Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κριτική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κριτική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο, Δεκεμβρίου 31, 2011

Αφιέρωμα για τα 100 χρόνια από τη γέννηση του Οδυσσέα Ελύτη στο περιοδικό ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ


Είναι μεγάλη χαρά να γράφω για τον Οδυσσέα Ελύτη, τον ποιητή που αγαπώ, κι είναι τιμή να γράφω μαζί με τόσους άλλους ανθρώπους που εκτιμώ βαθιά! Το λογοτεχνικό περιοδικό ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ κυκλοφορεί εκτός σειράς ειδικό τεύχος-αφιέρωμα στον Οδυσσέα Ελύτη που γεννήθηκε πριν από 100 χρόνια και έφυγε απ' τη ζωή μας πριν από 15 χρόνια για να κατοικήσει τον περίκλειστο Παράδεισό του.
Τη δημοσίευση αυτή την αφιερώνω στον γιο μου που σήμερα (31/12) κλείνει τα 15 του χρόνια! Του εύχομαι απ' την καρδιά μου να βρει τον δικό του ολόφωτο Παράδεισο...
http://www.youtube.com/watch?v=iyXeugPW_gM

Σάββατο, Νοεμβρίου 22, 2008





κριτική για τον καινό διαιρέτη


από τον ποιητή


Μιχάλη Παπαντωνόπουλο

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 14, 2008








κριτική για τον






στο ηλεκτρονικό περιοδικό



Δευτέρα, Απριλίου 14, 2008

Τζένη Μαστοράκη

Σκέφτομαι, πώς ξεκινά κανείς να γράφει ποίηση;
Μας κυνηγούν εχθροί και φαντάσματα, μας καταδιώκουν ώσπου φτάνουμε στο χείλος ενός γκρεμού. Κάποιοι θαρραλέοι – ή ίσως και δειλοί – ορμούν και πέφτουν στην άβυσσο. Και τότε, τι παράξενο, ενώ οι πιο πολλοί πέφτουν στο κενό, κάποιοι μένουν εκεί. Μετέωροι στο φως.

Η Τζένη Μαστοράκη βιώνει αυτή την άγρια καταδίωξη από πολύ νωρίς. Σχεδόν παιδί ξεκινά να γράφει, να γράφει ως συνειδητοποιημένη ποιήτρια. Και εκδίδει την πρώτη της συλλογή μόλις στα 1972. Αρθρώνει έναν λόγο απλό, εφηβικό, φορές οργισμένο, φορές παραπονεμένο, άλλοτε νικά η πίκρα, άλλοτε η απογοήτευση, άλλοτε η δύναμη και η ορμή! Και πρώτα πρώτα οι Μύθοι. Πρέπει να αναμετρηθεί με τους παλιούς μύθους, να τους γνωρίσει κι έπειτα να φτιάξει τους δικούς της. Να χτίσει έναν περίκλειστο παράδεισο και να τον κατοικήσει. Εκεί μαζεύει ένα ένα τα υλικά της, υλικά γλώσσας, υλικά σκέψης αλλά κυρίως αισθημάτων, για να πορευτεί ποιητικά. Η πρώτη της αναμέτρηση «Τα πρόσωπα και οι θεσμοί». Ο Προμηθέας, ο Χριστός, ο Δούρειος Ίππος:

Τους μύθους αυτούς τους αποδομεί για να ξεδιαλέξει μέσα από την σκληρή ειρωνεία, συχνά τον αυτοσαρκασμό, την ωμοφαγία του ίδιου της του εαυτού τα δικά της ποιητικά μέσα. Στίχοι όπως:

Πρέπει να ’ναι δύσκολη
η δουλειά του ποιητή.
Προσωπικά, δεν το ξέρω.
(Διόδια, σελ. 33)

ή

Τούτη την ύστερη ώρα
σε δυναστεύουν ακόμα
οι γραφιάδες, οι πόρνες
οι ιεροκήρυκες
και συ ονειρεύεσαι πάντα
μια επική συνθηκολόγηση
στις διαστάσεις του Δούρειου Ίππου.
(Διόδια, σελ. 40)

ή

Αποτάσσομαι, είπα, τον σατανά.
Έκανα δήλωση μετανοίας
στο Θεό και στην
καθεστηκυία τάξη.
(Διόδια, σελ. 41)

είναι ενδεικτικοί.

