Δευτέρα, Νοέμβριος 23, 2009

διάλεξη της Τζένης Μαστοράκη



Τρίτη, Νοέμβριος 10, 2009

"Η ΠΟΙΗΣΗ ΕΙΝΑΙ Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΠΟΥ ΑΝΤΕΧΟΥΜΕ Η ΠΟΥ ΕΥΧΟΜΑΣΤΕ"

Κυριακή, Οκτώβριος 25, 2009



δέκα νέα ποιήματα

και

ένα δοκίμιο ποιητικής

στο
1x1



του ηλεκτρονικού περιοδικού

Poeticanet


dokimio poihtikis

Δευτέρα, Οκτώβριος 05, 2009

radio-days...


Η Μαρία Ροδοπούλου και το Radio Bubble


σας προσκαλούν στις 6/10/2009

στις 9 το βράδυ στην εκπομπή

"60 Λεπτά στην Αρένα των Λέξεων"


σε μια περιήγηση της δυναμικής αισθητικής

των συναισθημάτων των λέξεων

ελευθερώνοντας την όραση


στην Ποιητική του Γιάννη Ευθυμιάδη



Καλή Ακρόαση


http://www.radiobubble.gr/audio/user/1092


Κυριακή, Σεπτέμβριος 06, 2009






Γ σ Π



Τετάρτη, Ιούνιος 24, 2009

Παρασκευή, Ιούνιος 19, 2009

Ανέκδοτα ποιήματά μου με μουσική του Δημήτρη Μαραμή στο Dasein



Την Κυριακή (21/6) στις 9 το βράδυ στο Dasein

(Σολωμού 12, Εξάρχεια)


ΠΟΙΗΤΙΚΗ Α-PARTY-A

από το Poetry Now

-πολλοί φίλοι ποιητές θα διαβάσουμε ποιήματά μας-


Θα διαβάσω
ανέκδοτα ποιήματά μου.


Ζήτησα από έναν πολύ αγαπημένο μου συνθέτη,

τον Δημήτρη Μαραμή
,

να μου "δανείσει" κάποιες από τις εξαίσιες μουσικές του
για να ακουστούν ανάμεσα και πλάι στα λόγια μου.


Ο Δημήτρης διάβασε τα ποιήματα και...
έγραψε μουσική για να ακουστεί ειδικά την Κυριακή το βράδυ
μαζί με τα ποιήματά μου.

(Δημήτρη σ' ευχαριστώ μέσα απ' την καρδιά μου)

Μακάρι να συμβαίνουν πάντα τόσο όμορφα πράγματα στη ζωή μας...


Το χέρι σου που κράτησα μια νύχτα στην καρδιά μου, τόσο κοντά
τι άκουσε; Τι τάχα να του είπε η καρδιά μου;
Τι της απάντησε
και δεν μπορεί πια να χτυπά αυτή, και δεν μπορεί ξανά ν' αγγίζει αυτό;
Έχω δει, νύχτα, την καρδιά μου να χαϊδεύει, με αγωνία να ψηλαφά,
έχω ακούσει όλη μέρα να χτυπάει το χέρι σου, τακ-τακ-τακ-τακ
πάνω στο ξύλο μιας απείθαρχής μου σκέψης.
Το χέρι που δεν είναι χέρι μόνο λέγεται.
Και η καρδιά που πια δεν είναι μόνο λέει.
Το χέρι χέρι κι η καρδιά καρδιά -
να μη μας πάρουν μυρωδιά
πως τ' ανταλλάξαμε.

Πέμπτη, Ιούνιος 18, 2009

F. G. Lorca - Δημήτρης Μαραμής "Νεράιδα"

Τρίτη, Ιούνιος 09, 2009

ΠΟΙΗΤΙΚΗ Α-PARTY-A






Γιορτάζοντας τα τρία χρόνια λειτουργίας του στο Dasein
το Poetry Now σας προσκαλεί στην
ΠΟΙΗΤΙΚΗ Α-PARTY-A

Ποιητές γλωσσοκεντρικοί, περφόρμερ, ρομαντικοί. Ποιήματα από στήθους, ηχογραφημένα, μελοποιημένα. Νέοι έλληνες και ελληνίδες δημιουργοί με το μικρόφωνο στο χέρι ή την επιλογή τους στα deck, ανεβασμένοι στο τραπέζι ή βυθισμένοι στον καναπέ ζωντανεύουν στίχους αγαπημένων τους ποιητών (του εαυτού τους, ομοίως) σε μία βραδιά που η ποίηση θα βγεi... εκτός εαυτού.


Μεταξύ άλλων ποιητών και μη θα διαβάσουν, θα θεατρικοποιήσουν ή απλώς θα επιλέξουν ποιήματα στα deck οι: Γιώργος Χαντζής, Μαρία Τοπάλη, Κατερίνα Ηλιοπούλου, Δούκας Καπάνταης, Πατρίτσια Κολαίτη, Γιάννης Στίγκας, Δημήτρης Άλλος, Γιάννα Μπούκοβα, Βασίλης Κάρδαρης, Ιορδάνης Παπαδόπουλος, Αλέξανδρος Απέργης, Δήμητρα Κωτούλα, Σταμάτης Πολενάκης, Γιάννης Ευθυμιάδης, Μιχάλης Παπαντωνόπουλος....


Τα ποιήματα κυκλοφορούν ανάμεσά μας και οποιοσδήποτε μπορεί να κλέψει την παράσταση. Εσύ;

Κυριακή 21 Ιουνίου, 9μμ - Dasein, Σολωμού 12, Εξάρχεια



Πέμπτη, Ιούνιος 04, 2009

Nicanor Parra - Padre Nuestro


στην Τ. που της αρέσει

Πάτερ ημών, στους ουρανούς,

μύρια προβληματάκια έχεις.
Έτσι που είσαι σκυθρωπός,
σαν άνθρωπος απλός μου μοιάζεις.
Μην πολυανησυχείς για μας.

Το ξέρουμε πως υποφέρεις,
που δεν μπορείς πάντα να έχεις το σπίτι σου σε μία τάξη.

Ξέρουμε πως ο Σατανάς δεν σε αφήνει σε ησυχία
και καταστρέφει ό,τι φτιάχνεις.

Εκείνος σε περιγελά
μα όλοι εμείς σε συμπονούμε.

Πατέρα, που είσαι εκεί ψηλά,
από αγγέλους κυκλωμένος, άπιστους,
μα ειλικρινά
μην πάσχεις τόσο πια για μας.
Λάβε υπ’ όψη σου και ότι
και οι θεοί σφάλματα κάνουν.
Κι όλους εμείς τους συγχωρούμε.

μετάφραση Γ.Ε.


Δευτέρα, Ιούνιος 01, 2009

animo et corpore...




Απόψε στη Στοά του Βιβλίου
έγινε η παρουσίαση της
Ανθολογίας Νέων Ελλήνων Ποιητών

"Το Καινούργιο Εντός ή Πέραν της Γλώσσας"

Ο ηθοποιός Παύλος Εμμανουηλίδης διάβασε έξοχα το παρακάτω ποίημά μου
(και για να παραλλάξω τα λόγια του Ρίτσου
"οι ποιητές διαβάζουν σωστά,
αλλά οι ηθοποιοί διαβάζουν...ωραία!")

Η μετάφραση είναι του Γιάννη Γκούμα (τον ευχαριστώ θερμά)



(πατήστε πάνω στην εικόνα για μεγέθυνση)



Τετάρτη, Μάϊος 13, 2009

Ποίηση στα Εξάρχεια




Την Κυριακή 17 Μαΐου στις 7.30 το απόγευμα σε ανοιχτή εκδήλωση στην πλατεία Εξαρχείων διαβάζουν ποιήματά τους:

η Μαριγώ Αλεξοπούλου
ο Γιάννης Ευθυμιάδης
η Έλλη Παπαγεωργίου
η Αριστέα Παπαλεξάνδρου
και ο Μιχάλης Παπαντωνόπουλος

την επιμέλεια της παρουσίασης έχει ο ηθοποιός Πέτρος Αλατζάς

(μια ωραία ευκαιρία να δοκιμάσουμε τις αντοχές της ποίησης σε ανοιχτό χώρο,
για ανοιχτούς ανθρώπους, με...ανοιχτό πρόγραμμα)




Κυριακή, Απρίλιος 26, 2009

στον Γ. Ρ.


Μα μήπως και τα χρόνια που δεν σε γνώριζα
μια εξορία δεν ήταν; Τώρα πια
πολιτογραφήθηκα ενάρετος στη βασιλεία σου.
Υποτάσσομαι και νομιμοφρονώ.

Μ’ έδιωξαν σε πολλές εξορίες. Χειρότερη ήταν
ανάμεσα στους ανθρώπους.
Να μην ακούν ούτε τον ψίθυρο ούτε το ουρλιαχτό.
Εγώ να φωνάζω στα κύματα, να ασκώ τη φωνή μου
για το ανεπίδοτο. Μάτωνα ελπίδα, ο φόβος μου
υπερνικούσε τα απίστευτα.
Ήμουνα πλέον ένας ατόφιος ήρωας. Κανείς
δεν έπρεπε να ξέρει, ούτε οι προστάτες ούτε οι δήμιοι,
πως έκλαιγα τις νύχτες κάτω απ’ το πρόσωπο του αλώβητου,
πως κράταγα υπομονή με σαπισμένα δάχτυλα
– ευτυχώς, αντί για την ψυχή μου. Ώσπου ήρθες εσύ.
Ωραίος πρίγκιπας , κι ωραίος πάει να πει στην ώρα του.
Είχα επιτέλους μιαν εικόνα να κοιτάζω,
τόσο που είχα ξεχάσει πια για χρόνια τη μορφή μου.
Ολοκάθαρο κάτοπτρο με το είδωλό μου να του μοιάζω,
κάποιον να με θαμπώνει.
Πήγαινα πίσω απ’ την επίπεδη επιφάνεια, τη γυαλιστερή,
για να σε βρω – πουθενά. Εσύ φανερωνόσουν
μόνον όταν σε κοίταζα κατάματα, για θαυμασμό
ή για αναμέτρηση.

Πέμπτη, Απρίλιος 02, 2009

ΔΥΟ ΠΟΤΑΜΙΑ


d. F.

Δύο ποτάμια έσμιξαν
-άκου τον παφλασμό-
κι ύστερα πάλι χώρισαν,
έτσι έπρεπε να γίνει.
Ίσως ξανά δε φτάσουνε
στον ίδιο οργασμό,
όμως από το σμίξιμο
κάτι έμελλε να μείνει.
Κοίτα ασημένια αφρόψαρα!
Μενεξεδιά πουλιά!
που κολυμπούν και παίζουνε
τριγύρω απ' τα νερά τους!
Μη μου ζητάς ποτέ να πω
το πώς και το γιατί,
το λιγοστό που απόμεινε
απ' τη σβηστή χαρά τους...


Σάββατο, Μάρτιος 28, 2009




τι είναι ο ποιητής;

Ασημιά κουδούνια αντηχούν στον δρόμο
πούθε πας μικρό μου ηλιοχιόνιστο
- Πάω στις μαργαρίτες πέρα στο λιβάδι
πράσινο λιβάδι - σα ζωγραφιστό

- Πούθε πας μικρό μου διόλου δεν φοβάσαι
πέρα είν' το λιβάδι - ώρες μακριά
- Η δικιά μου αγάπη διόλου δεν φοβάται
τ'ανοιχτό τ'αγέρι την δεντροσκιά

- Τότε να φοβάσαι γιόκα μου τον ήλιο
ακριβό μου αγόρι ηλιοχιόνιστο
- Τα μαλλιά μου ο ήλιος τάκαψε για πάντα
κι είμαι ασπρομάλλης δυο χρονώ μωρό

F. G. Lorca

(απόδοση στα ελληνικά Λευτέρης Παπαδόπουλος)



Πέμπτη, Μάρτιος 19, 2009

Γιάννης Κεφαλληνός




Ο Γιάννης Κεφαλληνός (1894-1957) γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια από αστική οικογένεια με κεφαλλονίτικες και χιώτικες ρίζες. Λαμπρός μαθητής, με επιδόσεις στα μαθηματικά, ανακάλυψε πολύ νωρίς την καλλιτεχνική του κλίση καί, παρά τις αντιρρήσεις των γονιών του, σπούδασε Ιστορία της Τέχνης και ζωγραφική στη Γαλλία, όπου έζησε αρκετά χρόνια. Επιστρέφει στην Ελλάδα το 1930, για να εκλεγεί καθηγητής στη Σχολή Καλών Τεχνών ένα χρόνο αργότερα, και οργανώνει το Εργαστήριο Χαρακτικής τελειοποιώντας την τεχνική αυτή. Η τέχνη του βιβλίου τον απασχόλησε ιδιαίτερα, τόσο στη Γαλλία όσο και στην Ελλάδα, ενώ συνεργάστηκε και με τα Ελληνικά Ταχυδρομεία (1950-54) φιλοτεχνώντας γραμματόσημα που απέσπασαν διεθνείς διακρίσεις. Ουδέποτε ενδιαφέρθηκε να προβάλει τη δουλειά του, δικαιώνοντας έτσι το χαρακτηρισμό «ο Σιωπηλός», που του έδωσε ο Π. Πρεβελάκης στη νεκρολογία του. Μόνο δύο ολοκληρωμένες εργασίες του δέχτηκε να παρουσιάσει στο κοινό: Το Παγώνι (1946) και τις Δέκα Λευκές Ληκύθους (1956). Η σχέση του Κεφαλληνού με τους μαθητές του δεν ήταν ποτέ τυπική: ενδιαφερόταν και τους φρόντιζε σαν πατέρας. Η έμφυτη καλοσύνη του (οι συγγενείς τον αποκαλούσαν «Καλογιάννη») και το αίσθημα της αλληλεγγύης και της δικαιοσύνης τον ωθούσαν στην υπεράσπιση των αδυνάτων και της ειρήνης. Το 1954 εκλέγεται διευθυντής της ΑΣΚΤ, θέση που θα τη διατηρήσει μέχρι το θάνατό του. Υπό την ηγεσία του η Σχολή θα ενδιαφερθεί και θα πάρει θέση σε ζητήματα πολιτισμού, ελευθερίας ή ανθρωπίνων δικαιωμάτων —ζητήματα που τον απασχολούσαν πάντα αφού θεωρούσε τη ζωή πρωταρχική αξία χωρίς ιδεολογικούς δογματισμούς: αντιρρησίας συνείδησης κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και τη Μικρασιατική Εκστρατεία, φιλοτέχνησε με τους μαθητές του αφίσες που εμψύχωναν τον λαό κατά τον πόλεμο του '40 και υποστήριξε τον αγώνα της Κύπρου εναντίον της αγγλικής κατοχής
Από το βιβλίο του Ε. Χ. Κασδαγλή «Γιάννης Κεφαλληνός, ο χαράκτης»
































Ο Γιάννης Παππάς μιλά για τον Γιάννη Κεφαλληνό


Ομιλία του Γιάννη Παππά στο Α.Τ.Ι (Φεβρουάριος 1967)Από το «Κείμενα για την Τέχνη», εκδ. Νεφέλη, Αθήνα 1993

