν μέν είδος, όππατα δ’
μέλλιχ’ , έρος δ’ επ’ ιμέρτωι κέχυται προσώπωι
τετίμακ’ έξοχά σ’ Αφρόδιτα

* * * * * * * * * * * *

Γλυκιά η θωριά σου, τα μάτια σου
μελένια, έρωτας χύνεται στο ποθητό σου πρόσωπο
ξεχωριστά σ’ έχει προικίσει η Αφροδίτη.




94D

δέδυκε μεν α σελάννα και πληίαδες · μέσαι δέ
νύκτες, παρά δ’ έρχετ’ ώρα, έγω δε μόνα κατεύδω.

* * * * * * * * * * * * *

κρύφτηκαν το φεγγάρι κι οι πλειάδες ·
μεσάνυχτα ·
η ώρα περνά
κι εγώ κοιμάμαι μόνη.

Πέμπτη, Ιανουαρίου 11, 2007

Μεταφράζω ό,τι αγαπώ...
Αρχαίοι Έλληνες Λυρικοί

τα αισθησιακά

(α΄ μέρος)

Α Ρ Χ Ι Λ Ο Χ Ο Σ



25D

έχουσα θαλλόν μυρσίνης ετέρπετο
ροδής τε καλόν άνθος,
η δέ οι κόμη
ώμους κατεσκίαζε καί μετάφρενα.

* * * * * * * * *

Κρατούσε τρυφερό κλαρί μυρτιάς
κι όμορφο ρόδο
κι ευφραινόταν
και τα μαλλιά της
σκίαζαν τους ώμους και την πλάτη.



26D

εσμυρισμένας κόμας
καί στήθος, ως αν καί γέρων ηράσσατο.

* * * * * * * * * * *

μοσχοβόλιστα μαλλιά
και στήθος, μέχρι και γέροντα θα κόλαζε.



71D

ει γαρ ως εμοί γένοιτο χείρα Νεοβούλης θιγείν.

* * * * * * * * * * *

Αχ, ας γινόταν ν’ άγγιζα το χέρι της Νεοβούλης.



72D

καί πεσείν δρήστην επ’ ασκόν καπί γαστρί γαστέρα
προσβαλείν μηρούς τε μηροίς

* * * * * * * * * * * * *

να γείρει με ορμή και, κοιλιά πάνω στην κοιλιά,
να χωθούν στα λαγόνια οι μηροί



104D

δύστηνος έγκειμαι πόθωι
άψυχος, χαλεπήισι θεών οδύνηισιν έκητι
πεπαρμένος δι’ οστέων.

* * * * * * * * * * *

δυστυχισμένος κείτομαι απ’ τον πόθο
δίχως πνοή, απ’ τις πικρές ωδίνες των θεών
ως το μεδούλι τρυπημένος.



112D

τοίος γάρ εκ φιλότητος έρως υπό καρδίην ελυσθείς
πολλήν κατ’ αχλύν ομμάτων έχευεν
κλέψας εκ στηθέων απαλάς φρένας.

* * * * * * * * * * * * *

Τέτοιος απ’ την καρδιά μου πόθος έρωτα ξεχύθηκε
Στα μάτια μου έφερε τη σκοτεινιά
Κι αρπαξε την ψυχή μου απ’ τα στήθη.



118D

αλλά μ’ ο λυσιμελής, ω ’ταίρε, δάμναται πόθος.

* * * * * * * * * * * * * *

Φίλε μου, ο πόθος παραλύει τα μέλη μου και με δαμάζει.