Συχνά η βάση του ποιήματος θεμελιώνεται στον κοινωνικό προβληματισμό:

Τώρα πια ξέρουμε
πως τα μήλα στα καφάσια
έχουνε τη δική τους λάμψη
και τα φτηνά παπούτσια
στα υπόγεια της Αιόλου
συνθέτουν βουβά το εμβατήριο
όλων των λαών της γης.
(Διόδια, σελ. 12)

Τα πρώτα υλικά είναι οι άνθρωποι, τα πράγματα, όσα μπορεί να δει κανείς στο επίπεδο του άμεσα αντιληπτού συντροφεμένα από νεανικό ρομαντισμό και μια διάθεση να βυθιστεί στον στοχασμό:

Βουλιάζουμε ολοένα και πιο βαθιά
μέσα μας.
Αποκρυπτογραφούμε τους ήχους
της απόλυτης σιγαλιάς
και οι κραυγές των χρωμάτων
μας πληγώνουν.
(Διόδια, σελ. 22)

Η μετεφηβική φωνή:

Δραπετεύει μέσα απ’ τις λέξεις
που δεν είπε.
Τρομάζει να περιμένει
αυτό που δε θα ’ρθει.
Τρομάζει στη σκέψη
αυτών που δεν έγραψε.
(Διόδια, σελ. 23)
Παρατηρεί με πλάγια ματιά τους θεσμούς και τους ανασυνθέτει:

Ο άγνωστος στρατιώτης
διεκδικεί τα δικαιώματα
της αφανείας του.
(Διόδια, σελ. 16)

Κυρίαρχο πρόσωπο το α΄πληθυντικό του συλλογικού βιώματος (αφού ακόμα η ποιήτρια μοιράζεται το αντιληπτό και το βιωμένο) και πιο δειλά και αραιά το α΄ενικό της εξομολόγησης και του αυτοπροσδιορισμού:

Οι μεγάλοι
κουβαλούν πάντα μέσα τους
το παιδί που υπήρξαν
στο δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο
το κορίτσι που δεν πρόφτασαν να φιλήσουν
έναν αγιάτρευτο καημό λαχανίδας.
Όνειρα συνοικιακά
σα μια μοτοσυκλέτα με καρότσα
για πολυμελείς οικογένειες.
Εμείς
κουβαλάμε, απλούστατα, μέσα μας
τους μεγάλους.
(Διόδια, σελ. 27)

Η Μαστοράκη

Διεκδικεί τη μοναδικότητα
της ύπαρξής της.
(Διόδια, σελ. 36)

Δραπετεύει μέσα απ’ τις λέξεις
που δεν είπε.
(Διόδια, σελ. 23)

Καταθέτει ακριβές λεπτομέρειες από τη ζωή της – πώς αλλιώς; – στοιχείο που παρακολουθεί κανείς ευδιάκριτα και στη δεύτερη συλλογή, Το Σόι:

Με την πρώτη κιόλας ποιητική της συλλογή πληρώνει τα Διόδια και εισέρχεται στην Ποίηση ως δυνατή και αυτόνομη φωνή.

Πρώτη πράξη η εγκατάσταση στον περίκλειστο παράδεισο της ποίησης. Δεύτερη: το ξεκαθάρισμα λογαριασμών. Όταν βρεθεί κανείς στην επικράτεια της Ποίησης – συνήθως ξαφνικά και ανέλπιστα – μόλις συνειδητοποιήσει πού βρίσκεται και στρέψει το βλέμμα του πίσω, πρέπει να ξεκαθαρίσει λογαριασμούς με το παρελθόν, να κάψει τα φαντάσματα και να αγιοποιήσει τους αγαπημένους. Κι αφού τους στήσει εκεί στο ποιητικό εικονοστάσι, έπειτα, σαν να έχει μεταλάβει, πορεύεται προς την απόλυτη ελευθερία.
Η ίδια το είχε προβλέψει πολύ νωρίτερα :

Περνάω τώρα στην ηλικία των διαπιστώσεων.
(«αυτοβιογραφία», Διόδια, σελ. 49)

Στο Σόι παλιά χρέη και οφειλές ξεπληρώνονται. Κυριαρχούν οι παρελθοντικοί χρόνοι της αναδρομής και της αφήγησης. Μπροστά στα μάτια τού αναγνώστη παρελαύνουν συγγενικά πρόσωπα, παραμύθια, δοξασίες, κοινωνικά σχόλια, ό,τι συνθέτει δηλαδή την έννοια του Σογιού και όχι της Οικογένειας (η επιλογή του τίτλου είναι εύστοχη συμπύκνωση των προθέσεων της ποιήτριας). Κυριαρχεί κι εδώ το α΄ενικό της εξομολόγησης αλλά και το β΄ενικό της «συνενοχής». Ο αναγνώστης γίνεται αποδέκτης και συνένοχος της ένοχης αποκάλυψης. Δραματοποιημένος, θαρρείς πως το κάθε ποίημα γράφεται για να του αποκαλυφθεί ή για να του ομολογήσει. Οι τίτλοι είναι ενδεικτικοί: τα γεννητούρια, οικογενειακό συμβούλιο, τα παντρολογήματα, η χαρά της μητρότητας, αλλά και η θεία Πέρδικα, ο Θανάσης. Στήνεται ένα πολυάνθρωπο σκηνικό φτιαγμένο από παιδικές μνήμες, εφηβικές πληγές και νεανική ορμή. Η ματιά της ποιήτριας είναι κριτική απέναντι στον κόσμο αλλά και απέναντι στον εαυτό της. Είναι εντυπωσιακό το πώς διαπλέκει το προσωπικό με το συλλογικό βίωμα, την προσωπική ή οικογενειακή μυθολογία με την Ιστορία και την Ποιητική ιδωμένα μέσα από την σκληρή, δηκτική ματιά του αιώνιου έφηβου. Η γλώσσα της είναι απλή, με την ανελέητη ειλικρίνεια και ευθύτητα του παιδιού που…δεν χαρίζεται:

Το ξεκαθάρισμα λογαριασμών με το παρελθόν, η αποτύπωση του συλλογικά βιωμένου την αφήνει πλέον ελεύθερη να απεκδυθεί την «οικογενειακή», την «κοινωνική» της ταυτότητα και να απομείνει μονάχα με την άλλη υπόσταση, την ποιητική.

Στο σημείο αυτό επιτρέψτε μου, κι ας μου επιτρέψει και η ίδια, μια απολύτως υποκειμενική κρίση (άλλωστε τι νομιμότερο στην Ποίηση από το υποκειμενικό;)

Ανάμεσα στο Σόι και στην τρίτη συλλογή, τις Ιστορίες για τα βαθιά υπάρχει ένα ποιητικό άλμα από τα πιο γενναία και απροσδόκητα στα ελληνικά ποιητικά μας πράγματα. Μια ποιητική μετατόπιση τόσο έντονη, σχεδόν κοσμογονική.

Με τις Ιστορίες για τα βαθιά συντελείται μια βαθιά αλλαγή στο ποιητικό σύμπαν της Μαστοράκη. Σχεδόν παύει να περισκοπεί τα ανθρώπινα (και μάλιστα πόσο απότομη η αλλαγή, αν κάνει κανείς συγκρίσεις με το κοινωνικό πανδαιμόνιο που επικρατεί στο Σόι) και εστιάζει στην προσωπική της σχέση με το ίδιο το ποιητικό φαινόμενο. Εγκαταλείπει τα ανθρώπινα δράματα για να αναζητήσει τα ποιητικά οράματα. Η Μαστοράκη επιλέγει μια καταβύθιση στην ίδια την ποιητική λειτουργία. Σχεδόν στο σύνολό τους τα ποιήματα της συλλογής είναι ποιήματα Ποιητικής. Ο ρόλος της Ποίησης, οι λειτουργίες του ποιητή, η ευλογία να μοιράζεσαι το αμετάδοτο, ο κοινωνός αποδέκτης. Αλλάζει ποιητική ματιά, εκφραστικούς τρόπους, ένταση και χροιά φωνής. Τα φαινομενικά πεζόμορφα ποιήματα κατακλύζονται από μέτρο και ρυθμό. Ο ίαμβος γίνεται το όχημα για να εκφραστούν οι πιο μύχιες ποιητικές της σκέψεις. Πρόκειται για ποίηση που παλινδρομεί ανάμεσα στο φως υψιπετών οραμάτων και στο σκοτάδι μύχιων αναζητήσεων. Σπάνια βρίσκει κανείς τόσο επιγραμματική διατύπωση της ποιητικής μοναξιάς και της μανίας καταδίωξης του ποιητή από τους δαίμονες και τους αγίους του:

Αλλά μόνος παντού ο κυνηγός και ξοπίσω του
διώκτες.
(Ιστορίες για τα βαθιά, σελ. 11)

Ο μέχρι πριν οικογενειακός μύθος τώρα ξεδιπλώνεται στο χρόνο˙ σαν να ακούει κανείς το τραγούδι ενός τροβαδούρου: θρύλοι από τους μέσους χρόνους, ζωγραφιές, λαθραίοι έρωτες, μουγκές λειτουργίες, μισόλογα, ώρες κατολισθήσεων, συλημένοι τύμβοι, το σέλας των πληγών στοιχειοθετούν ένα ποιητικό σύμπαν ψιθυριστό, γεμάτο από κρυφομιλήματα, για να υμνήσει την υπέρτατη αγάπη, πες την Ποίηση. Η Μαστοράκη βουτά στους αβλέμονες του ποιητικού λόγου, της σύλληψης, της ποιητικής ενόρασης:

Η ποιήτρια υπερασπίζεται την ποιητική ιδιότητα. Αποκαλύπτει τον αγώνα στον οποίο αποδύεται ο ποιητής για να ανασύρει αισθήσεις κι αισθήματα μέσα από τα πάθη τα δικά του και των άλλων, μοιράζεται την οδύνη του αμετάδοτου, τέλος εκλιπαρεί για την άφεση:

Στις Ιστορίες για τα βαθιά υποχωρεί η ποίηση του ορατού και αναδύεται η ποίηση του αοράτου, του υπερβατικού, για να φτάσει στην τελευταία συλλογή, στο Μ’ ένα στεφάνι φως να μιλήσει για τα μετά τα φυσικά αγγίζοντας την ποιητική εκσωμάτωση. Τα ποιήματα της συλλογής αυτής δεν είναι ερμητικά˙ είναι μυστικά, απευθύνονται στους μύστες. Ελαχιστοποιούν το αίτημα για νοητική λειτουργία και ζητούν από τον αναγνώστη την απόλυτη συναισθηματική άνευ όρων παράδοση. Δεν είναι από άλλα υλικά αυτή η ποίηση. Στο βιβλίο αυτό έχεις την εντύπωση ότι τα ίδια υλικά που χρησιμοποιούσε ως τώρα αποσπώνται και περιδινίζονται γύρω από την ποιήτρια ορίζοντας, επιτέλους, έναν περίκλειστο παράδεισο.
Η Μαστοράκη εισέρχεται μέσα στη φωτιά του οράματος, στην αγριότητα του μύθου, παλεύει με τέρατα, με δράκους και επιστρέφει «μετά την αγωνία στα στενά, σώμα καμένο και χλωρό κεφάλι, κατάχλωρη απ’ τη φωτιά». Βυθίζεται σ’ έναν ύπνο βαθύ, σ’ έναν ένθεο λήθαργο. Και βλέπει. Μια γυναικεία φιγούρα, άλλοτε το ποιητικό υποκείμενο και άλλοτε την ίδια την Ποίηση. Η επικοινωνία ανάμεσα στις δυο είναι κωδικοποιημένη πλέον και ο αναγνώστης καλείται να εισέλθει μέσα στο ποιητικό αυτό άβατο αγνός και αγνώς, δηλαδή καθαγιασμένος.

Υποχωρεί το μέτρο αλλά για να απελευθερώσει και να αναδείξει άλλους, πιο μεστούς ρυθμούς, ρυθμούς εσωτερικούς.
Αρκετά από τα ποιήματα της συλλογής αυτής δίνουν την εντύπωση του ανολοκλήρωτου. Ο λόγος μένει να αιωρείται κρεμασμένος σε μια λέξη. Η Μαστοράκη συνειδητοποιεί το ανείπωτο, το ανέκφραστο ποιητικά και του παραδίνεται. Αφήνεται να βιώνει, να ακούει μόνο την Ποίηση, κι ας μην την εκφράζει με λόγια, και καλεί και τον αναγνώστη σ’ αυτό το μυστικό άκουσμα.

Με τη συλλογή Μ’ ένα στεφάνι φως η Ποίηση και ο ποιητής αγιοποιούνται.
Κι έπειτα…σιωπή.

Η Τζένη Μαστοράκη δεν έχει εκδώσει ποίηση εδώ και πολλά χρόνια.
Μα –
όταν κάποιος έχει ανεβεί σε ύψη ποιητικής ελευθερίας,
όταν έχει εισέλθει «στο άγριο των οραμάτων»,
ίσως και να μην έχει ανάγκη να εκδίδει ποίηση,
αφού ολόγυρά του
Ποίηση αναδίδει.

Σάββατο, Μαρτίου 29, 2008





παρουσίαση
του

καινού διαιρέτη

ανάμεσα σε 29 επιλεγμένα
ποιητικά βιβλία
του 2007


στο ΥΕΑR ΒΟΟΚ


του περιοδικού HIGHLIGHTS


από τον ποιητή Γιώργο Βέη




Δευτέρα, Ιουνίου 11, 2007

Η κρυμμένη υποθήκη του Δημητρίου Μαμαλούκα

Είχα τη χαρά και την τιμή να μιλήσω χτες (10/6) για το βιβλίο ενός φίλου (πλέον).
Η ατμόσφαιρα ήταν εξ αρχής θετικά φορτισμένη. Οι φίλοι διασταύρωναν την καλή τους ενέργεια και το κοινό παρακολουθούσε υποψιασμένο και δεκτικό. Τα κύματα έρχονταν ολόθερμα από παντού. Δίπλα μου η Composition Doll με αφοπλιστικό χιούμορ, ο Nuwanda με την σιγουριά του από καιρό φίλου του συγγραφέα, ο Librofilo με τη στέρεη γαλήνη του βιβλιόφιλου, και η alef, η απόλυτη οικοδέσποινα (επιβεβαίωσε για μιαν ακόμη φορά την άποψή μου: η ευγένεια είναι μια ιδιότητα σχεδόν μοιραία...).
Ο Δημήτρης, φανερά συγκινημένος. Το έχω ζήσει και το ξέρω. Γίνεσαι όλος φως, όλος αγάπη κι όλος νομίζεις πως σε αγγίζουν μάτια κι αισθήματα.
Και πόσο σαν από χρόνια φίλος! Μέσα από τα blogs (αλήθεια, τι σχέση μπορεί έτσι ξαφνικά να γεννηθεί μέσα απ' τα blogs, μέσα από την "αποδιοπομπαία" τεχνολογία) και μέσα από τη λογοτεχνία (αδιάσειστη και κραταιά πάντοτε η εξουσία της).
Η εισήγησή μου...
στον Δημήτρη, δικαίως...