Κυρίες και Κύριοι,Όσοι από σας γνώρισαν καλά τον Γιάννη Κεφαλληνό, ίσως να τον φανταστούν τούτη τη στιγμή να χαμογελά. Αυτό το χαμόγελό του, που συχνά γινόταν σαρκαστικό γέλιο και σχεδόν πάντα τελείωνε καλόκαρδα, ήταν από τα πιο χαρακτηριστικά γνωρίσματα του σεβαστού φίλου μας. Έκρυβε τις χωρίς ψεύτικες ντροπές και προκαταλήψεις αυστηρές ιδέες του, τις απόλυτες θέσεις που έπαιρνε όχι μόνο ως προς τους άλλους, αλλά πρώτα έναντι του εαυτού του και που τον οδηγούσαν τελικά στο να εξαντλεί την αυστηρότητά του στη ζωή και στο έργο του, που είναι απόλυτα συνυφασμένα. Μην περιμένοντας πολλά από τους άλλους, έχοντας δει καθαρά γύρω του, παρ’ όλη την απονήρευτη φύση του, κλείστηκε στον εαυτό του εφαρμόζοντας τις δύσκολες αρχές που τον καθοδήγησαν πάντοτε. Δεν έχω την πρόθεση να κρίνω και να αξιολογήσω το έργο του Γιάννη Κεφαλληνού, γιατί δεν είναι δουλειά μου. Η κριτική ανήκει σε άλλους, και τώρα δε μπορώ παρά να θυμηθώ τον επιγραμματικό ορισμό του Στέφανου Μαλλαρμέ: «Le critique et celui qui s’ occupe de se qui ne le regarde pas» - κριτικός είναι ο ασχολούμενος με ό,τι δεν τον αφορά. Δούλευε, λοιπόν, ο αγαπητός φίλος μας, πέρα από την επικαιρότητα και τις μόδες, μέσα σ’ ένα κλίμα που θα το λέγανε οι περισσότεροι ξεπερασμένο, βάζοντας για σκοπό του μιαν απόλυτη έκφραση βασισμένη σε μιαν αδιάσειστη τεχνική, αδιάφορος σε κρίσεις αβασάνιστες αλλά προσεκτικός στο έπακρο για ό,τι μπορούσε να τον βοηθήσει στο να τελειοποιηθεί. Δούλεψε με πάθος σε όλη του τη ζωή, αδιάκοπα, επίμονα. Εχθρός της προχειρολογίας και της αισθητικής του non finito, ήταν αποφασιστικά, πεισματικά, υπέρ της όσο το δυνατόν τέλειας εργασίας. Κάθε εμπειρία τεχνική είχε σκοπό μια καθαρότερη και διαυγέστερη έκφραση για την ολοκλήρωση της κλασικής αντίληψής του για την τελειότητα. Η φυσική του ροπή, η διάθεσή του, η μόρφωσή του, τον έσπρωχνε αναγκαστικά προς την αναζήτηση αυτής της τελειότητας, που περιελάμβανε όλες τις εκδηλώσεις της ζωής του και της τέχνης του. Μα ήταν και ο ίδιος, έτσι όπως τον είχε κάνει ο Θεός, ένας ωραίος, ιδιότυπος, καλοφτιαγμένος άνθρωπος. Υψηλός, λεπτός, με αδρές και χαριτωμένες κινήσεις. Το πρόσωπό του ξερακιανό, με δυνατά κόκαλα και πολύ βαθουλωτά μαύρα μάτια, γκρίζα μαλλιά και μελαψός σαν Βεδουίνος. Μήπως και στο ντύσιμό του δεν υπήρχε η ίδια επιθυμία τελειότητας; Όχι βέβαια γιατί ήταν κομψευόμενος αλλά γιατί αγαπούσε το καλό ύφασμα, το καλοκομμένο ρούχο – χωρίς εκκεντρικότητες επιζητούσε το ασυνήθιστο, και πάντα η εμφάνισή του ήταν αρχοντική. Το ίδιο και περισσότερο ακόμα συνέβαινε με το περιβάλλον όπου ζούσε και δούλευε. Τάξη, καλαισθησία, απλότητα, σχολαστική φροντίδα παντού. Σε λεπτομέρειες προπάντων. Λίγα έπιπλα, από το καλύτερο ξύλο, καμωμένα με δικά του σχέδια, λίγα αντικείμενα, όχι κατ΄ ανάγκην πολύτιμα, αλλά σωστά. Η βιβλιοθήκη του άρτια. Κι εκείνα τα συρτάρια με τα εργαλεία του, με ειδών ειδών κοπίδια, μαχαίρια, πένες, μολύβια, χρώματα, πινέλα, χαρτιά, μελάνια, ό,τι μπορούσε να βάλει ο νους σου, όλα ταχτοποιημένα και έτοιμα. Σίγουρα δεν τα μεταχειριζότανε όλα, αλλά ήταν το μεράκι του τεχνίτη που θέλει να ’χει στη διάθεσή του ό,τι πιο ειδικό και καλό εργαλείο μπορεί ίσως να χρειαστεί. Ο Κεφαλληνός αγαπούσε με πάθος το metier σαν ένας βιοτέχνης – κι είναι σπάνιο για άνθρωπο που έβγαινε από αστικό ευκατάστατο περιβάλλον. Φροντίδα παντού, και στο τραπέζι του φυσικά, που καλαίσθητο και λιτά στρωμένο πρόσφερε πάντα κάτι εκλεκτό και δυσεύρετο. Το εργαστήριό του ήταν τόσο απλό και νέτο, χωρίς ίχνος καλλιτεχνικής αταξίας, που καμμιά φορά ρωτιόμουν αν δούλευε κανείς εκεί. Πέρασε τις περισσότερες ώρες της ζωής του εκεί, μόνος, σκυμμένος στο τραπέζι του, αναζητώντας την τελειωτική και απόλυτη έκφραση. Σε κάθε λοιπόν τρόπο ζωής και τρόπο εργασίας μια πρόθεση, μια αναζήτηση, ένα επίτευγμα τελειότητας. Από νωρίς ο καλλιτέχνης έζησε αποτραβηγμένος. Λίγοι φίλοι, και προπάντων η άξια σύντροφός του Σουζάνα, που πάντα του παραστάθηκε πιστά, ήταν η συνηθισμένη συντροφιά του. Από ιδιοσυγκρασία, από πείρα της ζωής, από το γεγονός ότι κατάλαβε ότι οποίος καλλιτέχνης δουλεύει δεν του φτάνει μια ζωή για να μάθει, από περιφρόνηση προς τη χυδαιότητα αυτών πού προσπαθούν με κάθε θυσία να επιτύχουν, από άμυνα μιας ευαίσθητης καί ευερέθιστης φύσης, από αγάπη της αυτοσυγκέντρωσης, ο Κεφαλληνός έζησε θεληματικά μόνος, βλέποντας λίγους συγγενείς και ακόμα λιγότερους φίλους. Αμίλητος, κλειστός, απότομος με τους ξένους και μ' αυτούς πού θεωρούσε βαρβάρους, γινόταν γλυκομίλητος καί προσηνής με τους φίλους. Ήταν μοιραίο, με τον ερωτά πού είχε προς το απόλυτο, να απογοητευθεί από πολλά κι από πολλούς. Τελικά, νομίζω ότι έκρινε με επιείκεια καί καλοσύνη αλλά προτιμούσε να μη συναναστρέφεται. Την ανεξαρτησία του τη διαφύλαξε επίμονα. Ήταν από τους λίγους πνευματικούς ανθρώπους που δεν έστερξε σε παζάρια καί συναλλαγές. Ούτε τα ισχυρά πρόσωπα της ημέρας ούτε οι υποσχέσεις τους κλόνιζαν τις αποφάσεις του. Μακριά από παρατάξεις πολιτικές ή καλλιτεχνικές, έζησε με μοναδικό σκοπό το συμφέρον της τέχνης του. Οι θυμοί του, μάλλον οι εκρήξεις του, ήταν εκδηλώσεις μιας ανυπόμονης και ευαίσθητης ψυχής. Δεν δίσταζε, καμιά συμβατικότητα δεν τον εμπόδιζε, απότομα, μονοκόμματα, χωρίς περιφράσεις καί πονηρίες, να πει τη γνώμη του. Αλήθεια, μια τέτοια εκδήλωση πού μπορούσε να ενοχλήσει πολύ ήταν (όταν το σκέπτομαι και συγκρίνω με αυτούς πού υπολογίζουν όχι μόνο τί θα πουν αλλά πώς θα το πουν αναλόγως σε ποιόν θα το πουν ή δεν θα το πουν) σαν μια ανάσα αμόλυντου αέρα. Δεν ενδιαφέρει τόσο αν είχε πάντα δίκιο ο Κεφαλληνός ή αν ή σκέψη του δεν ήταν ισχυρότερη ή πιο καλά παρουσιασμένη από άλλη• σημασία είχε ή αυθεντικότητα της εκδήλωσης και το άδολο της πρόθεσης. Θα 'πρεπε τώρα να σας πω μερικά για τη ζωή του. Χρονολογίες, έργα, συμβάντα. Ο Γιάννης Κεφαλληνός γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια την 21η Ιουλίου 1894, από πατέρα Ζακυνθινό καί μητέρα Χιώτισσα. Φοιτά στο Αβερώφειο Γυμνάσιο της Αλεξανδρείας, και το φθινόπωρο του 1912 πηγαίνει στη Γάνδη για να σπουδάσει μηχανική. Ύστερα από ένα χρόνο περίπου φεύγει για το Παρίσι, με σκοπό να αφοσιωθεί στη ζωγραφική. Αλλά σε λίγο αρχίζει ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος και γυρίζει στην Αίγυπτο, όπου δεν παύει να εργάζεται στη Σχολή Καλών Τεχνών του Καΐρου, πού τότε είχε Γάλλους καθηγητές. Όταν το 1918 τελειώνει ο πόλεμος, επιστρέφει στο Neuilly και στο St. Cloud, όπου συνδέεται με το χαράκτη Μπελό. Από την εποχή αυτή αρχίζει ή καλλιτεχνική του δράση να ξεπερνά τα όρια της μελέτης. Επιμελείται και εικονογραφεί βιβλία γνωστών Γάλλων συγγραφέων. Η επιτυχία του στο Παρίσι και η εκτίμηση πού βρίσκει προμηνύουν λαμπρή σταδιοδρομία. Το έτος 1924 παντρεύεται και εγκαθίσταται στο Cinq – Mars la Pile στην Τουρραίνη, όπου αγοράζει μια έπαυλη με ένα μεγάλο κήπο. Αμέσως αρχίζει να ασχολείται με την κηποτεχνία με γνώση καί μεράκι. Ζει εκεί για έξι χρόνια στην καρδιά της Γαλλίας, δοκιμάζοντας και εκτιμώντας όλα τα αγαθά πού προσφέρει η μοναδική αυτή περιοχή. Η παραμονή του εκεί αναμφισβήτητα επηρέασε αποφασιστικά τον καλλιτέχνη και διαμόρφωσε πολλές από τις συνήθειες του και τις προτιμήσεις του. Γνωστός ήδη στο Παρίσι σε ευρύ καί εκλεκτό κύκλο, δεν έχει γίνει ακόμα γνωστός στην Ελλάδα. Όμως οι Έλληνες καλλιτέχνες και διανοούμενοι στο Παρίσι τον περιβάλλουν με εκτίμηση. Ιδιαίτερα διακρίνει και καταλαβαίνει την αξία του ο γλύπτης Κώστας Δημητριάδης, διευθυντής της Σχολής Καλών Τεχνών. Κι αυτός εγκαταστημένος στο Παρίσι, έχοντας ήδη διεθνή φήμη, επιστρέφει στην Ελλάδα καλεσμένος από τον Ελευθέριο Βενιζέλο για να αναμορφώσει καί να ξαναζωντανέψει μια Σχολή Καλών Τεχνών αποτελματωμένη. Το έτος 1930 προσκαλεί ο διευθυντής Κώστας Δημητριάδης τον Κεφαλληνό να διεκδικήσει την έδρα της Χαρακτικής. Ο καλλιτέχνης, αφήνοντας μια οργανωμένη ζωή καί μια σίγουρη σταδιοδρομία, γυρίζει στην Ελλάδα. Από το 1930-1932, οπότε διορίζεται καθηγητής, ταλαιπωρείται κάπως από την ελληνική πραγματικότητα, αλλά παρ' όλα αυτά βρίσκει καιρό για να δουλέψει. Κυρίως στη Μύκονο, οπού διαμένει για οκτώ περίπου μήνες καί κάνει μια σειρά από δυνατές καί άρτιες ξυλογραφίες, πού νομίζω ότι έχουν ιδιαίτερη σημασία στο έργο του. Αρχίζει από τότε μια πολύ γόνιμη περίοδος. Η τέχνη της χαρακτικής και ή διδασκαλία της, όπως καί ή τέχνη του βιβλίου, ήταν ως τότε σχεδόν ανύπαρκτες στην Ελλάδα. Δημιουργός του Εργαστηρίου Χαρακτικής της Σχολής των Καλών Τεχνών, πιστεύω ότι δεν είναι υπερβολή αν λεχθεί ότι ό Κεφαλληνός είναι καί ο δημιουργός της χαρακτικής στην Ελλάδα, πού τόσο αξιόλογη εξέλιξη καί διεθνή αναγνώριση βρήκε στους μαθητές του. Γιατί όλοι πέρασαν από τα χέρια του, είτε αναγνωρίζεται είτε όχι, όλοι οι σημερινοί δόκιμοι χαράκτες είναι παιδιά του Κεφαλληνού καί όλοι χρωστούν στη διδασκαλία του τη βαθιά γνώση της τεχνικής, ένα μέρος της γενικής τους καλλιέργειας, καί όσοι κατάλαβαν την τύχη πού είχαν να είναι κοντά σε δάσκαλο, ένα παράδειγμα υποδειγματικής ζωής, αφιερωμένης στην άσκηση της τέχνης. Ο Κεφαλληνός οργανώνει μεθοδικά τη διδασκαλία του περιλαμβάνοντας σ' αυτήν όλα τα είδη της χαρακτικής, ξυλογραφία, χαλκογραφία καί λιθογραφία, προσηλωμένος πάντα στην αυστηρή αντίληψη ότι κάθε είδος τεχνικής στη χαρακτική είναι αυτοτελές καί δεν επιδέχεται σύγχυση ή συνδυασμό με παράλληλες ή άλλες τεχνικές. Από το 1932 έως το 1940 η δραστηριότητα του ως καλλιτέχνη και ως καθηγητή είναι συνεχής. Μετέχει σε εκθέσεις, επιμελείται εκδόσεις και ολοένα προχωρεί την εργασία του. Έργα της περιόδου αυτής είναι η Μπανανιά, η Τσάτσα, το Άλογο, το Πορτραίτο του Καμπάνη, ο Ταύρος, οι ξυλογραφίες για το βιβλίο Ο θάνατος του Μέδικου του Π. Πρεβελάκη. Έρχεται ο πόλεμος και η Κατοχή. Ο Κεφαλληνός δεν παύει την εργασία, και το 1942, στην Επαγγελματική Έκθεση, πού στεγάστηκε στο Αρχαιολογικό Μουσείο, παρουσιάζει ξυλογραφίες καί τρία σχέδια εμπνευσμένα από την πείνα του 1941. Οι Ιταλοί φυλακίζουν τον Κεφαλληνό καί καταστρέφουν δύο από τα σχέδια. Το 1943 εκδίδει το Παγόνι — κείμενο Ζαχ. Παπαντωνίου, ξυλογραφίες και τυπογραφία Κεφαλληνού. Στο έργο αυτό έβαλε όλη τη γνώση του και την προσοχή του. Σύνθεση και λεπτότατη εργασία, πού μόνο όταν ιδείς τα χαραγμένα ξύλα την καταλαβαίνεις πλήρως. Ακολουθούν μετά την Κατοχή υποδειγματικές εκδόσεις έργων, του Καζαντζάκη, του Πρεβελάκη, του Ζαλοκώστα, του Σικελιανού. Για τα Βουκολικά του Θεοκρίτου δημιουργεί νέο τύπο τυπογραφικών στοιχείων. Εργασία επίπονη καί δυσκολότατη. Μόνο αυτή η απαρίθμηση, εκτός από την ποιότητα της εργασίας, αρκεί για να καταδείξει την κεφαλαιώδη σημασία πού είχε ή συμβολή του Κεφαλληνού στην εξέλιξη της τέχνης του βιβλίου στον τόπο μας. Έρχεται ύστερα η περίφημη σειρά των γραμματοσήμων, πού τα συνέλαβε ό Κεφαλληνός όχι σαν κομματάκια χαρτιά κολλημένα σε φακέλους, αλλά σαν μικρά έργα τέχνης άξια να αντιπροσωπεύσουν την Ελλάδα στα μάτια μας και στα μάτια των ξένων, και που όταν τα ξαναβλέπουμε λογαριάζουμε την απόσταση του χθες με το σήμερα. Καταπιάνεται ύστερα, με τη συνεργασία των μαθητών του Λουίζας Μοντεσάντου, Γιώργου Βαρλάμου, Νίκου Δαμιανάκη, με την έκδοση του λευκώματος Δέκα λευκές λήκυθοι του Αρχαιολογικού Μουσείου Αθηνών. Τον Οκτώβριο του 1954 ο Κεφαλληνός εκλέγεται διευθυντής της Σχολής Καλών Τεχνών καί αμέσως, με τον ίδιο ζήλο καί επιμέλεια που έχει στη δουλειά του, αναλαμβάνει τα καθήκοντα του. Τότε συντάσσεται ο Οργανισμός πού δημιουργεί τα φροντιστήρια των εφηρμοσμένων τεχνών και που δυστυχώς δεν πρόφτασε να τα δει σε λειτουργία, αφού ό νόμος ψηφίστηκε το 1958, ενάμιση χρόνο μετά το θάνατο του. Τον Απρίλιο του 1956 οργανώνει στην αίθουσα της Σχολής Καλών Τεχνών έκθεση με όλη την εργασία των ληκύθων. Τον ίδιο χρόνο επανεκλέγεται διευθυντής. Όλη αυτή ή εργασία του κατεξοχήν ακαδημαϊκού διδασκάλου δεν βρήκε, όπως τόσο συχνά συμβαίνει, την επίσημη καί επιβεβλημένη αναγνώριση. Όταν υπέβαλε το έργο του στην Ακαδημία, δεν έτυχε διακρίσεως. Μοιραίο ήταν, αφού είχε μείνει μακριά από κάθε είδους συναλλαγή και μικρότητα. Εξάλλου, δεν έκρυψε ποτέ την περιφρόνηση του για τους δήθεν σοβαρούς, τους δήθεν σπουδαίους, που, οχυρωμένοι πίσω από τίτλους κι αξιώματα, διαπράττουν τις πιο ευτελείς πράξεις σκαρφαλώνοντας στα υψηλότερα καθίσματα, και που αγνοούν κατά κανόνα ό,τι αυθεντικό καί τίμιο γίνεται στον τόπο αυτόν. Στην περίοδο της διευθύνσεως του Κεφαλληνού συνεργάστηκα μαζί του ως υποδιευθυντής του Ιδρύματος. Ας μου επιτραπεί κάτι να πω γι' αυτή την πολύτιμη εμπειρία. Αν καί τυπικός στην εκτέλεση των καθηκόντων του, ο Κεφαλληνός που όλοι μας αγαπούσαμε καί σεβόμαστε μου 'δειξε αμέσως καί πριν απ' όλα ότι ήμασταν φίλοι, καλλιτέχνες, συνάδελφοι με την ακριβή έννοια της λέξης και όχι διοικητικοί υπάλληλοι πού προσπαθούν να ρίξουν τη δουλειά ο ένας στην πλάτη του άλλου. Δεν θα λησμονήσω πόσες φορές μου είπε όταν μέναμε μαζί αργά στη Σχολή: «Εσύ τώρα πήγαινε στο εργαστήριο σου να δουλέψεις — μένω εγώ». Ήταν φίλος, και μάλιστα γενναιόδωρος. Αυτή η απλή προτροπή πολλά σημαίνει για κάποιον πού ξέρει τη σημασία της ώρας που περνά. Η φιλία του ήταν κάτι πολύ διαφορετικό απ' ό,τι συνήθως συναντούμε, δηλαδή τη φιλαυτία, τον εγωισμό και την επίφαση της φιλίας, συνδυασμένης με πολλά λόγια καί με στόμφο — δύο πράγματα στα όποια είχε απέχθεια ό Κεφαλληνός. Από τον καιρό που τον γνώρισα, όταν ήμουν 18 ετών, το 1931, πάντα μου φέρθηκε σαν σε νεότερο συνάδελφο καί όχι σαν σε μαθητή. Σύμβουλος ειλικρινής καί καλοπροαίρετος, θερμός καί σίγουρος φίλος. Αν καί δεν υπήρξα μαθητής του, νομίζω ότι από το παράδειγμα του έμαθα πολλά. Η ασθένεια και ο θάνατος του ήρθαν σε μια στιγμή ακμής, δραστηριότητας, εξέλιξης σχεδίων για το μέλλον τόσο της Σχολής όσο και της τέχνης του. Παρακολουθήσαμε τότε, εκείνες τις θλιβερές τελευταίες του ημέρες του Φεβρουαρίου 1957, το ψυχικό του σθένος, την καρτερικότητα και τη φιλοσοφημένη υποταγή της μοίρας, του γραφτού. Ο στίχος του αρχαίου ποιητή Βαβρία, που τον είχε διαλέξει ο ίδιος για έμβλημα, είναι αυτό πού ταιριάζει καλύτερα στον σεμνόν άνθρωπο, στον υπερήφανο καλλιτέχνη: ΦΑΙΝΕ ΚΑΙ ΣΙΓΑ



Τετάρτη, Μάρτιος 04, 2009









Πέμπτη, Φεβρουάριος 19, 2009




Ναι!



Κυριακή, Φεβρουάριος 08, 2009




Ποιος από μας θα καταφέρει να πιαστεί
στα χείλη κοριτσιού αφίλητου
που για μετά δεν έχει ακόμα του νοιαστεί;



Τετάρτη, Φεβρουάριος 04, 2009

(δια)χρονικά και (επι)καιρικά...


Ο πολύς, ο ατέλειωτος χρόνος
Απλώνεται
Σαν γενέθλια μέρα
Δίχως τέλος ορθώνεται γύρω σου

Μ’ ανοιχτές τις παλάμες ορίζοντα
Καρφωμένος σαν κέντρο από δρόμους φυγόκεντρους
Ξυπνούσες και κοιμόσουν με σύμβολο στα δυο σπασμένο μισό όνειρο
Τ’ άλλο μισό ψάχνοντας να συμπληρώσεις ανάγλυφα πρόσωπα άγνωστα
Μέλλον σου, πώς μπερδεύεται τώρα παρόν!



για τη φίλη που σήμερα έχει..."καιρικά φαινόμενα"...



Τετάρτη, Ιανουάριος 21, 2009



d. F.


Σε ποιο μου δάχτυλο μπερδεύτηκε η φωνή σου;

όπως στα παγωμένα γκρίζα δέντρα έξω απ' το παράθυρο
που φωναζαν επιστροφή.

Eίναι σαν τους χυμούς μες στα κλαδιά η φωνή σου
αργά κυλάει τρέφοντας, αργά κυλάει πνίγοντας μιαν άνοιξη.

Kαλύτερα η φωνή σου
παρά μια σκοτωμένη εικόνα θάλασσας.

(Κι ας μην ακούω ούτε τη φωνή σου
αρκεί να λιώνει στο μυαλό
σαν καραμέλα η σκέψη σου)


Δευτέρα, Ιανουάριος 19, 2009



d. F.


Ποιος τρόμαξε, καρδιά μου, τον μικρό Ερωδιό;
Κι απ' όλη την αλήθεια τι θυμάται;
Ποιος ήτανε; Τι θέλησε; Και τώρα πώς μιλά;
Βαθιά μες στην αγάπη πώς κοιμάται;

Τον δ’ επιπλάζοντ' άνεμοι φέροιεν και μελέδωναι.

Κάτι ήξερα που σου ’λεγα να μείνουνε κρυφά
όσα κι αυτός ο φόβος τα φοβάται.




d. F.


Είναι που έχει παγωνιά στον Ρήνο αυτές τις μέρες.

Αλλιώς το μικρό θηρίο δεν κρυώνει, έχει τη ζεστασιά από μια ανάμνηση ή μια μικρούλα προσδοκία.
Έρχονται παγωμένες μέρες κι εδώ πέρα, αν γδυθείς την απροσπέλαστη όψη σου, τη μυστική. Ανασκουμπώσου.
Άφησε τις αφιερώσεις να κάνουν τη δουλειά τους με τον χρόνο κι εσύ κάνε τη δική σου με τον καιρό. Παλιά τραγούδια. Τα έχεις ξαναπεί και με καλύτερη φωνή…
Μόνος με το θηρίο να σου πιέζει το κρανίο από μέσα. Κι έτσι το κεφάλι σου διαστέλλεται. Επιτέλους, πότε θα ακουστεί εκείνος ο κρότος της κατάφασης; Να σε δω να κρατάς το κεφάλι στα χέρια σου. Σαν τρόπαιο. Ή σαν ριπίδι για τη ζέστη. Έτσι αμέριμνα. Να μη θυμάσαι γιατί και πώς βρέθηκε μέσα στις δυο παλάμες.
Όλα σε ένα έκθαμβο καλοκαιρινό παραλήρημα, με την ακοή να παραδίνεται στα τιτιβίσματα και στα τζιτζίκια. Έτοιμη να γίνει ανάμνηση.
Δηλαδή το μέγα έλεος.


Κυριακή, Ιανουάριος 18, 2009




d. F.


ανοίγεις την πόρτα προς το σκοτεινό δωμάτιο και βλέπεις εσένα. κλείνεις την πόρτα: και πάλι εσύ. γιατί δεν είσαι φίδι, ν' αφήνεις πίσω δέρμα και να κοιτάς μόνο μπροστά. κι όχι, επιτέλους, να κουλουριάζεσαι. κι αυτός ο χειμώνας φτάνει πια στο τέλος του. η αλήθεια είναι έτοιμη να ξεπεταχτεί στο κάθε μάτι του κλαδιού. ανάμεσα στις ζεστές μασχάλες του υβίσκου, λίγο πριν πάρει τη μορφή ενός λουλουδιού που μυρίζει βεβαιότητα - μόνο θανάτου. κι ύστερα; ύστερα η μια πραγματικότητα ενώνεται την άλλη. σε αέναο στροβιλισμό. αυτό λοιπόν είναι αιωνιότητα; αυτό.



Πέμπτη, Ιανουάριος 15, 2009

το θηρίο στο σπίτι



d. F.


I

Το θηρίο αναδιπλώνεται πάνω στους τοίχους. Το θηρίο με βλέπει. Η αλήθεια είναι ότι αποφεύγει να με κοιτάζει˙ φοβάται μήπως πυρακτωθούν τα μάτια του ή φοβάται μήπως δεν μπορέσω παρά πια μόνο αυτά να κοιτάζω. Η καρδιά μου βρυχάται όπως το φαγκότο μετά το 2:10. Κάθε Παθητική Συμφωνία δεν μπορεί παρά να έχει ένα τέτοιο finale. Adagio lamentoso. Θυμάμαι το alegro con grazia και τώρα που το σκέφτομαι ξαναζώ το alegro molto vivace. Το θηρίο λείπει. Ξυπνώ κι όμως περιφέρεται ακόμη μέσα στο άδειο σπίτι. Μυρίζω παντού την αγωνία του. Γιατί το θηρίο είμ' εγώ...

II

Φοράω τα ρούχα του θηρίου και ντύνομαι το φόβο του. Γιατί θηρίο είναι ακριβώς επειδή φοβάται. Αν λείψει ο φόβος, τότε παύει να είναι θηρίο και γίνεται σκέψη. Έτσι χάνεται στο αχανές.