Δημήτρη Μαμαλούκα, Η χαμένη βιβλιοθήκη του Δημητρίου Μόστρα, Αθήνα 2007, εκδ. Καστανιώτη

Κυρίες και κύριοι,

Τον Δημήτρη τον Μαμαλούκα δεν τον γνωρίζω προσωπικά.
Δεν τον γνώριζα, τουλάχιστον, μέχρι απόψε.
Επίσης δεν έχω διαβάσει όλο το προηγούμενο λογοτεχνικό του έργο.
Συνεπώς, έχω την πολυτέλεια να είμαι απολύτως…ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙΚΟΣ.

Στη σημερινή παρουσίαση προσκλήθηκα με την ιδιότητα του…θύματος του Δημητρίου Μόστρα, ή μάλλον του Δημητρίου Μαμαλούκα.
Εξηγούμαι.


Τον Δημήτριο Μόστρα είχα την ευκαιρία να τον γνωρίσω μέσα από ένα φιλικό μέιλ που έλαβα από τον συγγραφέα λίγες μέρες πριν από την έκδοση του βιβλίου.
Ήμουν από τους πρώτους που το αγόρασαν και, θα τολμήσω να πω, ο πρώτος που το διάβασε (εξαιρώ την banda mamalouka, τους φίλους του που πιθανόν το είχαν διαβάσει νωρίτερα).
Πρώτη εντύπωση: το υπέροχο εξώφυλλο. Αλλά αυτό το είχα δει και στο μπλογκ που διατηρεί. «Τα εύσημα στον επιμελητή εξωφύλλου!», σκέφτηκα.
Δεύτερη εντύπωση (στα κρυφά, γιατί όποτε το κάνω μέσα σε βιβλιοπωλεία με κοιτάζουν περίεργα): χαρτί και μελάνι…μυρίζουν υπέροχα!!! (βιβλιοφιλικό γάρ το θέμα του Μόστρα…)

Φτάνω στο σπίτι μετά από μια σαββατιάτικη εξόρμηση στα βιβλιοπωλεία της Αθήνας. Ζέστη, κόπωση, λίγο φαγητό, κάθομαι να το χαζέψω. Κι εκεί, αρχίζει το…έγκλημα. Ο Μαμαλούκας, ο άγνωστός μου συγγραφέας Μαμαλούκας με αρπάζει εξ απήνης!!!
Συνεχίζω τα κεφάλαια το ένα μετά το άλλο χωρίς να μπορώ να διακόψω το διάβασμα. Κάθε φορά που επιχειρούσα να εγκαταλείψω το βιβλίο, νά σου στο τέλος του κεφαλαίου ένα «κλείσιμο του ματιού», μια προσήμανση, από αυτές που τινάζουν στον αέρα την ευθύγραμμη αφηγηματική ροή. Και μαζί και τα νεύρα σου! Γιατί ο Μαμαλούκας ξεδιπλώνει το νήμα της αφήγησης γνωρίζοντας πολύ καλά τα αφηγηματικά τρικ που θα κρατήσουν αμείωτο το ενδιαφέρον σε ένα λογοτεχνικό αφήγημα, πολύ περισσότερο σε ένα αφήγημα που χαρακτηρίζεται από το σασπένς. Γρήγοροι ρυθμοί, κοφτοί διάλογοι, κινηματογραφική ροή, έξοχα μονοπλάνα…

Επιτέλους το απόγευμα αναγκάστηκα να διακόψω για να πάω τα παιδιά μου μια βόλτα (σαββατόβραδο, βλέπετε) αλλά, λίγα πράγματα! επιστροφή γρήγορα! και βιβλίου συνέχεια!

Θέλω να εξηγηθώ από την αρχή. Η αστυνομική λογοτεχνία, η θριλερίστικη, δεν είναι από αυτές που με συγκινούν ιδιαίτερα. Γι’ αυτό και ξεκίνησα το βιβλίο κάπως επιφυλακτικός. «Αυτό δεν είναι ένα απλό θρίλερ», σκεφτόμουν όσο προχωρούσα στο διάβασμα, «αυτό είναι ένα ολοκληρωμένο ψυχογραφικό μυθιστόρημα με μια κοφτερή ματιά πάνω στην ανθρώπινη συμπεριφορά». Το έγκλημα και το σασπένς είναι απλώς η συμβατική ακρότητα που αναδεικνύει συμπεριφορές και χαρακτήρες.

Να πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή.

Ο Μαμαλούκας ξεκινά βάζοντας ένα μεγάλο στοίχημα. Απλώνει τα αφηγηματικά του νήματα, τα πολλά αφηγηματικά νήματα. Σιγά σιγά τα πλέκει σε ένα σμιχτό κορδόνι που στο τέλος το δένει σε σφιχτή θηλιά γύρω από το λαιμό του αναγνώστη. «Μα αυτός παίζει μαζί μου!» σκέφτηκα διαβάζοντας τη μια σελίδα μετά την άλλη. Και πραγματικά. Το βιβλίο είναι γεμάτο από παιχνίδια. Του Μόστρα σε βάρος των επίδοξων διεκδικητών της βιβλιοθήκης του, του γέρο-Μιλάνου σε βάρος του γιού του, του Σκούρα, του Νικόλα Μιλάνο, του Γκαμπριέλε, αλλά το πιο βρώμικο παιχνίδι είναι αυτό που παίζει ο Μαμαλούκας σε βάρος του αναγνώστη.

Κύριο γνώρισμα στο ξεδίπλωμα της ιστορίας του βιβλίου είναι η διπλή αφήγηση. Το κύριο παιχνίδι του συγγραφέα σε βάρος του αναγνώστη, ο εμπαιγμός και η βάσανος. Κεφάλαιο παρά κεφάλαιο μεταφερόμαστε από την πρωτοπρόσωπη αφήγηση της προσωπικής περιπέτειας του Νικόλα Μιλάνο και των συν-εργών του στην τριτοπρόσωπη εξιστόρηση της δράσης της banda antimostri, μιας συμμορίας εκδίκησης, φαινομενικά άσχετης με τον πρωταγωνιστή, τουλάχιστον στην αρχή. Κι όμως, έχουμε την εντύπωση, συχνά μόνο την αμυδρή αίσθηση, ότι αυτές οι δύο ιστορίες σχετίζονται. Τα ευρήματα, οι τυχαίες συμπτώσεις, πρόσωπα που μπαινοβγαίνουν από την μια ιστορία στην άλλη πιστοποιούν τον συσχετισμό. Αλλά, αρκεί μόνο αυτό? Στο τέλος οι δυο ιστορίες διαπλέκονται και η μία δίνει λύση στην άλλη. Γι’ αυτό λοιπόν έγινε η διπλή αφήγηση? Είναι ένα απλό συγγραφικό τέχνασμα στο οποίο ο Μαμαλούκας επενδύει προκαταβολικά και απλά το εξαργυρώνει πολύ ακριβά στο τέλος? Γίνεται μόνο για να μοιραστεί η ένταση της πλοκής στα δυο? Μόνο για να εξασφαλιστεί δυνατή η λύση του τέλους?

Επιτρέψτε μου να κάνω στο σημείο αυτό αναφορά σε μιαν άλλη διάσταση, κατ’ εμέ μια από τις σημαντικότερες του έργου. Ο συγγραφέας πλάι στην ένταση και την εξιστόρηση μιας παράδοξης, γοητευτικής συχνά μαγευτικής περιπέτειας από εκείνες που συνδέουν την ιστορία με το θρύλο και τη συγγραφική μαστοριά, επιδίδεται και σε μια βαθιά ανάλυση της ύπαρξης. Της ύπαρξης του διπλανού μας, της δικής μας. Αυτός που πρωταγωνιστεί στη μια ιστορία είναι κομπάρσος στην άλλη και το αντίστροφο. Αυτό που απασχολεί τον έναν είναι αδιάφορο για τους πολλούς. Ο ήρωας και οι ίντριγκες στις οποίες εμπλέκεται δίπλα στην ομαδική δράση και το πάθος της banda φωτίζεται τώρα διαφορετικά. Υπονομεύονται οι ήρωες ή…αναδεικνύονται άλλοι. Αυτή η προβολή του ατομικού μέσα από το συλλογικό βρίσκει νομίζω την κορύφωσή της στην απογυμνωμένη από κάθε συναίσθημα κι όμως τόσο αληθινή φράση για κάποιον από τους ήρωες που χάνονται «έχει φύγει κι όμως όλα γύρω υπάρχουν». (σελ. 69)

Κυρίαρχο μοτίβο αυτό του θύτη και του θύματος που διαρκώς αντιμεταθέτονται. Τι είναι αλήθεια ο Νικόλα Μιλάνο πλάι στον Άλντο, ο Άλντο πλάι στον Σκούρα, ο Σκούρας δίπλα στην Μονίκ, η Μονίκ πλάι στον Νικόλα Μιλάνο κι ο Μιλάνο δίπλα στην «ασήμαντη» Μινούτσι.
Οι ήρωες δεν είναι καθημερινοί τύποι. Δεν συμβαίνει στον καθένα μας να έχει την απίστευτη κληρονομιά του πρωταγωνιστή, την περιουσία και τη βιβλιοθήκη του Σκούρα. Να κυλιέται μέσα στα υπόγεια βενετσιάνικων σπιτιών. Αλλά οι χαρακτήρες προκύπτουν αβίαστα, ολοκληρωμένα, παθιασμένα, μέσα από τη διαγραφή τους. Ο Μαμαλούκας σκιαγραφεί ολοκληρωμένες προσωπικότητες μέσα σε λίγες αράδες. Δεν του είναι απαραίτητο να έχει την έκταση ενός βιβλίου μέσα στην οποία διαγράφει (πιο ολοκληρωμένα ομολογουμένως) το ήθος του Μιλάνο. Αρκούν λίγες γραμμές και να το ψυχογραφικό ενσταντανέ του θύματος που γίνεται θύτης και του θύτη που βρίσκεται μπροστά στο τέλος του : «Ο Κόζιμο Τανκρέντι, αλλιώς Σκέψη, έκλεισε τα μάτια. Επικράτησε απόλυτη σιγή την οποία διέκοψε ένα βογγητό από τον άντρα στο πορτμπαγκάζ. Ο εισαγγελέας τον κοίταξε ανέκφραστος. Οι σκέψεις που δεν έφευγαν ποτέ. Οι σκέψεις που παραφύλαγαν… Έπειτα από μια σιωπή σχεδόν ενός λεπτού, ο εισαγγελέας μίλησε με σταθερή φωνή. “Εντάξει. Εκείνη η σκάλα οδηγεί σε μιαν αποθήκη. Πηγαίνετέ τον εκεί”. Ο φιμωμένος άντρας άρχισε να χτυπιέται και να μουγκρίζει με όλη του τη δύναμη. Ξαφνικά συνειδητοποίησε τι ένιωθαν τα θύματά του λίγο πριν τους πάρει τη ζωή. Τρόμο». (σελ. 59-60)