* * *

Το θηρίο ήρθε έτσι όπως έφυγε˙ σαν ξένος. Ποτέ κανείς δεν θα μάθει πόσα "ευτυχώς" καθρεφτίστηκαν στα πάλλευκα χέρια του.

* * *

Το θηρίο κάθεται με τα πόδια ανοιχτά. Κλειστή έχει μόνο την καρδιά του˙ και κλειδωμένη τη θέληση.

III

Σου μιλάω από τα σπλάχνα του θηρίου˙ με κατασπάραξε. Τώρα η φωνή μου πάλλεται μέσα του αντί για την καρδιά του. Όποιος δεν το 'χει πάθει θα το 'λεγε εκδίκηση.

* * *

Η ζωή με το θηρίο είναι ο εφιάλτης που όλοι κάποτε ποθήσαμε. Ξυπνάς κάθιδρος˙ από αγωνία ή από ηδονή;

* * *

Ξαγρυπνάω κρυφακούγοντας το θηρίο. Το θηρίο με ονειρεύεται. Ποιος κατοπτεύει ποιον;

IV

Γι' αυτό το λένε θηρίο˙ γιατί τρομάζει. Εμείς τον τρόμο μας τον ξορκίζουμε και τον λέμε πότε λογική και πότε αλήθεια. Δηλαδή ψέμματα. Το θηρίο τρομάζει και γι' αυτό μας τρομάζει.

* * *
Τίποτα πιο θλιβερό, τίποτα που να μου γεννά περισσότερη θλίψη από τον χλευασμό του θηρίου στο τσίρκο.

* * *

Το θηρίο επέστρεψε˙ στο κλουβί ή στο δάσος; Έτσι αντιλαμβάνομαι τη θεωρία της σχετικότητας.

V

Επιτέλους, χορεύω μαζί με το θηρίο. Στροβιλιζόμαστε σε ασύλληπτο ουρανό. Τριγύρω ένα σχεδόν διάφανο γαλάζιο. Το θηρίο γίνεται άγγελος κι εγώ η ιδέα που τον περιβάλλει. Γιατί, όπως και να 'χει, κάποτε υπήρξε το allegro con grazia. Αν για μια φορά συνέβη, συμβαίνει πια για πάντα μέσα στο μυαλό μου. Κι αυτό, καμιά κανονικότητα δεν μπορεί να μου το πάρει.

VI

Αυτό που ξεχωρίζει
το θηρίο
είναι που δε γνωρίζει
από θάνατο.

* * *

Μια θάλασσα βαθιά και σκοτεινή είναι τα μάτια του θηρίου. Κι εγώ που πάντα πρόσεχα τα λόγια των αρχαίων ναυτικών "να την φοβάσαι και να την αγαπάς" κρατάω πάνω απ' όλα.

* * *

Το θηρίο δεν αγγίζει˙ αγγίζεται.
Το θηρίο δε φιλάει˙ φιλιέται.
Εγώ μονάχα αποφεύγω να το σκέφτομαι,
μην πάει και μου καταπιεί το στόμα.

* * *

Ούτε θηρίο ήταν ούτε τίποτα.
Ένας μικρός μικρούλης μόνο πρίγκιπας.

VII

Το θηρίο κοιμάται. Το θηρίο ξυπνάει. Τρώει μια μπουκιά ματαιοδοξία. Και ξανακοιμάται. Η Ποίηση κανοναρχεί ερήμην του.

* * *
Φύγε, θηρίο μου, και πέτα. Η σκέψη σου διεκδικεί με πείσμα να ποτίζει σα μυρωδιά τα έπιπλα.

* * *
Το θηρίο που δεν ήσουν και το θηρίο που δεν ήμουν δεν συναντήθηκαν ποτέ.




το θηρίο στο σπίτι (VII)




Το θηρίο κοιμάται. Το θηρίο ξυπνάει. Τρώει μια μπουκιά ματαιοδοξία. Και ξανακοιμάται. Η Ποίηση κανοναρχεί ερήμην του.

* * *

Φύγε, θηρίο μου, και πέτα. Η σκέψη σου διεκδικεί με πείσμα να ποτίζει σα μυρωδιά τα έπιπλα.

* * *

Το θηρίο που δεν ήσουν και το θηρίο που δεν ήμουν δεν συναντήθηκαν ποτέ.



Τετάρτη, Ιανουάριος 14, 2009

το θηρίο στο σπίτι (VI)




Αυτό που ξεχωρίζει
το θηρίο
είναι που δε γνωρίζει
από θάνατο.
* * *
Μια θάλασσα βαθιά και σκοτεινή είναι τα μάτια του θηρίου. Κι εγώ που πάντα πρόσεχα τα λόγια των αρχαίων ναυτικών "να την φοβάσαι και να την αγαπάς" κρατάω πάνω απ' όλα.
* * *
Το θηρίο δεν αγγίζει˙ αγγίζεται.
Το θηρίο δε φιλάει˙ φιλιέται.
Εγώ μονάχα αποφεύγω να το σκέφτομαι,
μην πάει και μου καταπιεί το στόμα.
* * *
Ούτε θηρίο ήταν ούτε τίποτα.
Ένας μικρός μικρούλης μόνο πρίγκιπας.

Τρίτη, Ιανουάριος 13, 2009

το θηρίο στο σπίτι (V)




Επιτέλους, χορεύω μαζί με το θηρίο. Στροβιλιζόμαστε σε ασύλληπτο ουρανό. Τριγύρω ένα σχεδόν διάφανο γαλάζιο. Το θηρίο γίνεται άγγελος κι εγώ η ιδέα που τον περιβάλλει. Γιατί, όπως και να 'χει, κάποτε υπήρξε το allegro con grazia. Αν για μια φορά συνέβη, συμβαίνει πια για πάντα μέσα στο μυαλό μου. Κι αυτό, καμιά κανονικότητα δεν μπορεί να μου το πάρει.


το θηρίο στο σπίτι (IV)



Γι' αυτό το λένε θηρίο˙ γιατί τρομάζει. Εμείς τον τρόμο μας τον ξορκίζουμε και τον λέμε πότε λογική και πότε αλήθεια. Δηλαδή ψέμματα. Το θηρίο τρομάζει και γι' αυτό μας τρομάζει.


* * *


Τίποτα πιο θλιβερό, τίποτα που να μου γεννά περισσότερη θλίψη από τον χλευασμό του θηρίου στο τσίρκο.


* * *


Το θηρίο επέστρεψε˙ στο κλουβί ή στο δάσος; Έτσι αντιλαμβάνομαι τη θεωρία της σχετικότητας.



το θηρίο στο σπίτι (ΙΙΙ)




Σου μιλάω από τα σπλάχνα του θηρίου˙ με κατασπάραξε. Τώρα η φωνή μου πάλλεται μέσα του αντί για την καρδιά του. Όποιος δεν το 'χει πάθει θα το 'λεγε εκδίκηση.

* * *
Η ζωή με το θηρίο είναι ο εφιάλτης που όλοι κάποτε ποθήσαμε. Ξυπνάς κάθιδρος˙ από αγωνία ή από ηδονή;

* * *
Ξαγρυπνάω κρυφακούγοντας το θηρίο. Το θηρίο με ονειρεύεται. Ποιος κατοπτεύει ποιον;




το θηρίο στο σπίτι (II)




Φοράω τα ρούχα του θηρίου και ντύνομαι το φόβο του. Γιατί θηρίο είναι ακριβώς επειδή φοβάται. Αν λείψει ο φόβος, τότε παύει να είναι θηρίο και γίνεται σκέψη. Έτσι χάνεται στο αχανές.

* * *

Το θηρίο ήρθε έτσι όπως έφυγε˙ σαν ξένος. Ποτέ κανείς δεν θα μάθει πόσα "ευτυχώς" καθρεφτίστηκαν στα πάλλευκα χέρια του.


* * *

Το θηρίο κάθεται με τα πόδια ανοιχτά. Κλειστή έχει μόνο την καρδιά του˙ και κλειδωμένη τη θέληση.



Δευτέρα, Ιανουάριος 12, 2009

το θηρίο στο σπίτι



Το θηρίο αναδιπλώνεται πάνω στους τοίχους. Το θηρίο με βλέπει. Η αλήθεια είναι ότι αποφεύγει να με κοιτάζει˙ φοβάται μήπως πυρακτωθούν τα μάτια του ή φοβάται μήπως δεν μπορέσω παρά πια μόνο αυτά να κοιτάζω. Η καρδιά μου βρυχάται όπως το φαγκότο μετά το 2:10. Κάθε Παθητική Συμφωνία δεν μπορεί παρά να έχει ένα τέτοιο finale. Adagio lamentoso. Θυμάμαι το alegro con grazia και τώρα που το σκέφτομαι ξαναζώ το alegro molto vivace. Το θηρίο λείπει. Ξυπνώ κι όμως περιφέρεται ακόμη μέσα στο άδειο σπίτι. Μυρίζω παντού την αγωνία του. Γιατί το θηρίο είμ' εγώ...


Πέμπτη, Ιανουάριος 01, 2009

2009...




Ο αχειροποίητος. Ήρθες για να με πάρεις.

Κοιτάζεις αινιγματικά και περιμένεις. Διεκδικούμε

το ίδιο απαλό μωβ. Δεν με πειράζει. Αφού με δίδαξες

να πολεμώ κακούς μαντατοφόρους

και να βρίσκω μίτο για τους ολόφωτους λαβυρίνθους.

Εσύ τον βρήκες τάχα τον παράδεισο; Και τον κατοίκησες,

αγάπη, πρίγκιπά μου;

Χωράω να μπω, έστω για λίγο, μέσα; Να τον μυρίσω;

Τόσο που σ’ έχω ερωτευτεί,

που μ’ έμαθες να μη φοβάμαι τις λέξεις,

μα καθαρές να τις γυρίζω άλλοτε βότσαλα κι άλλοτε

σπασμένα κοχύλια μες στο στόμα μου. Σ’ ακούω να μιλάς

ελευθερία

και σ’ ακούω να τραντάζεις τα όρια, να τα πλαταίνεις,

να μην τα σπας ποτέ. Μέσα στα σύνορα που χάραξες

διαχέεται το φως και γράφεται το άσπιλο κλειστό νησί σου.

Αν έφτασα στον κήπο αυτόν

μόνο για να σε συναντήσω, καλώς που έζησα.

Κι ας μοιράζομαι τώρα μαζί σου και πάντοτε

την ίδια ασύμμετρη σπίθα. Ο λίβας τού απόλυτου

ξέρει να κατακαίει ως κάτω πέρα στη θάλασσα.

Ο ανήλεος δαίμονας.


Δευτέρα, Δεκέμβριος 22, 2008

Καλά Χριστούγεννα

*

* *

* * *

* * *

* * * * *

* * * * * *

* * * * * * *

Τρίτη, Δεκέμβριος 16, 2008

Δευτέρα, Δεκέμβριος 15, 2008




Ο ουρανός είναι η ζεστή μας πατρίδα. Τον εγκαταλείπουμε συχνά, γιατί μας αρέσει το παιχνίδι με το άγνωστο, μας τραβά ο κίνδυνος της θάλασσας και του αγέρα, μας ελκύει μια άλλη καρδιά.

Όμως, επιστρέφουμε στον ουρανό, κι όταν τον λησμονήσουμε, όταν δεν σκεπτόμαστε πια τον τόπο όπου γεννηθήκαμε, και η ανάμνηση της παιδικής μας γης έπαψε να μας γοητεύει.

Μας διευθύνει λοιπόν η τυφλή ροή της ουσίας μας, που δεν την θάβει, φαίνεται, με την ύλη του το πλήθος των περιπετειών.

Γιώργος Σαραντάρης, Ο Ουρανός


Κυριακή, Δεκέμβριος 14, 2008

Ήτανε κείνη τη νυχτιά που φύσαγε ο Βαρδάρης,
το κύμα η πλώρη εκέρδιζεν οργιά με την οργιά.
Σ' έστειλε ο πρώτος τα νερά να πας για να γραδάρεις,
μα εσύ θυμάσαι τη Σμαρώ και την Καλαμαριά.

Ξέχασες κείνο το σκοπό που λέγανε οι Χιλιάνοι
-- Άγιε Νικόλα φύλαγε κι Αγιά Θαλασσινή. --
Τυφλό κορίτσι σ' οδηγάει, παιδί του Modigliani,
που τ' αγαπούσε ο δόκιμος κ' οι δυο Μαρμαρινοί.

Νερό καλάρει το fore peak, νερό και τα πανιόλα,
μα εσένα μια παράξενη ζαλάδα σε κινεί.
Με στάμπα που δε φαίνεται σε κέντησε η Σπανιόλα
ή το κορίτσι που χορεύει απάνω στο σκοινί:

Απάνου στο γιατάκι σου φίδι νωθρό κοιμάται
και φέρνει βόλτες ψάχνοντας τα ρούχα σου η μαϊμού.
Εχτός από τη μάνα σου κανείς δε σε θυμάται
σε τούτο το τρομαχτικό ταξίδι του χαμού.

Ο ναύτης ρίχνει τα χαρτιά κι ο θερμαστής το ζάρι
κι αυτός που φταίει και δε νογάει, παραπατάει λοξά.
Θυμήσου κείνο το στενό κινέζικο παζάρι
και το κορίτσι που 'κλαιγε πνιχτά μες στο ρικσά.

Κάτου από φώτα κόκκινα κοιμάται η Σαλονίκη.
Πριν δέκα χρόνια μεθυσμένη μου 'πες «σ' αγαπώ».
Αύριο, σαν τότε, και χωρίς χρυσάφι στο μανίκι,
μάταια θα ψάχνεις το στρατί που πάει για το Dépôt.



Νίκος Καββαδίας, Θεσσαλονίκη, Πούσι (1947)

Δευτέρα, Δεκέμβριος 08, 2008




Τώρα για πάντα πια κοιμάται.
Τώρα τα μούσκλια και τα χόρτα
με δάχτυλα που δε λαθεύουν
το άνθος ανοίγουν του μυαλού του.
Και το τραγουδιστό του αίμα
κυλάει σε βάλτους και λειβάδια,
γλιστράει στο σύγκρυο των κεράτων,
άψυχο στέκει στην ομίχλη,
σε βουβαλιών σκοντάφτει πόδια,
σα μια πλατιά, μια λυπημένη,
μια σκοτεινή γλώσσα, ώσπου τέλμα
να γίνει από αγωνία, πλάι
στον Γουαδαλκιβίρ των άστρων.



Fedrico Garcia Lorca
Θρήνος για τον Ιγνάθιο Σάντσεθ Μεχίας

(απόδοση στα ελληνικά Νίκος Γκάτσος)


Σάββατο, Νοέμβριος 22, 2008





κριτική για τον καινό διαιρέτη


από τον ποιητή


Μιχάλη Παπαντωνόπουλο

Σάββατο, Νοέμβριος 15, 2008




ένα φως αλλιώτικο την κάθε μέρα ανοίγεται στα σύννεφα κρατάει όριο στην αγκαλιά της απουσίας σου η προσευχή που ζω σαν σε αγγίζω βαθιά μέσα στο χάδι και των ματιών ο μαύρος ήχος γλυκό σημάδι


ένα φως αλλιώτικο την κάθε μέρα

ανοίγεται στα σύννεφα

κρατάει όριο στην αγκαλιά

της απουσίας σου


η προσευχή που ζω σαν σε αγγίζω

βαθιά μέσα στο χάδι

και των ματιών ο μαύρος ήχος

γλυκό σημάδι




Παρασκευή, Νοέμβριος 14, 2008






μη μου μιλάς μόνο για ποίηση, μίλα μου για ζωή


Σάββατο, Νοέμβριος 08, 2008




σήμερα κάρφωσα την πρώτη λέξη



Πέμπτη, Νοέμβριος 06, 2008





περπατούσα μέσα στα φώτα μιας πόλης που είχε μιλήσει άσχημα για μένα
παραπατούσα
εσύ έγραφες ποιήματα κάτω απ' το φανάρι -ή έτσι μου φαινόταν-
έχοντας πρώτα σβήσει τζάμια και πάλι τζάμια
δεν με είδες
όμως αν θέλεις είμαι σίγουρος
πώς κάπου μέσα στα γραπτά σου είναι η θλίψη μου
και η μεγάλη αιωνιότητα.




Κυριακή, Νοέμβριος 02, 2008





αν η Ποίηση είναι προσευχή,
τότε προσεύχομαι για σένα
στον αιώνα
(μηνός Νοεμβρίου
μοιραία επανάληψη)





Πέμπτη, Οκτώβριος 30, 2008

ΜK




Η μοναξιά είναι –θα πρέπει να ’ναι– για τον ποιητή ό,τι ο αέρας και το νερό για το λουλούδι. Μέσα στη μοναξιά ανθίζει η ποίηση. Από τη μοναξιά του ποιητή κραταιώνεται. Μέσα στους κόλπους της μοναχικότητας και μόνο βρίσκει τη δύναμη ο ποιητής να αντιπαρατεθεί στον μεγάλο του αντίπαλο: στον εαυτό του˙ και να βρει τον πιο μεγάλο του σύμμαχο: τον εαυτό του πάλι.

Μόνος ξεκινά κανείς μέσα στην ποίηση, για να συντελεστεί το μέγα μυστήριο της ένωσης με τον άλλο. Τον κάθε άλλο. Τον εδώ ή τον πέρα. Τον εντός μας και τον δίπλα μας. Για να του ψιθυρίσουμε αλήθειες και όνειρα. Για να γυμνωθεί ο ποιητής ως την άκρα ταπείνωση. Και να εισπράξει την απροσμέτρητη ανταμοιβή. Τη μέθεξη στο θαύμα.




Τρίτη, Οκτώβριος 28, 2008

ΜK




Ο Χρόνος, που καθαγιάζει. Ο Χρόνος, που γλύφει και λαξεύει, που θάβει για να αναστήσει. Μέσα απ’ το σκοτάδι του ξαναγεννιούνται και αναφαίνονται αγιασμένα πια όσα άντεξαν. Στο διάστημα που κρύφτηκαν, ο Χρόνος γίνεται κριτής, κι όταν πια ορθώνονται ενώπιόν του, έχουν γύρω τους την αύρα της αγιότητας. Και τη βεβαιότητα του πλέον αμετάκλητα αιώνιου.



Σάββατο, Οκτώβριος 25, 2008

ΜK


Τα τέρατα είναι παντού, είναι ολόγυρα κι εντός μας. Είναι εκείνα που εμποδίζουν την ψυχή, ελεύθερη και καθαρή, να πετάξει στο ταξίδι της ένωσής της με το αρχέτυπο, με το καθρέφτισμά της το άφθαρτο, το αιώνιο. Ποιος άραγε έξω απ’ τον ποιητή μπορεί να μπαινοβγαίνει απ’ τον έναν κόσμο στον άλλο, με ποια οδύνη, ποια απώλεια, με ποια δύναμη και αντλημένη από πού; Ποιος σκορπάει δίχως φειδώ τις δυνάμεις του, ποιος αφήνει το αίμα του να χύνεται, σαν το μελάνι πάνω στο χαρτί, ποιος, τέλος, κάνει την αποκοτιά να τριγυρνά σαν κριάρι ελεύθερος και να τσακίζει κλώνους άστρων;



Τετάρτη, Οκτώβριος 22, 2008

ΜK



Η ποίηση τις περισσότερες φορές έχει τις ρίζες της στο παρελθόν, πάντα όμως ανήκει στο μέλλον. Ο ποιητής αντλεί δυνάμεις από το βιωμένο παρελθόν, από το δραματικό παρόν και τις μετουσιώνει σε ποιότητες μέλλοντος. Κι ακόμη παραπέρα. Βγαίνει έξω απ’ τη διάσταση του χρόνου. Βιώνει πολλές φορές το τραύμα της απόρριψης, της αμφισβήτησης, της άρνησης του καιρού του. Αλλά ο γνήσιος, ο συνειδητός ποιητής ξέρει πως γράφει για το άχρονο. Όχι για το παρελθόν, όχι για το παρόν, δεν γράφει καν για το μέλλον. Γράφει για το άχρονο. Εξαπολύει ενέργεια από τα έγκατα της δικής του καταβύθισης κι αυτή όλο διαστέλλεται για να οριοθετήσει τη θέση της στο άπειρο.



Τρίτη, Οκτώβριος 21, 2008

ΜK



Κάθε ποιητής γράφει για να ανακαλύψει τον εαυτό του και μαζί τον κόσμο. Γράφει για να χτίσει απ’ αρχής ένα σύμπαν, να μπει και να το κατοικήσει. Στο σύμπαν αυτό δεν υπάρχει κανείς άλλος, παρά μονάχα ο ποιητής και η Ποίηση. Όσοι το προσεγγίζουν είναι επήλυδες που ευλογούνται να κοινωνήσουν σ’ αυτή την ιερή, την αμόλυντη σχέση, την καθαγιασμένη, που απλώνεται από την ύβρη της αλαζονείας ως την εξιλέωση της άκρας ταπείνωσης. Στο σύμπαν αυτό ο ποιητής είναι θεός και άνθρωπος, είναι αγαθοποιός και καταστροφέας, άγγελος και δαίμονας, και γύρω η Ποίηση, να ενώνει τις διαφορετικές αυτές διαστάσεις. Κανείς, ποτέ δεν μπορεί να μπει και να διαταράξει αυτή την λεπτή ισορροπία της οντογένεσης.