Ο Μαμαλούκας γράφει σκληρά. Όλο το παιχνίδι στήνεται μέσα σε μια «εγκληματική» ατμόσφαιρα. Δολοφονίες, στυγνές εκτελέσεις, υπόκοσμος, σχέσεις ψυχρές, εκμετάλλευση. Ο ήρωας συμπεριφέρεται με ψυχρό υπολογισμό, συχνά εκφράζεται με απόλυτο κυνισμό (όπως όταν αναφέρεται στο ξεπούλημα της συλλογής σπάνιων βιβλίων που είχαν δημιουργήσει οι βιβλιόφιλοι και μανιώδεις συλλέκτες πρόγονοί του λέει «Και οι δυο θα προτιμούσαν να πεθάνουν παρά να κάνουν αυτό που κάνω εγώ τα τελευταία χρόνια. Ευτυχώς, είναι και οι δυο νεκροί»). Στις συντρόφους του συμπεριφέρεται με έναν ωμό ερωτισμό. Αντιμετωπίζει με καχυποψία ακόμη και τον καλύτερο, τον μοναδικό του φίλο.

Κι όμως είναι αυτός ο ίδιος ήρωας που συχνά βυθίζεται μέσα στο εγώ του, που κοιτάζει στοχαστικά και εκφράζεται εξομολογητικά. Νομίζει κανείς ότι η πρωτοπρόσωπη αφήγηση της περιπέτειάς του είναι μονάχα η αφορμή για την κατάθεση των σκέψεων, για την ανάγκη του να στοχαστεί και να εξομολογηθεί: «Τρίτη 25 Οκτωβρίου, απόγευμα. Μαύρο ατέλειωτο. Πικρό άρωμα μελαγχολίας ριγμένο απλόχερα πάνω στις στάλες της βροχής, που πέφτουν μονότονα μέρες τώρα. Τσαλαβουτάω στα γλιστερά πεζοδρόμια κρατώντας μια σκισμένη ομπρέλα. Έχει το χρώμα του πένθους και ο αέρας που προσπαθεί να μου την αρπάξει σφυρίζει σαν φωνή από βαθιά μέσα μου…Η βροχή συχνά μοιάζει να σχηματίζει ένα απέραντο πέπλο λήθης κι εγώ θέλω τόσο πολύ να κρυφτώ πίσω του και να χαθώ. Τα φώτα της πόλης που τρυπούν τη νύχτα, οι μυρωδιές που πεθαίνουν ασθμαίνοντας στο καυσαέριο, η λάσπη σε μερικές γωνιές, οι ακλόνητες πέτρες των κτηρίων είναι σιωπηλοί μάρτυρες των πάντων. Πόσες φορές η ζωή θα μας φανερώσει πόσο σκληρή μπορεί να γίνει; Δεν έφτανε μια όταν βρήκα τη μητέρα μου ακίνητη στο κρεβάτι, άσπρη σαν το σεντόνι που ακουμπούσε; Απ’ ό,τι φαίνεται, όχι. Η μοίρα δεν έχει τελειώσει μαζί μου». (σελ. 86)

Η μέσα φωνή, ο στοχασμός κι η εξομολόγηση διαρκώς πλάι πλάι με την σκληρή ή την τολμηρή περιγραφή. Σε μια σκληρή ερωτική στιγμή ο Μαμαλούκας αιφνιδιάζει. Ο ίδιος άνθρωπος, ο Νικόλα Μιλάνο που λέει «…η Μονίκ που τόσο ποθούσα, η Μονίκ που μ’ ερέθιζε συνεχώς και δε σκεφτόμουν παρά μόνο πότε θα ξαναπηδιόμασταν» (153), ο σκληρός Μιλάνο που διστάζει να δείξει τα συναισθήματά του - το ομολογεί ο ίδιος «Δεν τα πάω καλά με τα συναισθήματα» (σελ. 21) - είναι ο ίδιος που λέει: «όταν τη χάιδεψα, ήταν υγρή όπως όλες οι βροχερές μέρες της μελαγχολίας μου». (123)