Κυριακή, Οκτώβριος 19, 2008

ΜK



Πώς αιχμαλωτίζει κανείς τη στιγμή; Πώς αναμετριέται με την αιωνιότητα; Μέσα απ’ τον έρωτα. Και μέσα από την αλήθεια. Όταν σε ώρα κορυφής σταθείς να λογαριάσεις τα βήματα που έκανες, έχεις φτάσει πια να κοιτάζεις από την άλλη μεριά του ύψους, ξέρεις πως όσα σου απομένουν –πολλά ή λίγα δεν έχει σημασία– πρέπει να τα μετρήσεις καλά, να τα βαδίσεις στέρεα. Τότε είναι η ώρα για να αποτυπώσεις ένα ΜK. Ανάμεσα σε σένα και το χρόνο, στην αλήθεια και τη μνήμη. Σκαλίζεις τα αρχικά σου στην επιφάνεια του παντοτινού, μόνο γιατί το σκέφτηκες. Μόνο γιατί το θέλησες, αρκεί να εκβιάσεις την αιωνιότητα.


Σάββατο, Οκτώβριος 18, 2008






κρατάω την αναπνοή μου


και μετράω...




Δευτέρα, Οκτώβριος 13, 2008






απ' την αγάπη


η ανάμνηση του φίλου


έξαφνα παίρνει

την κρυφή μορφή τού





Κυριακή, Οκτώβριος 12, 2008

ΜΚ








περιμένοντας...







Τετάρτη, Οκτώβριος 08, 2008







8 Οκτωβρίου 2008


(πώς αλλιώς, αφού αγαπιούνται οι άνθρωποι)




Δευτέρα, Οκτώβριος 06, 2008









βρε...λες;







Τετάρτη, Οκτώβριος 01, 2008




Ρωμανού του Μελωδού

μνήμη και αγάπη



Κυριακή, Σεπτέμβριος 14, 2008








κριτική για τον






στο ηλεκτρονικό περιοδικό



Τετάρτη, Σεπτέμβριος 10, 2008




τη Ζωή


και την Ποίηση


έτσι να τις ξοδεύεις,


Πρίγκιπά μου,


όπως ο Ραμόν


το γάλα


στην καρδάρα...




Κυριακή, Σεπτέμβριος 07, 2008

στον σαμάνο απ' τον ουμάνο





τις τελευταίες μέρες ακούω μανιωδώς
τον Φορτίνο Σαμάνο του Θανάση Παπακωνσταντίνου
(πάντα, όταν μ' αρέσει ένα τραγούδι,
κολλάω στο άκουσμά του για καιρό
μέχρι να με διαλύσει).


κι ύστερα...πέφτω ξαφνικά πάνω σ' αυτή την είδηση.


το θαύμα ζει παντού,
ακόμη και
μέσα στο πιο ζοφερό σκοτάδι.





Σάββατο, Αύγουστος 30, 2008





όλα...





Τρίτη, Αύγουστος 26, 2008




στον Παράδεισο



Τετάρτη, Αύγουστος 20, 2008

ο Ουμάνος κι ο Ρουμάνος




ένας τόσος δα Ουμάνος
κι ένας γίγαντας Ρουμάνος
αγαπήθηκαν
και σαν φίλοι στον αιώνα
μάδησαν μιαν ανεμώνα
και κοιμήθηκαν.



Σάββατο, Αύγουστος 02, 2008




Σ' αγαπώ, σ' αγαπώ,
μ' ακούς


Τρίτη, Ιούλιος 29, 2008

S i n f o n i a – σ υ μ φ ω ν ί α τ ο υ χ ρ ό ν ο υ


Ναι!
Συναίνεσε ο Χρόνος
Έτρεξε βήμα με ταχύτητα την πιο μικρή σου σκέψη,
Ευλογημένη διατάραξη,
Πάντοτε ζούσες να την περιμένεις
Χρόνια
Γυρίζοντας
Στο ίδιο σημείο πάντοτε βρισκόσουν, της αρχής
Του τέλους
Ο μίτος ένας κύκλος δίχως κόμπο.

Ναι!
Όχι, δεν είπες όχι, στον κρατημένο χώρο για το ναι
Έσκαψες να συλλάβεις σώμα
Που ακόμα ούτε μορφή, ούτε όνομα, μόνο το άγγιγμά του νιώθεις
Και το ξέρεις που σώμα σου έγινε.

Ήρθε να σε βρει
Σαν πάντα ανέτοιμο,
Σαν πάντα ολάνοιχτο στρωμμένο χώμα κάτω από μετεωρισμό
Να γέρνουν οι αγαπημένοι ν’ αναπαύονται στις σκέψεις που ζέσταινες
Αν και σε τόπο ξένο, εχθρικό πριν απ’ τη σύλληψη.
Όμως να,
Ακούγεται φωνή αναπάντεχη ώρα
Όπως ερχόταν καθαρή απ’ το πάντοτε
Κι έκλεινε πίσω σου σταυρώνοντας τις πόρτες
Όρθια, μες στον άνεμο πατώντας πάνω, κραταιά ως αιωνιότητα.

Έτσι βουβά, όπως γυρίζεις το βλέμμα,
Γύρισε ο κόσμος.

Και τώρα οι δυο μας Εγώ
Κι ανάμεσα
Μεταίχμιο κορμί που πάνω του φιλιά δαγκωματιές γράφω ποιος είμαι.

Ο πολύς, ο ατέλειωτος χρόνος
Απλώνεται
Σαν γενέθλια μέρα
Δίχως τέλος ορθώνεται γύρω σου

Μ’ ανοιχτές τις παλάμες ορίζοντα
Καρφωμένος σαν κέντρο από δρόμους φυγόκεντρους
Ξυπνούσες και κοιμόσουν με σύμβολο στα δυο σπασμένο μισό όνειρο
Τ’ άλλο μισό ψάχνοντας να συμπληρώσεις ανάγλυφα πρόσωπα άγνωστα
Μέλλον σου, πώς μπερδεύεται τώρα παρόν!

Ξαφνική, κατακόρυφη ανάληψη ως τον τόπο που σου ’λαχε
Πάνω σε γραμμές τραβηγμένες
Όταν πολύ πριν γεννηθείς εκείνος έλεγε
Και έκλαιγε πικρά
Μην και χυθεί απ’ τις παλάμες το φως το τρεμάμενο
Ακυρίευτο τον αφήνει και έρχεται, τώρα φως σου.

Έγινε κρίκος σφιχτός στο λαιμό και στη γλώσσα
Η αλήθεια συμπύκνωση έξω απ’ το σώμα σου
Που με μόχθους πολλούς, με ζητώ, ό,τι απέμεινε
Απ’ τα άνυδρα φρέατα, απ’ τα όνειρα τα ξερικά
Τη δροσίστηκες.

Ναι λοιπόν!


Δευτέρα, Ιούλιος 21, 2008

Paul Celan

Υπήρχε χώμα μέσα τους, και
αυτοί έσκαβαν.

Έσκαβαν κι έσκαβαν, έτσι περνούσε
η μέρα τους, η νύχτα τους. Και δε λάτρευαν θεό,
που, έτσι είχαν ακούσει, όλα αυτά τα ήθελε,
που, έτσι είχαν ακούσει, όλα αυτά τα γνώριζε.

Έσκαβαν και δεν άκουγαν τίποτα πια,
δεν έγιναν σοφοί, δεν επινόησαν κανένα τραγούδι,
δε βρήκαν καμιά γλώσσα.
Έσκαβαν.

Ήρθε γαλήνη, ήρθε θύελλα,
ήρθαν όλες οι θάλασσες.
Εγώ σκάβω, εσύ σκάβεις, σκάβει ως και το σκουλήκι,
κι αυτό που τραγουδά εκεί λέει: σκάβουν.

Ω ένα, κανένα, ουδένα, ω εσύ:
πού πήγε αυτό που δεν πήγαινε πουθενά;
Ω εσύ σκάβεις κι εγώ σκάβω,
κι εγώ σκάβω εντός μου ως εσένα
και στο δάχτυλό μας ξυπνά το δαχτυλίδι.



από το βιβλίο του Paul Celan, Die Niemandsrose
μετάφραση Γ.Ε.
(dem Fürsten)

Τετάρτη, Ιούλιος 16, 2008

Emily Dickinson


I died for beauty


Πέθανα για την ομορφιά
Κι έρημη με έβαλαν στον τάφο
Κι έναν που πέθανε γι’ αλήθεια
Δίπλα μου έθαψαν μονάχο.

Ρώτησε γιατί είχα πεθάνει
Και είπα «για την ομορφιά»
«Εγώ» είπε «για την αλήθεια,
κι είμαστε τώρα συντροφιά».

Κι έτσι μια νύχτα σαν αδέλφια
Μιλήσαμε απ’ τα δώματά μας
Ώσπου έφτασαν στα χείλη μούσκλια
Και κάλυψαν τα ονόματά μας.

μετάφραση Γ.Ε.

αχ, Έμιλυ, Έμιλυ, σήμερα μου έκανες ένα δώρο ανέλπιστο, που από καιρό ζητούσα...


Κυριακή, Ιούλιος 13, 2008

Τάσος Λειβαδίτης



  • Ο πρώτος στίχος
  • Οι ορτανσίες
  • Το παράπονο του ποιητή


(από τα Χειρόγραφα του Φθινοπώρου)


Πέμπτη, Ιούλιος 10, 2008

Rainer Maria Rilke


Alles noch nie gesagte



Πιστεύω σε όσα ανείπωτα ως τώρα παραμένουν.
Οι πιο μεγάλοι πόθοι μου θέλω να εκπληρωθούν.
Όσα δεν τόλμησε κανείς ποτέ να λαχταρήσει
Πρέπει για μένα πάντοτε να μοιάζουν προσταγή.

Αν είναι αμάρτημα αυτό, συχώρα με, Θεέ μου
Μα θέλω τώρα μοναχά ετούτο να σου πω:
Η πιο μεγάλη δύναμη πρέπει να είν’ η ορμή μου
Δίχως θυμό, χωρίς οργή, κανένα δισταγμό
Έτσι όπως τα μικρά παιδιά κι εσένα σ’ αγαπούν.

Σ’ αυτή την ξέχειλη, γοργή κι ορμητική πορεία
Μέσα από χίλιες αγκαλιές σε θάλασσα ανοιχτή
Όπως θεριεύει η κίνηση εμπρός και προς τα πίσω
Θέλω να εξομολογηθώ, θέλω να σου μιλήσω
Όπως κανείς ως σήμερα δεν σου ’χει απευθυνθεί.

Κι αν είν’ αυτό αλαζονικό, ας είμαι αλαζόνας
Ώστε να στέκει αντίκρυ σου αυτή μου η προσευχή
Τόσο σεμνή και μοναχή,
Μπροστά στο νεφελόγερτο ωραίο μέτωπό σου.

μετάφραση Γ.Ε.

Τρίτη, Ιούλιος 08, 2008

Pablo Neruda

Γερμένος τ' απογεύματα ρίχνω τα δίχτυα της θλίψης μου
στα ωκεάνειά σου μάτια.

Εκεί στην μέγιστη πυρά η μοναξιά μου θεριεύει και φουντώνει,
κλείνοντας την αγκαλιά μου σαν του πνιγμένου.

Στέλνω μηνύματα κινδύνου στην απουσία των ματιών σου
των μυρισμένων θάλασσα ή ακτή δίπλα στον φάρο.

Απομένεις στο σκοτάδι, μακρινή γυναίκα,
στο βλέμμα σου κάποτε αναδύεται ακρογιαλιά του τρόμου.

Γερμένος τ' απογεύματα τινάζω τα δίχτυα της θλίψης μου
στη θάλασσα που συντρίβεται απ' τα ωκεάνειά σου μάτια.

Τα νυχτοπούλια ραμφίζουν τα πρώτα αστέρια
που λάμπουν όπως η ψυχή μου όταν σ’ αγαπώ.

Καλπάζει η νύχτα πάνω σε σκοτεινή φοράδα
σκορπίζοντας γαλάζια στάχια στον κάμπο.



Pablo Neruda, Veinte poemas de amor
y una canción desesperada, 1924
(Poema 7)
μετάφραση Γ.Ε.

Κυριακή, Ιούλιος 06, 2008

Paul Éluard


Η αγαπημένη

Όρθια στέκει πάνω από τα βλέφαρά μου
Και τα μαλλιά της είναι μέσα στα δικά μου
Έχει το σχήμα των χεριών μου
Έχει το χρώμα των ματιών μου
Βυθίζεται μες στη σκιά μου
Όπως λιθάρι μες στον ουρανό

Τα μάτια της πάντ’ αγρυπνούν
Και δε μ’ αφήνει πια να ησυχάσω
Τα όνειρά της μες στο πλέριο φως
Κάνουν τους ήλιους να αχνίζουν
Κάνουν κι εμένα να γελώ, να κλαίω μα και να γελώ,
Και να μιλώ δίχως να έχω τίποτα να πω.

μετάφραση Γ.Ε.

Τετάρτη, Ιούλιος 02, 2008

3-7-2008




Και δε μιλώ σε σένα,
γιατί αύριο θα ’ρθείς.


Σάββατο, Ιούνιος 28, 2008

στον Πρίγκιπα...

Στην αλήθεια να μείνω
Άφησέ με πάντα
Στη δυστυχία ποτέ,
αλλά να υμνώ
Εσάς κατοικίες του ουρανού
εκεί που έχτισαν τον ναό
Και τρίποδα και βωμό
Όμως
κάτω απ’ τις κορφές
να υμνώ τον ήρωα
Της Γερμανίας τη νιότη – των παλαιών πόλεων την οργή –
ένας πολίτης έχει

Friedrich Hölderlin, Αποσπάσματα, στον Πρίγκιπα
(μετ. Θανάσης Λάμπρου)

Σάββατο, Ιούνιος 14, 2008

λυσιμελής...




Λυσιμελής, λυσιμελής,

μα ως πότε πια θα αμελείς;

Παρέλυσαν τα χέρια;

Κι αν δεν ακούγομαι αφελής,

μόλις αδειάσεις, με εκτελείς,

μόνο … να είν’ αιθέρια… ;)




Τρίτη, Ιούνιος 10, 2008



Το σ’ αγαπώ που δεν σου είπα
το έχω χάσει κάπου ανάμεσα στη δεύτερή μου σκέψη.


Μία στιγμή, τόσο διαρκεί, όσο η επιθυμία

και η ματαίωσή της, κι ύστερα
τόσες αμέτρητες στιγμές στην επανάληψη

της μνήμης, της ανάμνησης

και τώρα
στην ώρα αυτή που το διαβάζεις. Μάταιο

σ’ αγαπώ. Ή μάταια σ' αγαπώ;

Η απάντηση βρίσκεται πάνω στο χαρτί.

Και η τιμωρία επίσης.



Τρίτη, Ιούνιος 03, 2008

απορία

πώς θα ήταν άραγε αν απαντούσε το εγώ στο εσύ; κι αν, τότε αντικρυστά ή να παρεμβάλλεται; οπωσδήποτε το εγώ κρύβει πάντα μια δύναμη αλαζονείας ή αφέλειας, δεν έχει σημασία. πάντως αλήθειας και αμεσότητας. θα το δοκιμάσω.

Κυριακή, Ιούνιος 01, 2008





Η Ποίηση πέθανε.


Ζήτω η Ποίηση!


(αφιερωμένο)



Πέμπτη, Μάϊος 29, 2008

converging lines

Στις 11 Μαρτίου 2008 στο Dasein πραγματοποιήθηκε ποιητική συνάντηση 4 βρετανών

(Julia Copus, Antony Dunn, Matthew Hollis και Clare Pollard)

και 4 ελλήνων ποιητών

(Μαριγώ Αλεξοπούλου, Γιάννης Ευθυμιάδης, Μιχάλης Παπαντωνόπουλος και Βασίλης Ρούβαλης)

στα πλαίσια του προγράμματος converging lines.

video

Θεωρία για την Κατάληξη του BIG BANG


Το Big Bang της σύλληψης –
μια στιγμή.
Πότε; Ούτε κι ο χρόνος δεν το ξέρει
στο χείλος της βουβής αταραξίας των νερών, λίγο πριν από την πτώση
κι έπειτα εκρήξεις ιδεών καταστερισμοί νοημάτων πλημμύρες
λέξεων εγκατακρημνίσεις αισθημάτων βροχή λεοντιδών και
φθόγγων
ώσπου να γεννηθεί εκεί στην άκρη της μοναδικότητας
ένας πλανήτης
βυθισμένος στην περίκλειστη σιωπή του…

Αργά αργά αναδύεται ωραία, γιατί πρώτη,
η Πανγαία του.

Και πάντα πίσω απ’ όλα αυτά βρίσκεται
ένας Νους
κι ένας αγώνας ανάμεσα
σε δύο θηρία – πες έρωτας.

Αρχίζουν τότε άνεμοι
και πότε κύματα, λίγο εδώ
λίγο εκεί κατατρώγοντας τον βράχο στο σχήμα μιας έλλειψης
ευεργετικά
ανελέητα
να γλείφουν το σώμα
που μια θα πέφτει στο βλέμμα του ενός κι άλλοτε
θα χαράζει τη συνείδηση του άλλου
ταξιδεύοντας.
Μέχρι πού; Ούτε κι εγώ δεν το ξέρω,
ούτε κι αυτό το ίδιο το γνωρίζει, έτσι καθώς γεννιέται
με την αναζήτηση του ορίου και με τη βεβαιότητα του τέλους του.

Συνεπώς
Το ποίημα είναι σύμπαν που διαρκώς διαστέλλεται.



Κυριακή, Μάϊος 18, 2008

Η Ποίηση είναι το τι ή το πώς; Ένα τι που κρύβεται μέσα σε ένα πώς ή ένα πώς που εγκολπώνεται ένα τι; Από τη μια πλευρά του ποταμού είναι το τι κι από την άλλη το πώς. Κι η Ποίηση κυλάει πάνω σε ένα μονόξυλο. Το ρεύμα πότε την πάει απ’ τη μια πότε απ’ την άλλη.

Παρασκευή, Μάϊος 09, 2008

η μέρα ήτανε ζεστή και ποιητική...


dem Fürsten

Η Ποίηση είναι σαν τη σκιά. Όσο την κυνηγάς, τόσο εκείνη φεύγει. Κι όποτε πας να της ξεφύγεις, σε καταδιώκει ανελέητα.

Ποια μέρα είναι μέρα ποιητική, μέρα σύλληψης και μέρα δημιουργίας; Νομίζω, μια μέρα αδιάφορη. Η Ποίηση, θέλω να πω η σπουδαία Ποίηση – η απομακρυσμένη από τα άνυδρα γεγονότα κι από τα υπερεκτιμημένα συναισθήματα – είναι τις πιο πολλές φορές αποτέλεσμα μιας απαρατήρητης κανονικότητας. Είναι οι μέρες, οι ώρες που το μυαλό απομένει απολύτως καθαρό έξω από το σκοτάδι της θλίψης ή της ανησυχίας και πέρα από το θάμπος της χαράς που σβήνει τα μεγέθη όπως ο δυνατός ήλιος τα σχήματα και τα χρώματα. Και τότε, στην ουδέτερη ζώνη ενός γκρίζου είναι που αναδύεται το έως τότε ανέκφραστο.

Το ζήτημα είναι να μπορέσεις να το μεταφράσεις πρώτα στη συνείδησή σου κι ύστερα στη γλώσσα σου. Κι έπειτα να κρίνεις τι απ’ αυτό είναι καλό, τι αξίζει να κρατήσεις και τι να πετάξεις. Ο αληθινά μεγάλος δημιουργός κρίνεται και, για να μην πω κυρίως, σ’ αυτό το επώδυνο στάδιο. Δεν είναι η έμπνευση, η εμμανής γραφή, αλλά η νηφάλια επιλογή και η επεξεργασία που φέρνει την πιο μεγάλη οδύνη. Κι είναι εκεί που θα αρθεί κανείς πάνω από την τέχνη του, πάνω κι απ’ την ίδια του την αγάπη για την τέχνη. Μόνο που πολλές φορές – τις πιο πολλές φορές – χρειάζεται χρόνος, επανέλεγχος, κρίση πάνω στην κρίση, έξω από τη συναισθηματική βιωμένη αστάθεια της καθημερινότητας. Ή άλλοτε πάλι πρέπει όλα τούτα να τα ξεχάσεις. Και μαζί και την Ποίηση. Και τότε αυτή σαν εμμονή έρχεται και σε βρίσκει πάλι και πάλι εκβιάζοντας το μέλλον της, μέσα από σένα, μικρέ, μικρέ μου Υάκινθε…

Κυριακή, Απρίλιος 20, 2008

κριτική




Δευτέρα, Απρίλιος 14, 2008

Τζένη Μαστοράκη

Σκέφτομαι, πώς ξεκινά κανείς να γράφει ποίηση;
Μας κυνηγούν εχθροί και φαντάσματα, μας καταδιώκουν ώσπου φτάνουμε στο χείλος ενός γκρεμού. Κάποιοι θαρραλέοι – ή ίσως και δειλοί – ορμούν και πέφτουν στην άβυσσο. Και τότε, τι παράξενο, ενώ οι πιο πολλοί πέφτουν στο κενό, κάποιοι μένουν εκεί. Μετέωροι στο φως.

Η Τζένη Μαστοράκη βιώνει αυτή την άγρια καταδίωξη από πολύ νωρίς. Σχεδόν παιδί ξεκινά να γράφει, να γράφει ως συνειδητοποιημένη ποιήτρια. Και εκδίδει την πρώτη της συλλογή μόλις στα 1972. Αρθρώνει έναν λόγο απλό, εφηβικό, φορές οργισμένο, φορές παραπονεμένο, άλλοτε νικά η πίκρα, άλλοτε η απογοήτευση, άλλοτε η δύναμη και η ορμή! Και πρώτα πρώτα οι Μύθοι. Πρέπει να αναμετρηθεί με τους παλιούς μύθους, να τους γνωρίσει κι έπειτα να φτιάξει τους δικούς της. Να χτίσει έναν περίκλειστο παράδεισο και να τον κατοικήσει. Εκεί μαζεύει ένα ένα τα υλικά της, υλικά γλώσσας, υλικά σκέψης αλλά κυρίως αισθημάτων, για να πορευτεί ποιητικά. Η πρώτη της αναμέτρηση «Τα πρόσωπα και οι θεσμοί». Ο Προμηθέας, ο Χριστός, ο Δούρειος Ίππος:

Τους μύθους αυτούς τους αποδομεί για να ξεδιαλέξει μέσα από την σκληρή ειρωνεία, συχνά τον αυτοσαρκασμό, την ωμοφαγία του ίδιου της του εαυτού τα δικά της ποιητικά μέσα. Στίχοι όπως:

Πρέπει να ’ναι δύσκολη
η δουλειά του ποιητή.
Προσωπικά, δεν το ξέρω.
(Διόδια, σελ. 33)

ή

Τούτη την ύστερη ώρα
σε δυναστεύουν ακόμα
οι γραφιάδες, οι πόρνες
οι ιεροκήρυκες
και συ ονειρεύεσαι πάντα
μια επική συνθηκολόγηση
στις διαστάσεις του Δούρειου Ίππου.
(Διόδια, σελ. 40)

ή

Αποτάσσομαι, είπα, τον σατανά.
Έκανα δήλωση μετανοίας
στο Θεό και στην
καθεστηκυία τάξη.
(Διόδια, σελ. 41)

είναι ενδεικτικοί.

Συχνά η βάση του ποιήματος θεμελιώνεται στον κοινωνικό προβληματισμό:

Τώρα πια ξέρουμε
πως τα μήλα στα καφάσια
έχουνε τη δική τους λάμψη
και τα φτηνά παπούτσια
στα υπόγεια της Αιόλου
συνθέτουν βουβά το εμβατήριο
όλων των λαών της γης.
(Διόδια, σελ. 12)

Τα πρώτα υλικά είναι οι άνθρωποι, τα πράγματα, όσα μπορεί να δει κανείς στο επίπεδο του άμεσα αντιληπτού συντροφεμένα από νεανικό ρομαντισμό και μια διάθεση να βυθιστεί στον στοχασμό:

Βουλιάζουμε ολοένα και πιο βαθιά
μέσα μας.
Αποκρυπτογραφούμε τους ήχους
της απόλυτης σιγαλιάς
και οι κραυγές των χρωμάτων
μας πληγώνουν.
(Διόδια, σελ. 22)

Η μετεφηβική φωνή:

Δραπετεύει μέσα απ’ τις λέξεις
που δεν είπε.
Τρομάζει να περιμένει
αυτό που δε θα ’ρθει.
Τρομάζει στη σκέψη
αυτών που δεν έγραψε.
(Διόδια, σελ. 23)
Παρατηρεί με πλάγια ματιά τους θεσμούς και τους ανασυνθέτει:

Ο άγνωστος στρατιώτης
διεκδικεί τα δικαιώματα
της αφανείας του.
(Διόδια, σελ. 16)

Κυρίαρχο πρόσωπο το α΄πληθυντικό του συλλογικού βιώματος (αφού ακόμα η ποιήτρια μοιράζεται το αντιληπτό και το βιωμένο) και πιο δειλά και αραιά το α΄ενικό της εξομολόγησης και του αυτοπροσδιορισμού:

Οι μεγάλοι
κουβαλούν πάντα μέσα τους
το παιδί που υπήρξαν
στο δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο
το κορίτσι που δεν πρόφτασαν να φιλήσουν
έναν αγιάτρευτο καημό λαχανίδας.
Όνειρα συνοικιακά
σα μια μοτοσυκλέτα με καρότσα
για πολυμελείς οικογένειες.
Εμείς
κουβαλάμε, απλούστατα, μέσα μας
τους μεγάλους.
(Διόδια, σελ. 27)

Η Μαστοράκη

Διεκδικεί τη μοναδικότητα
της ύπαρξής της.
(Διόδια, σελ. 36)

Δραπετεύει μέσα απ’ τις λέξεις
που δεν είπε.
(Διόδια, σελ. 23)

Καταθέτει ακριβές λεπτομέρειες από τη ζωή της – πώς αλλιώς; – στοιχείο που παρακολουθεί κανείς ευδιάκριτα και στη δεύτερη συλλογή, Το Σόι:

Με την πρώτη κιόλας ποιητική της συλλογή πληρώνει τα Διόδια και εισέρχεται στην Ποίηση ως δυνατή και αυτόνομη φωνή.

Πρώτη πράξη η εγκατάσταση στον περίκλειστο παράδεισο της ποίησης. Δεύτερη: το ξεκαθάρισμα λογαριασμών. Όταν βρεθεί κανείς στην επικράτεια της Ποίησης – συνήθως ξαφνικά και ανέλπιστα – μόλις συνειδητοποιήσει πού βρίσκεται και στρέψει το βλέμμα του πίσω, πρέπει να ξεκαθαρίσει λογαριασμούς με το παρελθόν, να κάψει τα φαντάσματα και να αγιοποιήσει τους αγαπημένους. Κι αφού τους στήσει εκεί στο ποιητικό εικονοστάσι, έπειτα, σαν να έχει μεταλάβει, πορεύεται προς την απόλυτη ελευθερία.
Η ίδια το είχε προβλέψει πολύ νωρίτερα :

Περνάω τώρα στην ηλικία των διαπιστώσεων.
(«αυτοβιογραφία», Διόδια, σελ. 49)

Στο Σόι παλιά χρέη και οφειλές ξεπληρώνονται. Κυριαρχούν οι παρελθοντικοί χρόνοι της αναδρομής και της αφήγησης. Μπροστά στα μάτια τού αναγνώστη παρελαύνουν συγγενικά πρόσωπα, παραμύθια, δοξασίες, κοινωνικά σχόλια, ό,τι συνθέτει δηλαδή την έννοια του Σογιού και όχι της Οικογένειας (η επιλογή του τίτλου είναι εύστοχη συμπύκνωση των προθέσεων της ποιήτριας). Κυριαρχεί κι εδώ το α΄ενικό της εξομολόγησης αλλά και το β΄ενικό της «συνενοχής». Ο αναγνώστης γίνεται αποδέκτης και συνένοχος της ένοχης αποκάλυψης. Δραματοποιημένος, θαρρείς πως το κάθε ποίημα γράφεται για να του αποκαλυφθεί ή για να του ομολογήσει. Οι τίτλοι είναι ενδεικτικοί: τα γεννητούρια, οικογενειακό συμβούλιο, τα παντρολογήματα, η χαρά της μητρότητας, αλλά και η θεία Πέρδικα, ο Θανάσης. Στήνεται ένα πολυάνθρωπο σκηνικό φτιαγμένο από παιδικές μνήμες, εφηβικές πληγές και νεανική ορμή. Η ματιά της ποιήτριας είναι κριτική απέναντι στον κόσμο αλλά και απέναντι στον εαυτό της. Είναι εντυπωσιακό το πώς διαπλέκει το προσωπικό με το συλλογικό βίωμα, την προσωπική ή οικογενειακή μυθολογία με την Ιστορία και την Ποιητική ιδωμένα μέσα από την σκληρή, δηκτική ματιά του αιώνιου έφηβου. Η γλώσσα της είναι απλή, με την ανελέητη ειλικρίνεια και ευθύτητα του παιδιού που…δεν χαρίζεται:

Το ξεκαθάρισμα λογαριασμών με το παρελθόν, η αποτύπωση του συλλογικά βιωμένου την αφήνει πλέον ελεύθερη να απεκδυθεί την «οικογενειακή», την «κοινωνική» της ταυτότητα και να απομείνει μονάχα με την άλλη υπόσταση, την ποιητική.

Στο σημείο αυτό επιτρέψτε μου, κι ας μου επιτρέψει και η ίδια, μια απολύτως υποκειμενική κρίση (άλλωστε τι νομιμότερο στην Ποίηση από το υποκειμενικό;)

Ανάμεσα στο Σόι και στην τρίτη συλλογή, τις Ιστορίες για τα βαθιά υπάρχει ένα ποιητικό άλμα από τα πιο γενναία και απροσδόκητα στα ελληνικά ποιητικά μας πράγματα. Μια ποιητική μετατόπιση τόσο έντονη, σχεδόν κοσμογονική.

Με τις Ιστορίες για τα βαθιά συντελείται μια βαθιά αλλαγή στο ποιητικό σύμπαν της Μαστοράκη. Σχεδόν παύει να περισκοπεί τα ανθρώπινα (και μάλιστα πόσο απότομη η αλλαγή, αν κάνει κανείς συγκρίσεις με το κοινωνικό πανδαιμόνιο που επικρατεί στο Σόι) και εστιάζει στην προσωπική της σχέση με το ίδιο το ποιητικό φαινόμενο. Εγκαταλείπει τα ανθρώπινα δράματα για να αναζητήσει τα ποιητικά οράματα. Η Μαστοράκη επιλέγει μια καταβύθιση στην ίδια την ποιητική λειτουργία. Σχεδόν στο σύνολό τους τα ποιήματα της συλλογής είναι ποιήματα Ποιητικής. Ο ρόλος της Ποίησης, οι λειτουργίες του ποιητή, η ευλογία να μοιράζεσαι το αμετάδοτο, ο κοινωνός αποδέκτης. Αλλάζει ποιητική ματιά, εκφραστικούς τρόπους, ένταση και χροιά φωνής. Τα φαινομενικά πεζόμορφα ποιήματα κατακλύζονται από μέτρο και ρυθμό. Ο ίαμβος γίνεται το όχημα για να εκφραστούν οι πιο μύχιες ποιητικές της σκέψεις. Πρόκειται για ποίηση που παλινδρομεί ανάμεσα στο φως υψιπετών οραμάτων και στο σκοτάδι μύχιων αναζητήσεων. Σπάνια βρίσκει κανείς τόσο επιγραμματική διατύπωση της ποιητικής μοναξιάς και της μανίας καταδίωξης του ποιητή από τους δαίμονες και τους αγίους του:

Αλλά μόνος παντού ο κυνηγός και ξοπίσω του
διώκτες.
(Ιστορίες για τα βαθιά, σελ. 11)

Ο μέχρι πριν οικογενειακός μύθος τώρα ξεδιπλώνεται στο χρόνο˙ σαν να ακούει κανείς το τραγούδι ενός τροβαδούρου: θρύλοι από τους μέσους χρόνους, ζωγραφιές, λαθραίοι έρωτες, μουγκές λειτουργίες, μισόλογα, ώρες κατολισθήσεων, συλημένοι τύμβοι, το σέλας των πληγών στοιχειοθετούν ένα ποιητικό σύμπαν ψιθυριστό, γεμάτο από κρυφομιλήματα, για να υμνήσει την υπέρτατη αγάπη, πες την Ποίηση. Η Μαστοράκη βουτά στους αβλέμονες του ποιητικού λόγου, της σύλληψης, της ποιητικής ενόρασης:

Η ποιήτρια υπερασπίζεται την ποιητική ιδιότητα. Αποκαλύπτει τον αγώνα στον οποίο αποδύεται ο ποιητής για να ανασύρει αισθήσεις κι αισθήματα μέσα από τα πάθη τα δικά του και των άλλων, μοιράζεται την οδύνη του αμετάδοτου, τέλος εκλιπαρεί για την άφεση:

Στις Ιστορίες για τα βαθιά υποχωρεί η ποίηση του ορατού και αναδύεται η ποίηση του αοράτου, του υπερβατικού, για να φτάσει στην τελευταία συλλογή, στο Μ’ ένα στεφάνι φως να μιλήσει για τα μετά τα φυσικά αγγίζοντας την ποιητική εκσωμάτωση. Τα ποιήματα της συλλογής αυτής δεν είναι ερμητικά˙ είναι μυστικά, απευθύνονται στους μύστες. Ελαχιστοποιούν το αίτημα για νοητική λειτουργία και ζητούν από τον αναγνώστη την απόλυτη συναισθηματική άνευ όρων παράδοση. Δεν είναι από άλλα υλικά αυτή η ποίηση. Στο βιβλίο αυτό έχεις την εντύπωση ότι τα ίδια υλικά που χρησιμοποιούσε ως τώρα αποσπώνται και περιδινίζονται γύρω από την ποιήτρια ορίζοντας, επιτέλους, έναν περίκλειστο παράδεισο.
Η Μαστοράκη εισέρχεται μέσα στη φωτιά του οράματος, στην αγριότητα του μύθου, παλεύει με τέρατα, με δράκους και επιστρέφει «μετά την αγωνία στα στενά, σώμα καμένο και χλωρό κεφάλι, κατάχλωρη απ’ τη φωτιά». Βυθίζεται σ’ έναν ύπνο βαθύ, σ’ έναν ένθεο λήθαργο. Και βλέπει. Μια γυναικεία φιγούρα, άλλοτε το ποιητικό υποκείμενο και άλλοτε την ίδια την Ποίηση. Η επικοινωνία ανάμεσα στις δυο είναι κωδικοποιημένη πλέον και ο αναγνώστης καλείται να εισέλθει μέσα στο ποιητικό αυτό άβατο αγνός και αγνώς, δηλαδή καθαγιασμένος.

Υποχωρεί το μέτρο αλλά για να απελευθερώσει και να αναδείξει άλλους, πιο μεστούς ρυθμούς, ρυθμούς εσωτερικούς.
Αρκετά από τα ποιήματα της συλλογής αυτής δίνουν την εντύπωση του ανολοκλήρωτου. Ο λόγος μένει να αιωρείται κρεμασμένος σε μια λέξη. Η Μαστοράκη συνειδητοποιεί το ανείπωτο, το ανέκφραστο ποιητικά και του παραδίνεται. Αφήνεται να βιώνει, να ακούει μόνο την Ποίηση, κι ας μην την εκφράζει με λόγια, και καλεί και τον αναγνώστη σ’ αυτό το μυστικό άκουσμα.

Με τη συλλογή Μ’ ένα στεφάνι φως η Ποίηση και ο ποιητής αγιοποιούνται.
Κι έπειτα…σιωπή.

Η Τζένη Μαστοράκη δεν έχει εκδώσει ποίηση εδώ και πολλά χρόνια.
Μα –
όταν κάποιος έχει ανεβεί σε ύψη ποιητικής ελευθερίας,
όταν έχει εισέλθει «στο άγριο των οραμάτων»,
ίσως και να μην έχει ανάγκη να εκδίδει ποίηση,
αφού ολόγυρά του
Ποίηση αναδίδει.

Παρασκευή, Απρίλιος 11, 2008

Τζένη Μαστοράκη





Οι νέοι διαβάζουν Τζένη Μαστοράκη

Αφιέρωμα στον ποιητικό Λόγο της Τζένης Μαστοράκη.

Μιλούν οι ποιητές


Μαριγώ Αλεξοπούλου

Γιάννης Ευθυμιάδης

και Βασίλης Ρούβαλης.

Νέοι ηθοποιοί διαβάζουν ποιήματά της.

Οι ερμηνεύτριες Μαρία Παπαγεωργίου & Νατάσσα Μποφίλιου τραγουδούν ποιήματά της, μελοποιημένα από το συνθέτη Θέμη Καραμουρατίδη.
Στο πιάνο ο συνθέτης.


ΚΥΡΙΑΚΗ 13 ΑΠΡΙΛΙΟΥ
8.00 μ.μ.
Δημαρχείο Υμηττού
Αίθουσα εκδηλώσεων

Πέμπτη, Απρίλιος 10, 2008



θέλω για μια φορά

να σε κοιτάξω έναν αιώνα

Γιώργος Μπροτάκης, Ηχηρές αντανακλάσεις, Αθήνα 2007



Τρίτη, Απρίλιος 08, 2008

Πού είσαι, πού είσαι, ακριβή μου αγάπη;

Κι ούτε τα χέρια σου δεν έχω αγγίξει ακόμα.

Ούτε τη μυρωδιά σου κράτησα,

δεν περπατήσαμε μαζί

και δεν αφήσαμε τους ίσκιους μας σε ξαφνική λιακάδα.

Πού είσαι, πού είσαι, μακρινή μου αγάπη;

Πώς να μετράω πια το χρόνο,

αφού δεν είν’ εδώ τα δάχτυλά σου;

Σε ποιο θεό να προσευχηθώ με αφίλητα χείλη;

Πού είσαι, πού είσαι, σκοτεινή μου αγάπη;



(Κώστας Μόρφης, Παραλήπτης Άγνωστος, Αθήνα 2006)

Σάββατο, Μάρτιος 29, 2008





παρουσίαση
του

καινού διαιρέτη

ανάμεσα σε 29 επιλεγμένα
ποιητικά βιβλία
του 2007


στο ΥΕΑR ΒΟΟΚ


του περιοδικού HIGHLIGHTS


από τον ποιητή Γιώργο Βέη




Κυριακή, Μάρτιος 16, 2008

κριτική

για τον "καινό διαιρέτη"


Τετάρτη, Νοέμβριος 21, 2007




"όλα εξαρτώνται από το πόσο αντέχουμε"


Σάββατο, Νοέμβριος 17, 2007

16-11-2007

απόψε ξαναδιάβασα το ποιητικό βιβλίο "στο σκοτάδι μετέωρος" του Γιώργου Λίλλη. είχα καιρό να βρεθώ σε αυτή τη διάθεση. νωρίτερα είχαμε μιλήσει στο τηλέφωνο. μετά έγραψα την πρώτη "αντίστιξη". νομίζω του το χρωστάω. δεν ξέρω πού θα οδηγήσει, ποια τελική(;) μορφή θα πάρει. ανακουφίστηκα όμως. κάποτε πρέπει να αποκρυσταλλωθεί αυτό που τριγυρίζει στο μυαλό μου για τόσους μήνες. άλλωστε, κάτι χειροπιαστό πρέπει να έχω για να το αλλάξω! κάθε φορά, σε κάθε νέα επεξεργασία ένα μικρό κομμάτι του απείρου φανερώνεται. δεν είναι λίγο. κάποιες φορές μοιάζει να είναι το απόλυτο. τουλάχιστον σε ό,τι εγώ αναζητώ. όπως και να 'χει, όλο και πιο πολύ καταλαβαίνω ότι έξω απ' τη θάλασσα δεν υπάρχει αναπνοή.

ακούω και πάλι τα "σκίτσα". κάθε φορά μού αποκαλύπτονται όλο και πιο δυνατά.

Τρίτη, Νοέμβριος 06, 2007

τώρα ξαναγυρίζω στη σιωπή μου...

Χθες το βράδυ (5/11/2007) ο «καινός διαιρέτης» επαληθεύτηκε ξανά. Διαίρεσε τον χρόνο στα δυο. Σήμερα είναι η μέρα «μετά». Όλα διαφορετικά. Κι ένα καινούργιο αύριο, χαρούμενο, αισιόδοξο, επώδυνο ανοίγεται μπροστά. Επιτέλους τώρα φεύγει πια από μένα κι αρχίζει τον δρόμο του. Τώρα τα μάτια και τ΄ αυτιά ανοίγουν. Βαδίζω πια ελεύθερα. Αναπνέω διαφορετικά. Πρέπει να είναι διαφορετικά. Πώς αλλιώς; Μέσα από σκοτεινή κατακρήμνιση ακούγονται μακρινά, θολά, αδέξια τα χρώματα του αύριο. Κι η μοίρα ανελέητη. Να τα ακολουθήσεις. Να τα ξεδιαλέξεις. Μέσα από πέτρες κι από χώματα να βγει η μαγική μουσική κι ο απόλυτος αιθέρας. Στο φως.

Ευχαριστώ μέσα από την καρδιά μου

τη Χρύσα Αλεξοπούλου
τη Λεία Βιτάλη
την Ελένη Γκίκα
τον Γιώργο Γλυκοφρύδη
τον Δημήτρη Μαμαλούκα
την Αγγέλικα Παπανικολάου
και τον Βασίλη Ρούβαλη

που με τίμησαν με την παρουσία τους, τις έξοχες αναγνώσεις τους και τα θερμά σχόλιά τους.

Ευχαριστώ τον Ορέστη Ζαφειρόπουλο για τις εξαίσιες μουσικές που συνέθεσε και ερμήνευσε για τον «καινό διαιρέτη».

Ευχαριστώ από καρδιάς κι όλους τους φίλους που μοιράστηκαν τη συγκίνηση της βραδιάς μαζί μου.

Ευχαριστώ τους φίλους που, αν και βρίσκονταν μακριά, μου έστελναν την καλή τους ενέργεια.

Θερμές ευχαριστίες στους δυο οικοδεσπότες της εκδήλωσης, τον κύριο και την κυρία Σερέζη που άνοιξαν τον φιλόξενο χώρο της γκαλερί «ΑΡΓΩ» για ν΄ ακουστούν τα λόγια του «καινού διαιρέτη».

Τώρα ξαναγυρίζω στη σιωπή μου. Η ποίηση γράφεται μέσα στη σιωπή. Από εκεί ξεκινά κι εκεί επιστρέφει. Ο «καινός διαιρέτης» φεύγει πια από μένα. Δικός σας τώρα. Λάβετε φάγετε…

Δευτέρα, Οκτώβριος 22, 2007

ο "καινός διαιρέτης" στην "αργώ"



πατήστε εδώ για μεγέθυνση


Πέμπτη, Οκτώβριος 18, 2007

ΑΡΓΩ






Σάββατο, Οκτώβριος 13, 2007




Λόγος περί ποιήσεως


"Η ποίηση αποτελεί σήμερα
μια κιβωτό"




συνέντευξη στη Σταυρούλα Σκαλίδη
(φιλολογική Βραδυνή, 13-10-2007)



(την ευχαριστώ από καρδιάς)





Τρίτη, Οκτώβριος 09, 2007





αργω-πορεια






Κυριακή, Οκτώβριος 07, 2007

Νεφέλη - Αργώ

διάβασα:

η Νεφέλη έδωσε το χρυσόμαλλο κριάρι για τη διαφυγή και τη σωτηρία

η Αργώ ξανάφερε το χρυσόμαλλο δέρας πίσω στην πατρίδα

πόσο γλυκά σμίγουν οι μύθοι κι η ζωή μου...

Πέμπτη, Οκτώβριος 04, 2007

αργώ







αργω(ναυτης)







Τετάρτη, Σεπτέμβριος 05, 2007

καινός διαιρέτης

Ρωμανού του Μελωδού μνήμη και αγάπη...


σαν άλλος ιάσονας πάνω στην αργώ όλοι οι αργοναύτες έτοιμοι η θάλασσα, άλλωστε, πάντα με περιμένει νωρίς το πρωί σκέφτηκα πως η λέξη αργώ ξεκινάει με ένα α και τελειώνει με ένα ω. Λες;






21 Σεπτεμβρίου 2006 -

21 Σεπτεμβρίου 2007







οπισθόφυλλο





η χαρά,

όταν μοιράζεται με φίλους,

γίνεται διπλή



Δευτέρα, Ιούλιος 09, 2007

εν αναμονή... (ένα μεγάαααλο ποστ που γράφτηκε ανάποδα)






ET IN ARCADIA EGO







Το πρώτο γράμμα της σιωπής.

Όλα πια έχουν ειπωθεί.





τίποτα δεν υπήρξε,

αν δεν έγινε μνήμη.

κι αν ξεχαστεί,

θα πει πως δεν υπήρξε;

η φρίκη, όταν ξεχνιέται,

τρυπώνει στα όνειρά μας...



χρόνος περνάει,

χρόνος διαιρείται.

ο δρόμος

τελικά μας έφερε

στον τόπο

πριν απ’ τον παράδεισο.

ες της μουσικής που ακούγεται








Μάνη, Οχιά,

ο περίκλειστος παράδεισος...

(καινός διαιρέτης, σελ. 37 και 54 - ως όφειλα...)






έτσι τον άφησα την Παρασκευή το μεσημέρι τον παράδεισο...

με στεγνωμένα χείλη και μια γύρω καταχνιά.

τώρα απ' τις πικροδάφνες έμεινε να φυτρώνει μόνο η πίκρα...








υπάρχουν, νομίζω, δυο λογιώ ποιητές:



αυτοί που χρησιμοποιούν την ποίηση



κι αυτοί που η ποίηση τους χρησιμοποιεί.



καλύτεροι ποιητές είναι οι δεύτεροι.












στον κατάλογο μπήκε... (εξαιρετικό το νέο site!)



από τον βιβλιοδέτη να δούμε πότε θα βγει...














ΔΙΑΚΟΠΗ ΓΙΑ...ΔΙΑΚΟΠΕΣ



για τρεις εβδομάδες...



στη θάλασσα μαζί,



που λέει και το τραγουδάκι.



μετά, πάλι εδώ μαζί.



ελπίζω και μαζί



με τον καινό διαιρέτη μου,



που για μένα έχει γίνει πια "παλιός"



- πώς αλλιώς; -



(αλλιώς τα είχα υπολογίσει, αλλιώς ήρθαν. αυτό το ποστ ξεχείλωσε πολύ. μου πικράθηκαν τα χείλη. περίεργο ήταν. χαρά και λύπη, λύπη και χαρά. πάντα έτσι ήταν, πάντα έτσι θα 'ναι. είναι καλό καμιά φορά να περπατάς πλάι στον θάνατο. να τον περιγελάς ακόμα καλύτερο, αν έχεις τη δύναμη. αλλιώς, τον ημερώνουν για σένα κάποια αστέρια. καληνύχτα μικρή μου. δικό σου. ψιθυριστά)












άτιμε βιβλιοδέτη!



μου 'σφιξες το λαιμοδέτη...



(πάνε κι οι βιβλιοδέτες διακοπές???!!!)




επέστρεψα κι ακόμα δεν



κι όμως καθόλου λύπη



εκεί ο χρόνος είχε σταματήσει



κι ο άγγελος μου ψιθύρισε να ξέρω να περιμένω



την αλήθεια





(πόσες φορές, αλήθεια, πεθαίνει κανείς;)










Θα καρώ Μοναχός των θαλερών πραγμάτων



Σεμνά θα υπηρετώ την τάξη των πουλιών



Στον όρθρο της Συκιάς από τις νύχτες θα 'ρχομαι



Κατάδροσος να φέρω στην ποδιά μου



Το κυανό το ρόδινο το μωβ



Και τις γενναίες του νερού ν' ανάβω



Σταγόνες ο γενναιότερος.



Οδυσσέα Ελύτη, Άξιον Εστί, ια΄



όταν επιστρέψω απ' το περιβόλι,



ύστερα από πέντε μέρες,



θα το κρατήσω επιτέλους στα χέρια μου.





(έφυγες στο 99.



κι εγώ που σκόπευα να γιορτάσω στα 100.



τώρα τι και γιατί;



αν η μνήμη είναι -και είναι- μια άλλη πραγματικότητα,



είσαι πάντα εδώ.



στα λόγια διάχυτα



την ευλογία σου κοινωνώ.)








ήσουν αστέρι και ξανάγινες...




















Get this widget Share Track details













μόνο λυπάμαι



που δεν πρόλαβα...



μα χαίρομαι



που πρόφτασα τουλάχιστον...



(αντίο, μικρή μου. να μου φιλήσεις τ' άστρα...)
















αν κυλήσω



στο σύμπαν της σκέψης σου



ευθύγραμμα,



σαν νετρίνα,



θα ’χω τη βέβαιη γνώση



των διαστάσεων



της αγάπης μου;




(στην φίλη

που κρατάει καλή συντροφιά στην προσμονή μου)












άγγελε ελεύθερε,



να μου το προσέχεις...






















κι ενώ ζω με την αναμονή, ο καινός διαιρέτης εμφανίστηκε εδώ. δεν ξέρω, να χαρώ που συγκίνησαν κάποιοι στίχοι ή να λυπηθώ που έρχονται να γίνουν απάντηση σε κάτι τόσο θλιβερό; γεννήθηκαν από μεγάλο πόνο και τώρα ντύνουν έναν άλλο... πάντα έτσι ήταν. πάντα έτσι θα 'ναι. όπως και να 'χει το αναπάντεχο μου θύμισε ότι η ζωή έρχεται να επιβεβαιώσει, να αντιγράψει καμιά φορά με τον πιο άσχημο τρόπο την τέχνη. είναι περίεργες οι μέρες και ανάκατα τα συναισθήματα. συμπαθάτε με...






έτοιμο το



εξώ

















[και επτά ποιήματα



από τον καινό διαιρέτη



στο (.poema..) του Βασίλη Ρούβαλη]





Παρασκευή, Ιούνιος 29, 2007






τελική



σελιδπίηση









Τετάρτη, Ιούνιος 27, 2007

τούτο εστί το σώμα μου

Τρίτη, Ιούνιος 26, 2007






Ο χρνος διαιρείται αμετάκλητα κατά τη σύλληψη.



Διαιρείται και με την έκδση;



Το χτες πάντα χτες πια.



Αδημνώ


και


Ωδίνω.



Κυριακή, Ιούνιος 24, 2007

Τα επίθετα
πρέπει
να γεννούν
λειτουργίες,
όχι να τις περιγράφουν.

Τρίτη, Ιούνιος 19, 2007

χρονικό προαναγγελθέντος θανάτου

Στη θέση αυτή με έφερε ένας παρολίγον πνιγμός. Ένα πρωί οδηγώντας. Και το αμείλικτο μωβ πίσω απ' το γκρίζο. Δεν υπήρχε παρά μόνο ένας δρόμος να τον περπατήσω. Δεν δίστασα. Ευτυχώς.

Τώρα κάθε μέρα ακούω τη βαλβίδα να ξεφουσκώνει. Λίγο λίγο. Ισορροπείς. Αδύνατο να επαναληφθεί ο πνιγμός. Κι ο πνιγμός μόνο θα φέρει τη γέννηση. Ως πότε? Και γιατί?Αυτό που μόνο θέλησες ακέραιο θα παραμείνει έτσι για να θυμίζει όσα είσαι.

Για λίγο ακόμα. Μέχρι την ώρα εκείνη τη μεταιχμιακή ανάμεσα στο πριν και το μετά. Πεθαίνεις και γεννιέσαι. Αδημονώ. Αποζητώ το τέλος που θα αφήσει το μυαλό μου ελεύθερο. Και τότε ξένο θα το κοιτάζω όπως το φίδι το δέρμα του.

Μην λυπηθείς. Εσύ που τόσο με βασάνισες, άφησέ μου τουλάχιστον την πλησμοσύνη του μηδενός.

Σάββατο, Ιούνιος 16, 2007

Άρης Κουτρουλής, "ελληνική σουίτα" / Aris Koutroulis, "greek suite" (1963)

παιδί στα δεκατρία και πώς να κουβαλήσεις μια πατρίδα; πώς να χωρέσει ένας τόπος, όγκοι των βουνών, δροσιά του ανέμου κι αλμύρα της θάλασσας μέσα σε στριμωγμένες αποσκευές; οι άνθρωποι; οι φίλοι; οι αγάπες;

κλείνονται όλα σε ένα δοξαστικό Ω, σε ένα ερωτικό Θ, χαϊδεύουν την καμπύλη στη ράχη ενός αγγείου κατρακυλώντας μέσα σου...

πατρίδα είσαι εσύ κι η σκέψη που ζέσταινες για χρόνια, η αλήθεια που κυοφόρησες μέχρι να γεννηθεί η αθωότητα...








Τετάρτη, Ιούνιος 13, 2007

αντίστιξη (αυτό το ποστ θα κρατήσει καιρό, θα μεγαλώνει σαν την κοιλιά της εγκυμοσύνης μου)

στην Πηγή, εξακολουθητικά
επιτέλους, νομίζω με βρήκε (ποτέ δεν λέω το βρήκα)
ήρθε όπως πάντα
αναπάντεχα
ξεκινάμε λοιπόν...
δύο, τρία χρόνια? όσο τραβήξει
έτσι ξανά
ευτυχώς
είναι θολό ακόμα
σαν τον τεχνίτη
σαν τον μεταλλωρύχο
σαν τον πυροτεχνουργό
Ιούνιο μήνα
έτσι κι αυτό που μόλις φεύγει
σήμερα ανάσα
μύρισε
φθινόπωρο μέσα στο καλοκαίρι
τρία χρόνια
έτσι λοιπόν μεγαλώνω?
μέσα απ' τα ποιήματα?

αντίστιξη Νο 8 (πρώτη όπως και το σκίτσο, λές πυρήνας?)
θα λέει:


Αυτό το ποίημα θέλει να πει το τραγούδι της Α.
ψάχνω για την αντίστιξη στα λόγια

όποιος ξέρει από αντίστιξη στη μουσική

ας βοηθήσει.

πρέπει, πριν γράψω, να διαβάζω μια σελίδα ζωή, μια σελίδα αποκωδικοποίηση...

πρέπει να ξαναμπώ στα λόγια κι είναι τόσο επώδυνο

και, μα την αλήθεια, λίγα θυμάμαι πια

23-1-2005

τα σγουρά της μαλλιά δίπλα στα πλήκτρα

το κορμί του όρθιο να στηρίζει τη φωνή μου και τα απέναντι μάτια να τα κοιτάζω που με κοιτάζουν να τα κοιτάζω...

ένα χαμόγελο μέσα απ' τις νότες

γι' αυτό λοιπόν γράφω ποίηση?

γι' αυτό.

Δευτέρα, Ιούνιος 11, 2007

Η κρυμμένη υποθήκη του Δημητρίου Μαμαλούκα

Είχα τη χαρά και την τιμή να μιλήσω χτες (10/6) για το βιβλίο ενός φίλου (πλέον).
Η ατμόσφαιρα ήταν εξ αρχής θετικά φορτισμένη. Οι φίλοι διασταύρωναν την καλή τους ενέργεια και το κοινό παρακολουθούσε υποψιασμένο και δεκτικό. Τα κύματα έρχονταν ολόθερμα από παντού. Δίπλα μου η Composition Doll με αφοπλιστικό χιούμορ, ο Nuwanda με την σιγουριά του από καιρό φίλου του συγγραφέα, ο Librofilo με τη στέρεη γαλήνη του βιβλιόφιλου, και η alef, η απόλυτη οικοδέσποινα (επιβεβαίωσε για μιαν ακόμη φορά την άποψή μου: η ευγένεια είναι μια ιδιότητα σχεδόν μοιραία...).
Ο Δημήτρης, φανερά συγκινημένος. Το έχω ζήσει και το ξέρω. Γίνεσαι όλος φως, όλος αγάπη κι όλος νομίζεις πως σε αγγίζουν μάτια κι αισθήματα.
Και πόσο σαν από χρόνια φίλος! Μέσα από τα blogs (αλήθεια, τι σχέση μπορεί έτσι ξαφνικά να γεννηθεί μέσα απ' τα blogs, μέσα από την "αποδιοπομπαία" τεχνολογία) και μέσα από τη λογοτεχνία (αδιάσειστη και κραταιά πάντοτε η εξουσία της).
Η εισήγησή μου...
στον Δημήτρη, δικαίως...

Δημήτρη Μαμαλούκα, Η χαμένη βιβλιοθήκη του Δημητρίου Μόστρα, Αθήνα 2007, εκδ. Καστανιώτη

Κυρίες και κύριοι,

Τον Δημήτρη τον Μαμαλούκα δεν τον γνωρίζω προσωπικά.
Δεν τον γνώριζα, τουλάχιστον, μέχρι απόψε.
Επίσης δεν έχω διαβάσει όλο το προηγούμενο λογοτεχνικό του έργο.
Συνεπώς, έχω την πολυτέλεια να είμαι απολύτως…ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙΚΟΣ.

Στη σημερινή παρουσίαση προσκλήθηκα με την ιδιότητα του…θύματος του Δημητρίου Μόστρα, ή μάλλον του Δημητρίου Μαμαλούκα.
Εξηγούμαι.


Τον Δημήτριο Μόστρα είχα την ευκαιρία να τον γνωρίσω μέσα από ένα φιλικό μέιλ που έλαβα από τον συγγραφέα λίγες μέρες πριν από την έκδοση του βιβλίου.
Ήμουν από τους πρώτους που το αγόρασαν και, θα τολμήσω να πω, ο πρώτος που το διάβασε (εξαιρώ την banda mamalouka, τους φίλους του που πιθανόν το είχαν διαβάσει νωρίτερα).
Πρώτη εντύπωση: το υπέροχο εξώφυλλο. Αλλά αυτό το είχα δει και στο μπλογκ που διατηρεί. «Τα εύσημα στον επιμελητή εξωφύλλου!», σκέφτηκα.
Δεύτερη εντύπωση (στα κρυφά, γιατί όποτε το κάνω μέσα σε βιβλιοπωλεία με κοιτάζουν περίεργα): χαρτί και μελάνι…μυρίζουν υπέροχα!!! (βιβλιοφιλικό γάρ το θέμα του Μόστρα…)

Φτάνω στο σπίτι μετά από μια σαββατιάτικη εξόρμηση στα βιβλιοπωλεία της Αθήνας. Ζέστη, κόπωση, λίγο φαγητό, κάθομαι να το χαζέψω. Κι εκεί, αρχίζει το…έγκλημα. Ο Μαμαλούκας, ο άγνωστός μου συγγραφέας Μαμαλούκας με αρπάζει εξ απήνης!!!
Συνεχίζω τα κεφάλαια το ένα μετά το άλλο χωρίς να μπορώ να διακόψω το διάβασμα. Κάθε φορά που επιχειρούσα να εγκαταλείψω το βιβλίο, νά σου στο τέλος του κεφαλαίου ένα «κλείσιμο του ματιού», μια προσήμανση, από αυτές που τινάζουν στον αέρα την ευθύγραμμη αφηγηματική ροή. Και μαζί και τα νεύρα σου! Γιατί ο Μαμαλούκας ξεδιπλώνει το νήμα της αφήγησης γνωρίζοντας πολύ καλά τα αφηγηματικά τρικ που θα κρατήσουν αμείωτο το ενδιαφέρον σε ένα λογοτεχνικό αφήγημα, πολύ περισσότερο σε ένα αφήγημα που χαρακτηρίζεται από το σασπένς. Γρήγοροι ρυθμοί, κοφτοί διάλογοι, κινηματογραφική ροή, έξοχα μονοπλάνα…

Επιτέλους το απόγευμα αναγκάστηκα να διακόψω για να πάω τα παιδιά μου μια βόλτα (σαββατόβραδο, βλέπετε) αλλά, λίγα πράγματα! επιστροφή γρήγορα! και βιβλίου συνέχεια!

Θέλω να εξηγηθώ από την αρχή. Η αστυνομική λογοτεχνία, η θριλερίστικη, δεν είναι από αυτές που με συγκινούν ιδιαίτερα. Γι’ αυτό και ξεκίνησα το βιβλίο κάπως επιφυλακτικός. «Αυτό δεν είναι ένα απλό θρίλερ», σκεφτόμουν όσο προχωρούσα στο διάβασμα, «αυτό είναι ένα ολοκληρωμένο ψυχογραφικό μυθιστόρημα με μια κοφτερή ματιά πάνω στην ανθρώπινη συμπεριφορά». Το έγκλημα και το σασπένς είναι απλώς η συμβατική ακρότητα που αναδεικνύει συμπεριφορές και χαρακτήρες.

Να πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή.

Ο Μαμαλούκας ξεκινά βάζοντας ένα μεγάλο στοίχημα. Απλώνει τα αφηγηματικά του νήματα, τα πολλά αφηγηματικά νήματα. Σιγά σιγά τα πλέκει σε ένα σμιχτό κορδόνι που στο τέλος το δένει σε σφιχτή θηλιά γύρω από το λαιμό του αναγνώστη. «Μα αυτός παίζει μαζί μου!» σκέφτηκα διαβάζοντας τη μια σελίδα μετά την άλλη. Και πραγματικά. Το βιβλίο είναι γεμάτο από παιχνίδια. Του Μόστρα σε βάρος των επίδοξων διεκδικητών της βιβλιοθήκης του, του γέρο-Μιλάνου σε βάρος του γιού του, του Σκούρα, του Νικόλα Μιλάνο, του Γκαμπριέλε, αλλά το πιο βρώμικο παιχνίδι είναι αυτό που παίζει ο Μαμαλούκας σε βάρος του αναγνώστη.

Κύριο γνώρισμα στο ξεδίπλωμα της ιστορίας του βιβλίου είναι η διπλή αφήγηση. Το κύριο παιχνίδι του συγγραφέα σε βάρος του αναγνώστη, ο εμπαιγμός και η βάσανος. Κεφάλαιο παρά κεφάλαιο μεταφερόμαστε από την πρωτοπρόσωπη αφήγηση της προσωπικής περιπέτειας του Νικόλα Μιλάνο και των συν-εργών του στην τριτοπρόσωπη εξιστόρηση της δράσης της banda antimostri, μιας συμμορίας εκδίκησης, φαινομενικά άσχετης με τον πρωταγωνιστή, τουλάχιστον στην αρχή. Κι όμως, έχουμε την εντύπωση, συχνά μόνο την αμυδρή αίσθηση, ότι αυτές οι δύο ιστορίες σχετίζονται. Τα ευρήματα, οι τυχαίες συμπτώσεις, πρόσωπα που μπαινοβγαίνουν από την μια ιστορία στην άλλη πιστοποιούν τον συσχετισμό. Αλλά, αρκεί μόνο αυτό? Στο τέλος οι δυο ιστορίες διαπλέκονται και η μία δίνει λύση στην άλλη. Γι’ αυτό λοιπόν έγινε η διπλή αφήγηση? Είναι ένα απλό συγγραφικό τέχνασμα στο οποίο ο Μαμαλούκας επενδύει προκαταβολικά και απλά το εξαργυρώνει πολύ ακριβά στο τέλος? Γίνεται μόνο για να μοιραστεί η ένταση της πλοκής στα δυο? Μόνο για να εξασφαλιστεί δυνατή η λύση του τέλους?

Επιτρέψτε μου να κάνω στο σημείο αυτό αναφορά σε μιαν άλλη διάσταση, κατ’ εμέ μια από τις σημαντικότερες του έργου. Ο συγγραφέας πλάι στην ένταση και την εξιστόρηση μιας παράδοξης, γοητευτικής συχνά μαγευτικής περιπέτειας από εκείνες που συνδέουν την ιστορία με το θρύλο και τη συγγραφική μαστοριά, επιδίδεται και σε μια βαθιά ανάλυση της ύπαρξης. Της ύπαρξης του διπλανού μας, της δικής μας. Αυτός που πρωταγωνιστεί στη μια ιστορία είναι κομπάρσος στην άλλη και το αντίστροφο. Αυτό που απασχολεί τον έναν είναι αδιάφορο για τους πολλούς. Ο ήρωας και οι ίντριγκες στις οποίες εμπλέκεται δίπλα στην ομαδική δράση και το πάθος της banda φωτίζεται τώρα διαφορετικά. Υπονομεύονται οι ήρωες ή…αναδεικνύονται άλλοι. Αυτή η προβολή του ατομικού μέσα από το συλλογικό βρίσκει νομίζω την κορύφωσή της στην απογυμνωμένη από κάθε συναίσθημα κι όμως τόσο αληθινή φράση για κάποιον από τους ήρωες που χάνονται «έχει φύγει κι όμως όλα γύρω υπάρχουν». (σελ. 69)

Κυρίαρχο μοτίβο αυτό του θύτη και του θύματος που διαρκώς αντιμεταθέτονται. Τι είναι αλήθεια ο Νικόλα Μιλάνο πλάι στον Άλντο, ο Άλντο πλάι στον Σκούρα, ο Σκούρας δίπλα στην Μονίκ, η Μονίκ πλάι στον Νικόλα Μιλάνο κι ο Μιλάνο δίπλα στην «ασήμαντη» Μινούτσι.
Οι ήρωες δεν είναι καθημερινοί τύποι. Δεν συμβαίνει στον καθένα μας να έχει την απίστευτη κληρονομιά του πρωταγωνιστή, την περιουσία και τη βιβλιοθήκη του Σκούρα. Να κυλιέται μέσα στα υπόγεια βενετσιάνικων σπιτιών. Αλλά οι χαρακτήρες προκύπτουν αβίαστα, ολοκληρωμένα, παθιασμένα, μέσα από τη διαγραφή τους. Ο Μαμαλούκας σκιαγραφεί ολοκληρωμένες προσωπικότητες μέσα σε λίγες αράδες. Δεν του είναι απαραίτητο να έχει την έκταση ενός βιβλίου μέσα στην οποία διαγράφει (πιο ολοκληρωμένα ομολογουμένως) το ήθος του Μιλάνο. Αρκούν λίγες γραμμές και να το ψυχογραφικό ενσταντανέ του θύματος που γίνεται θύτης και του θύτη που βρίσκεται μπροστά στο τέλος του : «Ο Κόζιμο Τανκρέντι, αλλιώς Σκέψη, έκλεισε τα μάτια. Επικράτησε απόλυτη σιγή την οποία διέκοψε ένα βογγητό από τον άντρα στο πορτμπαγκάζ. Ο εισαγγελέας τον κοίταξε ανέκφραστος. Οι σκέψεις που δεν έφευγαν ποτέ. Οι σκέψεις που παραφύλαγαν… Έπειτα από μια σιωπή σχεδόν ενός λεπτού, ο εισαγγελέας μίλησε με σταθερή φωνή. “Εντάξει. Εκείνη η σκάλα οδηγεί σε μιαν αποθήκη. Πηγαίνετέ τον εκεί”. Ο φιμωμένος άντρας άρχισε να χτυπιέται και να μουγκρίζει με όλη του τη δύναμη. Ξαφνικά συνειδητοποίησε τι ένιωθαν τα θύματά του λίγο πριν τους πάρει τη ζωή. Τρόμο». (σελ. 59-60)

Ο Μαμαλούκας γράφει σκληρά. Όλο το παιχνίδι στήνεται μέσα σε μια «εγκληματική» ατμόσφαιρα. Δολοφονίες, στυγνές εκτελέσεις, υπόκοσμος, σχέσεις ψυχρές, εκμετάλλευση. Ο ήρωας συμπεριφέρεται με ψυχρό υπολογισμό, συχνά εκφράζεται με απόλυτο κυνισμό (όπως όταν αναφέρεται στο ξεπούλημα της συλλογής σπάνιων βιβλίων που είχαν δημιουργήσει οι βιβλιόφιλοι και μανιώδεις συλλέκτες πρόγονοί του λέει «Και οι δυο θα προτιμούσαν να πεθάνουν παρά να κάνουν αυτό που κάνω εγώ τα τελευταία χρόνια. Ευτυχώς, είναι και οι δυο νεκροί»). Στις συντρόφους του συμπεριφέρεται με έναν ωμό ερωτισμό. Αντιμετωπίζει με καχυποψία ακόμη και τον καλύτερο, τον μοναδικό του φίλο.

Κι όμως είναι αυτός ο ίδιος ήρωας που συχνά βυθίζεται μέσα στο εγώ του, που κοιτάζει στοχαστικά και εκφράζεται εξομολογητικά. Νομίζει κανείς ότι η πρωτοπρόσωπη αφήγηση της περιπέτειάς του είναι μονάχα η αφορμή για την κατάθεση των σκέψεων, για την ανάγκη του να στοχαστεί και να εξομολογηθεί: «Τρίτη 25 Οκτωβρίου, απόγευμα. Μαύρο ατέλειωτο. Πικρό άρωμα μελαγχολίας ριγμένο απλόχερα πάνω στις στάλες της βροχής, που πέφτουν μονότονα μέρες τώρα. Τσαλαβουτάω στα γλιστερά πεζοδρόμια κρατώντας μια σκισμένη ομπρέλα. Έχει το χρώμα του πένθους και ο αέρας που προσπαθεί να μου την αρπάξει σφυρίζει σαν φωνή από βαθιά μέσα μου…Η βροχή συχνά μοιάζει να σχηματίζει ένα απέραντο πέπλο λήθης κι εγώ θέλω τόσο πολύ να κρυφτώ πίσω του και να χαθώ. Τα φώτα της πόλης που τρυπούν τη νύχτα, οι μυρωδιές που πεθαίνουν ασθμαίνοντας στο καυσαέριο, η λάσπη σε μερικές γωνιές, οι ακλόνητες πέτρες των κτηρίων είναι σιωπηλοί μάρτυρες των πάντων. Πόσες φορές η ζωή θα μας φανερώσει πόσο σκληρή μπορεί να γίνει; Δεν έφτανε μια όταν βρήκα τη μητέρα μου ακίνητη στο κρεβάτι, άσπρη σαν το σεντόνι που ακουμπούσε; Απ’ ό,τι φαίνεται, όχι. Η μοίρα δεν έχει τελειώσει μαζί μου». (σελ. 86)

Η μέσα φωνή, ο στοχασμός κι η εξομολόγηση διαρκώς πλάι πλάι με την σκληρή ή την τολμηρή περιγραφή. Σε μια σκληρή ερωτική στιγμή ο Μαμαλούκας αιφνιδιάζει. Ο ίδιος άνθρωπος, ο Νικόλα Μιλάνο που λέει «…η Μονίκ που τόσο ποθούσα, η Μονίκ που μ’ ερέθιζε συνεχώς και δε σκεφτόμουν παρά μόνο πότε θα ξαναπηδιόμασταν» (153), ο σκληρός Μιλάνο που διστάζει να δείξει τα συναισθήματά του - το ομολογεί ο ίδιος «Δεν τα πάω καλά με τα συναισθήματα» (σελ. 21) - είναι ο ίδιος που λέει: «όταν τη χάιδεψα, ήταν υγρή όπως όλες οι βροχερές μέρες της μελαγχολίας μου». (123)

Η ανθρώπινη ύπαρξη είναι πολυδιάστατη, γι’ αυτό πραγματική. Η σπουδή των χαρακτήρων μάς παραδίδει κάθε άλλο παρά έναν αδίστακτο καιροσκόπο Μιλάνο, έναν διεστραμμένο Σκούρα, μια φτηνή Μονίκ. Ο συγγραφέας ενδιαφέρεται για τον ολόπλευρο φωτισμό των ηρώων, σε διαφορετικές συνθήκες, ενδιαφέρεται για το «εν δυνάμει» του καθενός μας. Άνθρωποι καθημερινοί μπορούν να γίνουν εγκληματίες, όταν κυριεύονται από τα πάθη, τα μίση, τις αδυναμίες τους. Ακόμα κι όταν περιγράφει έναν αδίστακτο εκτελεστή γνωρίζει πολύ καλά ότι η ανθρώπινη ψυχή δεν μπορεί να είναι μονοδιάστατη. Όπως λέει ο ίδιος «Φεύγουμε από μηχανή θανάτου και γινόμαστε πάλι άνθρωποι. Ευάλωτοι άνθρωποι που κινδυνεύουν». (σελ. 68). Κι από την άλλη, άνθρωποι που ζουν μέσα στην γκρίζα πλευρά της ζωής μπορούν να αναδεικνύονται σε αγγέλους.


Κυρίες και κύριοι,

Το βιβλίο του Δημήτρη Μαμαλούκα είναι ένα δείγμα ειλικρινούς λογοτεχνίας. Εκπληρώνει όσα υπόσχεται. Ανοίγει πολλούς λογαριασμούς και τους κλείνει όλους με εντιμότητα. Κατορθώνει να περικλείσει ένα συναρπαστικό τι μέσα σε ένα γοητευτικό πώς. Γι’ αυτό και είναι καλή λογοτεχνία. «Η χαμένη βιβλιοθήκη του Δημητρίου Μόστρα» με κέρδισε από την πρώτη στιγμή για την λογοτεχνική της αρτιότητα αλλά και για έναν πρόσθετο λόγο. Γιατί ο Δημήτρης είναι ένας δημιουργός της γενιάς μου. Γίνεται εκφραστής αυτής της γενιάς και αυτό φαίνεται ξεκάθαρα και μέσα στα βιβλία του. Είμαι βέβαιος ότι το στίγμα της γενιάς αυτής θα το συνυπογράψει και ο ίδιος. Με το έργο αυτό βάζει υποθήκη για το μέλλον.


Σας ευχαριστώ.

Πέμπτη, Ιούνιος 07, 2007

Μόστρα...

την Κυριακή λέω να...

Τετάρτη, Ιούνιος 06, 2007

αντίστιξη

στην Πηγή

Σάββατο, Ιούνιος 02, 2007

Από το ψευδώνυμο στο ετερώνυμο : απάτη, ελευθερία ή μήπως δύναμη;

στην αυτόπτη μάρτυρα…

Είναι συχνή, αν και όχι πάντα κατανοητή από όλους, η χρήση ψευδωνύμων και ετερωνύμων στη λογοτεχνία. Οι περιπτώσεις του δικού μας Ελύτη και του Fernando Pessoa μιλούν ολοκάθαρα. Ποια είναι, αλήθεια, η ανάγκη που σπρώχνει έναν δημιουργό στην υιοθέτηση και χρήση ψευδωνύμου ή ετερωνύμου (ή και ετερωνύμων); Θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι είναι ένα παιχνίδι συγκάλυψης που παίζει ο συγγραφέας, μια εξαπάτηση του αναγνώστη, ή και του ίδιου του εαυτού του. Πίσω απ’ αυτό κρύβει την προσωπική, την ιδιωτική του ζωή, το παρελθόν και το παρόν του, τις αδυναμίες, την δημόσια εικόνα του, εξασφαλίζει την ηρεμία και την απομόνωση που χρειάζονται στη δημιουργία του. Η εικόνα την οποία έχει χρεωθεί, την οποία κάποιες φορές έχει εξαναγκαστεί να υιοθετήσει ή την οποία έχει επιλέξει να έχει στην εξωλογοτεχνική του ζωή τον περιορίζει, του επιβάλλει μια συγκεκριμένη συμπεριφορά (πολύ περισσότερο που σπανίως η καλλιτεχνική και δη η λογοτεχνική ιδιότητα είναι «κοινωνικά αποδεκτή»). Το ψευδώνυμο εξασφαλίζει στον συγγραφέα το κέλυφος μέσα στο οποίο συντελείται απρόσκοπτα η δημιουργία, καμιά φορά η κοσμογονία και η οντογένεση. Του χαρίζει ελευθερία. Λόγου, σκέψης, ελευθερία από την όποια ιδεολογία ή λογοτεχνική θεωρία μα πιο πάνω απ’ όλα ελευθερία απ’ τον ίδιο του τον εαυτό. Από αυτά που έχει μάθει να σκέφτεται, από αυτά που έχει συνηθίσει να υιοθετεί, καμιά φορά από κεκτημένη ταχύτητα, από δειλία ή και από συμφέρον ακόμα. Του χαρίζει και κάτι ακόμα· ένα ανάχωμα για να παρατηρεί. Ο καλλιτέχνης παρατηρεί τον κόσμο. Πάνω απ’ όλα παρατηρεί τους ανθρώπους. Ζει μέσα απ’ τις ζωές τους. Καμιά φορά ζει τις ζωές τους. Πρέπει γι’ αυτό να διαχέεται ανάμεσά τους απαρατήρητος κι όμως τόσο παρών. Το ψευδώνυμο του εξασφαλίζει αυτό το ιδιόμορφο φίλτρο μέσα απ’ το οποίο ο ίδιος βλέπει χωρίς να τον βλέπουν.

Ποια αξία έχει όμως η τέχνη δίχως την αλήθεια μας? Και εδώ έρχεται η αντίφαση. Αλήθεια μέσα από μιαν απάτη? Ναι, αν η απάτη αυτή απελευθερώνει, αν αποδεσμεύει δυνάμεις εγκλωβισμένες στα έγκατα του ασυνείδητου, στις συμπληγάδες του συνειδητού. Η ιδιότυπη «ανωνυμία» που εξασφαλίζει το ψευδώνυμο (και λέω ιδιότυπη γιατί, ωστόσο, εξασφαλίζει μιαν ιδιότυπη ταυτόχρονα «επωνυμία», μια αναγνωρισιμότητα στο μέτρο που ταυτίζουμε ένα συγκεκριμένο έργο με ένα όνομα, ένα φαντασιακό πρόσωπο) συγκαλύπτει τον δημιουργό και θωπεύει την περίφημη «καλλιτεχνική ανασφάλεια». Πόσες περιπτώσεις δεν μπορεί πρόχειρα να ανακαλέσει κανείς δημιουργών που κατάφεραν να αποκρύψουν πίσω από ένα ψευδώνυμο την κοινωνική τους θέση, την επαγγελματική τους ιδιότητα, ως και το φύλο τους, και να ανυψωθούν ελεύθεροι στη σφαίρα της ακέραιης δημιουργίας. Πιο σημαντική όμως κι απ’ την απελευθέρωση από τους κοινωνικούς ή άλλους περιορισμούς είναι η απελευθέρωση του συγγραφέα από τον ίδιο του τον εαυτό. Από τους ασυνείδητους φόβους, από τα πάθη του, κυρίως όμως από την αυτο-λογοκρισία στην οποία υποβάλλεται. Τολμά να μιλήσει ελεύθερα, να εκφραστεί ρηξικέλευθα, να συγκρουστεί ως και με τον ίδιο του τον εαυτό και τελικά να δικαιώσει τον ρόλο του ως δημιουργού και καλλιτέχνη.

Ένα βήμα πιο πέρα. Αν με το ψευδώνυμο ο συγγραφέας χτίζει έναν περίκλειστο παράδεισο για τη δημιουργική του σκέψη και δράση, με το ετερώνυμο αποδύεται στον αγώνα να γίνει ο ίδιος πρωτόπλαστος, να ανακαλύψει (ή να επινοήσει απ’ αρχής) την παραδείσια αλήθεια. Το ψευδώνυμο, πολύ περισσότερο το ετερώνυμο δημιουργούν ένα μύθο, σχηματίζουν την εικόνα ενός φαντασιακού δημιουργού που μιλά χωρίς να χρεώνεται την εικόνα του. Το έργο απομένει μόνο μια «καθαρή φωνή».

Τα περισσότερα του ενός ετερώνυμα καλύπτουν πολλαπλάσιες ανάγκες αυτο- και ετερο-συγκάλυψης. Ενώ το ψευδώνυμο προσφέρει συγκάλυψη από τους γύρω, το ετερώνυμο (ή τα ετερώνυμα) συγκαλύπτουν (αναδεικνύουν θα ’λεγα καλύτερα) όλες τις πτυχές της δημιουργικής ανάγκης και παρόρμησης του λογοτέχνη. Η περίπτωση του Pessoa (υιοθέτησε, ανάμεσα σε άλλα, τα ετερώνυμα Alvaro de Campos, Ricardo Reis και Alberto Caeiro, για την ποίηση, και Bernardo Soares για την πεζογραφία) που ένα ελάχιστο μέρος του έργου του δημοσίευσε όσο ζούσε, είναι ενδεικτική αυτής της παρόρμησης όχι απλά να κρυφτεί, αλλά να αναγεννηθεί μέσα από ένα ή περισσότερα ετερώνυμα.

Είναι αλήθεια ότι σήμερα έχει περιοριστεί η χρήση ψευδωνύμων και ετερωνύμων. Αυτό μπορεί να σημαίνει θάρρος να ορθώσουμε τη φωνή μας ή δειλία να φτάσουμε στα όρια της δημιουργικής μας αναζήτησης. Μήπως τελικά το ετερώνυμο εκτός από ελευθερία δίνει και δύναμη και έμπνευση; Γιατί, καθώς ο δημιουργός υιοθετεί μιαν άλλη περσόνα, διαφορετικής ψυχοσύνθεσης (ολότελα δικής του κι όμως έως τότε άγνωστής του), αναλαμβάνει δίχως συμπλέγματα να υποδυθεί ρόλους, να φτάσει στην ουσία της μίμησης και να περάσει ακόμη πιο πέρα, στην αυθεντικότητα, όχι πια της αναπαράστασης, αλλά της «ποίησης», της αληθινής δημιουργίας ζωής. Μπορεί πιο εύκολα να μετατίθεται όχι από σκέψη σε σκέψη αλλά από τρόπο σκέψης σε τρόπο σκέψης. Κι αυτό όχι από διάθεση πειραματισμού μόνο (πειραματισμός που μπορεί να τον φτάσει να ανακαλύψει πτυχές της δημιουργικότητάς του που ποτέ ως τότε δεν είχε συλλάβει), αλλά και από αληθινή εσωτερική ανάγκη. Γιατί μέσα σε έναν δημιουργό, στον κάθε άνθρωπο, πόσο μάλλον σ’ αυτόν που αισθάνεται την ανάγκη της πράξης εντονότερη, ενυπάρχουν πολλές διαφορετικές οπτικές, ακούγονται πολλές φωνές, που όλες, καθεμιά χωριστά για τον εαυτό της, θέλουν να ακουστούν. Όμως όχι σε ένα συνονθύλευμα, αλλά καθαρές, ατόφιες, μόνες και ξέχωρες. Κι η καθεμιά φωνή μπορεί έτσι να πειραματίζεται, να φθείρεται, ως και να αναλώνεται ακόμη, αλλά με διάθεση αγαθοποιό· χωρίς να βλάπτει ή να συμπαρασύρει τις άλλες.

Το ετερώνυμο πολλές φορές ενυπάρχει μέσα στο ίδιο το έργο ως λογοτεχνικό προσωπείο, ως «ρόλος», ως ήρωας. Αυτό είναι μια άλλη υπόθεση. Ωφέλιμη, αλλά ωστόσο διαφορετική. Ο λογοτέχνης δεν είναι απαραίτητο να ταυτίζεται με όσα η περσόνα του πρεσβεύει (αν και τις περισσότερες φορές κι αυτή η λειτουργία φέρει κάποια, αν όχι και όλα τα στοιχεία της σκέψης του δημιουργού). Απεναντίας μπορεί τα όσα η περσόνα του εκφράζει να υπονομεύουν αυτά που ο ίδιος πιστεύει, να τα θέτουν εν αμφιβόλω, να λειτουργούν ως επιχείρημα ab opposito. Αλλά, όταν το ετερώνυμο καλύπτει ένα ολοκληρωμένο λογοτεχνικό έργο και το σφραγίζει, τότε η ελευθερία και η μετατόπιση του δημιουργού είναι καθολική. Το ζητούμενο είναι να αντέξει αυτή την πλαστοπροσωπία, την πολυπροσωπία και να μην χάσει μέσα από αυτή την πολυσχιδία την ψυχή του. Γιατί αυτή πάμε να βρούμε μέσα από την τέχνη.

(Οι λευκοφόροι εννοείτωσαν).

Πέμπτη, Μάϊος 31, 2007

carmina AMAbiLIA

ΜΕΤΑ
ΤΟΠΙΣΗ

Η θέληση για έκθεση, βορά και λεία
είν’, καθώς λένε οι πολλοί, ανωμαλία.
Τίποτε τώρα πια δεν σου ανήκει εσένα,
σε κύτταρα εγκεφαλικά φωλιάζουν ξένα.
Ίσως μπορεί κανείς να υποθέσει
πως βρίσκουν και κρατούν λαθραία θέση
να μεταφέρουν τη ζωή σου μες στους άλλους,
σε ζωντανά μυαλά ή σε καβάλους…



Κώστας Μόρφης, Παραλήπτης Άγνωστος (2002)
(ακούμε την Ευτέρπη,
από την ραψωδία για βιολοντσέλο και ορχήστρα
του Μίκη Θεοδωράκη)

Τρίτη, Μάϊος 29, 2007

Η γιαγιά μου η Πόλη

Μικρή έπαιζα με τα τουρκάκια. Ο τούρκικος μαχαλάς δύο βήματα απ’ τον δικό μας. Η μάνα μου είχε φιλενάδες από κει. Κάθε Τετάρτη ερχότανε μια φραντσέζα, η μαντάμ Μαρί, όνομα ίδιο με το δικό μου, και μου μάθαινε γαλλικά. Όταν κατεβαίναμε στην προκυμαία στη Σμύρνη βολτάριζα με τ' αδέρφια μου μέχρι το Σπόρτε Κλου. Όμορφα χρόνια.
Μεγάλωνα και μεγάλωνε το κακό. Σαν κοντοζύγωσε, ένας Τούρκος, φίλος του πατέρα μου, «Προχώρα μπροστά, Παναγιώτη, και θα σου λέω» του είπε. «Πάρε τη γυναίκα σου και τα παιδιά σου και φύγετε. Θα γίνει μεγάλη σφαή». Ο πατέρας μου, Θεός σχωρέστον, άκουσε. «Στέλλα», είπε, «να φύγετε». Θα έρθω κι εγώ γρήγορα.

Στο μεγάλο κακό κρυφτήκαμε για δυο μέρες στο σπίτι μιας άλλης φραντσέτζας. Καμίλ τη λέγανε. «Στέλλα, πάρε ό,τι θέλεις», είπε στη μάνα μου. «Το σπίτι όλο δικό σου». Και τι πήρε η μάνα μου; Ένα ψαλιδάκι «Για να κόβω τα νύχια των παιδιών μου», είπε. Βγήκαμε στη Μυτιλήνη. Πείνα. Δίψα. Κάτι πατριώτες τραγουδούσανε και χορεύανε. Να ξεχαστεί το κακό. «Κερατά Κεμάλη!». Φωτιά περάσαμε. Λίγο το ’χεις; Από λίγες βδομάδες ήρθε κι ο πατέρας μου. Μείναμε στον κήπο μαζί με όλους τους άλλους, Ύστερα περάσαμε στον Περαία. Μείναμε στη γουρουνόμαντρα. Βρωμιά, αλλά την παστρέψαμε. Ένας τοίχος να προσευχηθείς και να αλλάξεις, να λατρευτείς.

Στους εφτά μήνες απάνω πέθανε ο πατέρας μου. Ζωέμπορος, ασυνήθιστος, έπιασε οικοδομή. Κρύωσε, λέγανε. Αρρώστησε. Θεός σχωρέστον. Δουλέψαμε όλοι. Εγώ δούλεψα στου Ρετσίνα. «Κι από βουργαρίτσα καλύτερα δουλεύεις», έλεγε ο μουσιού Όττο, ο επιστάτης του αφεντικού. Τα μεσημέρια κοιμόμουνα πάνω στα χέρια μου απ’ την κούραση.


Τον Κωστάκη τον ηξέραμε από το Κορδελιό. Απέναντι απέναντι ήντουστε τα σπίτια μας. Όταν έγινα δεκαεφτά έστειλε η μάνα του, Στέλλα κι εκείνη, και με ζητήσανε. "Πιπερλή" με έλεγε. Για τη φωτογραφία του αρρεβώνα μας έβαλα τα δανεικά παπούτσια της νύφης μου και κοκκινάδι στα μάγουλα. Το ’θελε ο φωτογράφος.

Γέννησα και ανάστησα τέσσερα παιδιά. Δυο αγόρια δυο κορίτσια. Ο Κωστάκης στην οικοδομή. Εγώ στο σπίτι. Καλή γειτόνοι. Το σαράντα πήγε στο μέτωπο. Είχα τα δυο κορίτσια. Πήγα να τρελαθώ. Πέρασε. Πουλήσαμε τα πάντα. Μετά οικοδομή. Χτίσαμε, ζήσαμε. Παντρέψαμε τα παιδιά, ανάστησαν άλλα.


Ζω ανάμεσα στα παιδιά μου. Περνάω καλά, δόξα τω Θεώ. Τρώμε όλα τα αγαθά του Αβραάμ και του Ισαάκ. Τον Κωστάκη τον χάσαμε. Από καρκίνο. Έκλαιγα μέρες (έκλαιγα νύχτες που δε με βλέπανε).

Ένα πρωί ήρθε αυτός, ο Μεχμέτ, ο θάνατος, πώς τον λένε; Μάιος ήτανε. Από την κερκόπορτα μπήκε. Με παίδεψε. Λίγο. Αντρειεύτηκα. Ήμουν συνηθισμένη. Κι ένα βράδυ, στις είκοσι εννιά, με νίκησε, με πήρε. «Η πόλις εάλω». Τώρα μονάχα με θυμούνται. Λίγο το ’χεις;


στην Μαρίτσα, τη γιαγιά μου, που έφυγε μια τέτοια μέρα. Έφυγε;

Πέμπτη, Μάϊος 24, 2007

Ευριπίδη "Μήδεια" Α΄ Στάσιμο

"Μήδεια" του Delacroix


Πάνω κυλούν οι ποταμοί
Πίσω διαβαίνουν στις πηγές τους
Και δίκιο κι όλα χάνονται
Οι δόλοι των ανθρώπων απέκτησαν τρανή ισχύ
Και των θεών οι όρκοι δεν έχουν πλέον δύναμη
Μα πάλι όνομα καλό θα δώσουν στη ζωή μου
οι φήμες
Έρχονται τιμές στων γυναικών το γένος
Να μην το ξέρουν άλλο πια για κακοφημισμένο.


Και των αρχαίων ποιητών γλυκόλαλες οι Μούσες
Θα πάψουν πλέον άπιστη εμένα να καλούνε
Αφού σ' εμάς δε χάρισε της λύρας το τραγούδι
Ο Φοίβος, των θεόπνευστων των τραγουδιών ο αφέντης
Αλλιώς θα ηχούσε κι από μας τραγούδι για τους άντρες αντίφωνο
Τα χρόνια που περνάνε έχουν αμέτρητα να πουν

και για τα δυο τα φύλα.


Τρελή από τον έρωτα μακριά απ' το πατρικό σου ταξίδεψες
Και διάβηκες της θάλασσας τις δίδυμες τις πέτρες
Τώρα την ξένη χώρα κατοικείς
Του άναντρου του άντρα την κλίνη σου τη νυφική
Έχασες πια βαριόμοιρη
Εξόριστη διώκεσαι μακριά απ' αυτή τη χώρα, ατιμασμένη.


Η χάρη αφανίστηκε κι η δύναμη των όρκων
Και στην Ελλάδα σεβασμός κανείς δεν απομένει
Πάει, πέταξε
Κι εσύ δυστυχισμένη, δεν έχεις σπίτι πατρικό

πίσω για να γυρίσεις
Άλλη βασίλισσα τρανή εδώ, μέσ' στο παλάτι

νίκησε το κρεβάτι σου.


μετάφραση Γ.Ε.
(ακούμε έναν αρχαίο ελληνικό σίκκινι χορό)

Δευτέρα, Μάϊος 21, 2007

Ο ζωγράφος Άρης Κουτρουλής (μέρος β΄)

Σήμερα παρουσιάζω έργα της δεκαετίας του '90

[θα συνεχίσω με έργα του '80

και θα ολοκληρώσω με την "ελληνική σουίτα" (1963)]


το χρώμα διαχέεται και ανασυνθέτει. μορφή και σύμπαν μια αδιάσπαστη διαφάνεια. οι δυνάμεις που περιβάλλουν την αύρα εισβάλλουν στο είναι και ενσαρκώνονται. η ροή διαμορφώνει μια αγαπητική σχέση ανάμεσα στο εγώ και στο εσύ, τα σώματα συγκοινωνούν, όπως η σκέψη. το φλάουτο αποδίδει την κίνηση, την ανάταση και την αιώρηση του φύλλου.

works of late '90s

"INNER PORTRAITS"















(ακούμε το andante από το κονσέρτο για φλάουτο, έγχορδα και continuo του Georg Philipp Telemann)

Δευτέρα, Μάϊος 14, 2007

Δεν γράφω ποιήματα.

Δεν γράφω ποιήματα. Αυτόν τον καιρό δεν πρέπει να γράφω ποιήματα. Το ποίημα πρέπει να είναι μια έκρηξη, μια σεισμική δόνηση. Πρέπει να έχουν συσσωρευτεί δυνάμεις. Να νιώθεις πως δεν μπορείς να ζήσεις ούτε για μια στιγμή αν δεν το γράψεις. Η καθημερινή, διεκπεραιωτική, σχεδόν ημερολογιακή γραφή δεν ωφελεί. Με αποδυναμώνει. Αισθάνομαι να με αφαιμάσσει δίχως αποτέλεσμα. Νιώθω το σώμα μου ισχνό. Και το ποίημα πρέπει να βγαίνει από τα έγκατα του σώματος. Είναι φαινόμενο βιολογικό.

Τούτο τον καιρό επιβάλλω στον εαυτό μου μια βεβιασμένη στέρηση, μια νηστεία. Κλείνομαι, ολοένα κλείνομαι και αφήνω τη θέληση να με κατακλύζει. Ακόμα μπορώ να την ελέγχω. Δεν είναι ώρα λοιπόν. Ασκούμαι στην στέρηση, σαν μοναχός. Έχω ποιήματα στα συρτάρια μου που πρέπει να δουλέψω. Ακόμη και η ύστερη επεξεργασία είναι μια πράξη απαράμιλλης συγκέντρωσης, πράξη θεοτική. Δεν πρέπει να μιλάω σε κανέναν, δεν πρέπει να ακούω κανέναν, παρά μόνο εκείνη τη φωνή. Είναι και δεν είναι δική μου. Παλεύουμε. Την διορθώνω και αναδιπλώνεται. Την κολακεύω και με χλευάζει. Στο τέλος αποκάμνω. Έτσι βγαίνει το ποίημα.

Τούτο τον καιρό δεν γράφω ποιήματα. Είναι οδυνηρό ν’ ακούς τα λόγια μέσα σου αλλά να μην τα γράφεις. Ποια αυτιά να κλείσεις; Γράφω καθημερινά, μα όχι ποιήματα. Είναι κι αυτός ένας τρόπος να ξεχνάω να γράφω ποιήματα. Να κλείνω τ’ αυτιά μου στις σειρήνες. Γιατί αν γράψω, θα λυτρωθώ μονάχα για μια στιγμή. Μονάχα εγώ. Ξέρω πως γράφω για εκείνη. Κι εκείνη θέλει όχι να την συντροφεύω. Μου λέει να ’μαι δικός της. Να διαλύομαι. Η επανασύνθεση της δικής μου ουσίας να είναι το ποίημα…

Κώστας Μόρφης

R a g t i m e – π ρ ο ε τ ο ι μ α σ ί α


Εκεί έβλεπες μόνη τριγύρω τη βιασύνη
Σκληρές ανάσες
Μάτια έξω απ’ τα μάτια και άδεια βήματα. Κανείς

δεν πρόσεξε
σχεδόν
τον άντρα που κρατούσε
στα χέρια του ξύλινο σώμα του έρωτα.

Μόνοι κάτω απ’ το φως
Έγραφαν γύρω το σκοτάδι τους
Οι δυο τους μια παρένθεση στο χώρο,
Ένα σύμπαν
Ολόκληρος ο έρωτας σε μια ρωγμή ελάχιστη στο χρόνο.

Το ένα του χέρι ψηλά χάδι στο μπράτσο
Το άλλο κατρακυλούσε στις καμπύλες, όχι με βιασύνη
Αργά, γνώριζε πότε θ’ ακουμπήσει τις χορδές να τις ταράξει
Κι η μνήμη της αγάπης τώρα τριγμός στα δάχτυλα
Κι η μνήμη των δαχτύλων τώρα βόγκος στο σώμα
Όπως ανέβαινε βαθιά μες απ’ το σώμα του.

Τόσο μόνοι, τόσο ακέραιοι και μόνοι, λίγο μετά από κατακλυσμό
Έγερνε πάνω του και γύρω
Ώσπου το σώμα
Πήρε το σχήμα της αγάπης του.

Άργησα εκεί να τους κοιτάζω.

Ένας άντρας σφιχτά αγκαλιασμένος μ’ ένα τσέλο.

Ωραίοι,
Σαν την αγάπη που ήθελα να πω.



από τη συλλογή "Παραλήπτης Άγνωστος", Αθήνα 2006

(Ακούμε μουσική του Βασίλη Γκότση.
Στο τσέλο ο Ορέστης Ζαφειρόπουλος.)

Πέμπτη, Μάϊος 10, 2007

Βασίλης Γκότσης

Έχω ζήσει μια μεγάλη ευλογία. Όταν πρωτακούστηκαν τα λόγια μου, τα συνόδευε αυτή η μουσική, γραμμένη γι’ αυτά από τον συνθέτη Βασίλη Γκότση. Η μουσική είναι το πιο απαλό κύμα για να ταξιδέψει πάνω του η ποίηση.
Βασίλη, ευχαριστώ!

(ακούμε τη μουσική που γράφτηκε για το ποίημα «τρίγωνο» από τη συλλογή ΣΤΙΓΜΑ.
Στο πιάνο η Αγγέλικα Παπανικολάου.)
τ ρ ί γ ω ν ο

Μακριά πολύ κι ανάμεσα, στην κόχη του ορίζοντα,
προβάλλει εμπρός μου.

«Γαλάζιο τρίγωνο
λειαίνεις του μεσημεριού μου την ένταση
και ματιάς φευγαλέας το ανάστημα
ή το σχήμα ενατένισης
τα γυρτά απογεύματα.

Μικρό σημείο σταθερότητας
στη μετατόπιση
και δάσκαλε του έρωτα,
όταν αντίρροπες εντάσεις
ερίζουν και φλέγονται.

Ανακουφιστικό γαλάζιο τρίγωνο
κρατάς το θόλο του ναού μου στο στερέωμα,
το βάρος μιας ρέμβης και μιας εξομολόγησης,
στο φως σου που αφομοιώνει.

Εκεί
ο παιδικός αλμυρός ίλιγγος
και της νεότητας η έξαψη
στου κορμιού το αντιμάμαλο.

Γαλάζιο εφηβαίο
στη γύμνια που διατρέχουν τα μάτια στο διάστημα,
χωνευτήρι απύθμενο και μήτρα προαιώνια
γεννάς τον ουρανό της κάθε μέρας μου».



Ο Βασίλης Γκότσης γεννήθηκε το 1972 στην Αθήνα. Έχει σπουδάσει μουσική και σύνθεση. Έργα του έχουν παρουσιαστεί στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, στο Γαλλικό Ινστιτούτο και σε πολλούς συναυλιακούς χώρους. Η μουσική του περιλαμβάνει έργα για φωνή, χορωδία, solo όργανα, μουσική δωματίου, μεγαλύτερα σύνολα και ορχήστρα.

Τρίτη, Μάϊος 08, 2007

Η αντρική και η γυναικεία ποιητική φωνή

υπάρχει αντρική και γυναικεία φωνή στην ποίηση;
αν ναι, ποια είναι τα χαρακτηριστικά τους;
πώς εκφράζεται μια αντρική και πώς μια γυναικεία ποιητική φωνή;
πώς γίνεται δεκτή η κάθε φωνή από τον αποδέκτη;

Δευτέρα, Μάϊος 07, 2007

καινός διαιρέτης

Τι μπορεί να διαιρέσει τη ζωή σου; Να την χωρίσει στα δυο; Σ’ ένα π.Π. και μ.Π., ας πούμε;… Πριν απ’ το ποίημα και μετά… Όταν συλλαμβάνεις κι όταν με την αγάπη του πηλού δίνεις μορφή, ξέρεις πως μετά απ’ αυτό δεν μπορεί να είσαι πια ίδιος. Αφού η κάθε μέρα σου εκπορεύεται πια από αυτή τη σκέψη, ή αν όχι, την εμπεριέχει. Ένα μικρό σύμπαν που έχει μόλις, έστω και λίγο, διασταλεί.

Πέμπτη, Μάϊος 03, 2007

Σημειώσεις για το BIG BANG της σύλληψης.

Οδηγώ. Κοντινή απόσταση. Δέκα λεπτά το πολύ. Στο πίσω κάθισμα τα παιδιά είναι ήσυχα (δεν έχουν καλοξυπνήσει ακόμη). Κάνω την ίδια όπως πάντα διαδρομή. Τόσα χρόνια. Τόση επανάληψη. Αν οδηγούσε κάποιος άλλος κι εγώ καθόμουν στη θέση του συνοδηγού με τα μάτια κλειστά, θα ήξερα κάθε στιγμή πού βρισκόμαστε. Υπολογίζω από τον ήχο της μηχανής, από την κλίση που παίρνει το αυτοκίνητο σε κάθε στροφή, από τις μυρωδιές της κάθε γωνίας. Εδώ τριαντάφυλλο και γιασεμί, εδώ καυσαέριο λεωφορείου, παραπέρα το χώμα από την οικοδομή που χτίζεται… Ξαφνικά, μέσα στην απόλυτη επανάληψη, έρχεται! Μια ιδέα. Από εκείνες που αισθάνεσαι πως αν δεν γίνει πραγματικότητα δεν μπορείς να ζήσεις πια… Από εκείνες που αν γίνουν πραγματικότητα, δεν είσαι ποτέ πια ο ίδιος…

Πώς γεννιέται ένα ποίημα; Πολύ περισσότερο μια ποιητική σύνθεση; Ο άξονας τις περισσότερες φορές, αν δεν κάνω λάθος, είναι μια λάμψη, μια ακαριαία αποσβολωτική σκέψη. Σε ένα πρόσφατο ποίημα μου τον χαρακτήρισα ως το big bang της σύλληψης. Από κει και πέρα όλα τα άλλα είναι συνειδητά, επιλεγμένα, σκόπιμα, αποτέλεσμα σκληρής δουλειάς, εναγώνιας διαίσθησης, συναίσθησης, καμιά φορά και παραίσθησης…

Όμως εκείνη την πρώτη πρώτη ώρα, την εντελώς απροσδόκητη, κάτι συμβαίνει απολύτως ερήμην σου. Απολύτως; Όχι. Απλώς εκείνη την ώρα αισθάνεσαι ότι γίνεται μια έκρηξη σε ηφαίστειο που σιγόβραζε για καιρό, εκτονώνονται με μια δόνηση τριβές και πιέσεις χρόνων, ή απλά… «ξεχειλίζει» ένα ποτήρι. Τόσο απλά, τόσο σύνθετα.

Κάπως έτσι γεννήθηκε πριν από τρία χρόνια (πάει αλήθεια τόσος καιρός;) η ποιητική σύνθεση με την οποία έζησα όλο αυτό το διάστημα. Μετά από την πρώτη εκείνη ώρα της σύλληψης (κάπως έτσι δεν γίνεται και με την άλλη, την «κυριολεκτική» σύλληψη;) ακολουθεί μια αναστάτωση, μεγάλη αγωνία και μέθη. Τριγμοί, αναταράξεις, ένα έντονο αίσθημα ναυτίας μέχρι να στερεοποιηθεί η ιδέα, να αποκρυσταλλωθεί το νεφέλωμα, μέχρι να δεις και να ακούσεις καθαρά. Αυτό μπορεί να τραβήξει καιρό, ώρες, μέρες, μήνες ή να μη γίνει και ποτέ…

Αν όμως ευτυχήσεις να ξακρίσεις το λευκό ολοστρόγγυλο πέτρωμα μέσα από όλα τα άλλα υλικά, αρχίζει η μαστορική που θα σε φέρει στη γέννα του βότσαλου. Μήνες ίσως και χρόνια αναπνέεις μέσα απ’ αυτό (ή μήπως αυτό μέσα από σένα) και, δίχως να το πολυκαταλαβαίνεις, έρχεται και εγκολπώνεται τη ζωή σου. Οι μέρες γίνονται λέξεις και οι αισθήσεις και τα αισθήματα, οι μικρές ανεπαίσθητες κινήσεις, οι ήχοι οι βαθιά πνιγμένοι στο ασυνείδητο γίνονται φθόγγοι, καταστερισμοί ποίησης…

Ποτέ κανένας τοκετός δεν ξαστόχησε στην ώρα της ωδίνης. Πάντα ξέρεις πως πια δεν πάει άλλο. Το ίδιο το έμβρυο αναπηδά, τινάζεται, θέλει να βγει στο φως (αλλιώς θα αρχίσει να σήπεται). Περίεργη αίσθηση δημιουργίας και αποχωρισμού. Κι έπειτα;
Όπως γράφει ο Gibran :

Τα παιδιά σας δεν είναι παιδιά σας…
Είναι οι γιοι και οι κόρες του καλέσματος της ζωής.

Τετάρτη, Μάϊος 02, 2007

Μάης μπαίνει, Μάης βγαίνει, τη ζωή μας ομορφαίνει...

Κυριακή, Απρίλιος 29, 2007

Κ. Π. Καβάφης

29 Απριλίου 1863 - 29 Απριλίου 1933


Επέστρεφε

Επέστρεφε συχνά και παίρνε με,
αγαπημένη αίσθησις επέστρεφε και παίρνε με—
όταν ξυπνά του σώματος η μνήμη,
κ’ επιθυμία παληά ξαναπερνά στο αίμα·
όταν τα χείλη και το δέρμα ενθυμούνται,
κ’ αισθάνονται τα χέρια σαν ν’ αγγίζουν πάλι.

Επέστρεφε συχνά και παίρνε με την νύχτα,
όταν τα χείλη και το δέρμα ενθυμούνται...



Πέμπτη, Απρίλιος 26, 2007

εκείνη η μέρα που δεν ήρθε...



εκείνη η μέρα που δεν ήρθε
είχε παντού τα δάχτυλά σου
γύρω το απροσδόκητο χιόνι
έπεφτε και μαζί μας ουρανός
κάτω σκορπίζοντας τριγύρω
το μέγα πάθος που δεν άντεξα
πάνω στη σάρκα μου σφιχτά
εκείνη η μέρα που δεν ήρθε

Παρασκευή, Απρίλιος 20, 2007

Ο ζωγράφος Άρης Κουτρουλής



Ο Άρης Κουτρουλής γεννήθηκε στην Αθήνα το 1938. Σε ηλικία 13 ετών ταξίδεψε και εγκαταστάθηκε στην Αμερική όπου ζει και εργάζεται μέχρι σήμερα. Το 1961 αποφοίτησε από το κρατικό πανεπιστήμιο της Louisiana με πτυχίο στις καλές τέχνες. Αμέσως του απονεμήθηκε μια διετής υποτροφία του ιδρύματος Ford για να σπουδάσει λιθογραφία στο διάσημο Τamarind Lithography Workshop στο Los Angeles τη