Η ανθρώπινη ύπαρξη είναι πολυδιάστατη, γι’ αυτό πραγματική. Η σπουδή των χαρακτήρων μάς παραδίδει κάθε άλλο παρά έναν αδίστακτο καιροσκόπο Μιλάνο, έναν διεστραμμένο Σκούρα, μια φτηνή Μονίκ. Ο συγγραφέας ενδιαφέρεται για τον ολόπλευρο φωτισμό των ηρώων, σε διαφορετικές συνθήκες, ενδιαφέρεται για το «εν δυνάμει» του καθενός μας. Άνθρωποι καθημερινοί μπορούν να γίνουν εγκληματίες, όταν κυριεύονται από τα πάθη, τα μίση, τις αδυναμίες τους. Ακόμα κι όταν περιγράφει έναν αδίστακτο εκτελεστή γνωρίζει πολύ καλά ότι η ανθρώπινη ψυχή δεν μπορεί να είναι μονοδιάστατη. Όπως λέει ο ίδιος «Φεύγουμε από μηχανή θανάτου και γινόμαστε πάλι άνθρωποι. Ευάλωτοι άνθρωποι που κινδυνεύουν». (σελ. 68). Κι από την άλλη, άνθρωποι που ζουν μέσα στην γκρίζα πλευρά της ζωής μπορούν να αναδεικνύονται σε αγγέλους.


Κυρίες και κύριοι,

Το βιβλίο του Δημήτρη Μαμαλούκα είναι ένα δείγμα ειλικρινούς λογοτεχνίας. Εκπληρώνει όσα υπόσχεται. Ανοίγει πολλούς λογαριασμούς και τους κλείνει όλους με εντιμότητα. Κατορθώνει να περικλείσει ένα συναρπαστικό τι μέσα σε ένα γοητευτικό πώς. Γι’ αυτό και είναι καλή λογοτεχνία. «Η χαμένη βιβλιοθήκη του Δημητρίου Μόστρα» με κέρδισε από την πρώτη στιγμή για την λογοτεχνική της αρτιότητα αλλά και για έναν πρόσθετο λόγο. Γιατί ο Δημήτρης είναι ένας δημιουργός της γενιάς μου. Γίνεται εκφραστής αυτής της γενιάς και αυτό φαίνεται ξεκάθαρα και μέσα στα βιβλία του. Είμαι βέβαιος ότι το στίγμα της γενιάς αυτής θα το συνυπογράψει και ο ίδιος. Με το έργο αυτό βάζει υποθήκη για το μέλλον.


Σας ευχαριστώ.

Πέμπτη, Ιουνίου 07, 2007

Μόστρα...

την Κυριακή λέω να...

Δευτέρα, Απριλίου 09, 2007

ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ ΗΜΕΡΑ ΣΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΤΗΣ ΑΝΟΙΞΗΣ...

Δύο ποιήματά μου και μια κριτική για το ποιητικό βιβλίο του Γιώργου Βέη "Λεπτομέρειες Κόσμων" στο λογοτεχνικό περιοδικό Δέλεαρ της Ασημίνας Χασάνδρα.

Δευτέρα, Απριλίου 02, 2007

Tosca! Τι μαγεία, Θεέ μου!


Η χτεσινοβραδινή (και τελευταία - 1/4) παράσταση της Tosca στη λυρική σκηνή ήταν πολύ πέρα και πάνω από κάθε προσδοκία!
Οι πρωταγωνιστές, χωρίς καμιά εξαίρεση, απογείωσαν τους ρόλους τους. Ο Misha Didyk έδωσε έναν γοητευτικό Cavaradossi μαγεύοντας από την πρώτη νότα το κοινό. Πρόκειται για τις περιπτώσεις εκείνες των καλλιτεχνών που σε (συν)αρπάζουν από την στιγμή που πατούν στη σκηνή…Φωνή δυνατή αλλά και στρογγυλεμένη δεν θάμπωσε ούτε για μια στιγμή, από το Recondita armonia di bellezze diverse μέχρι το έξοχο E lucevan le stelle. Πρόκειται για καλλιτέχνη που ελέγχει πλήρως τα εκφραστικά του μέσα.
Η Kristine Opolais στον ρόλο της Floria Tosca ήταν αυτό που στην όπερα λέμε…πραγματική diva. Αισθαντική φωνή, με βάθος, με οξύτητα. Και τι κίνηση, θεέ μου! Νόμιζες πως έβλεπες τις ντίβες του σινεμά της δεκαετίας του πενήντα.. Τα μάτια της αστραποβολούσαν άλλοτε από έρωτα κι άλλοτε από μίσος μέχρι τα θεωρεία του εξώστη (εκεί κατάφερα να βρω θέσεις …). Το Vissi d’ arte ήταν από τα καλύτερα που έχω ακούσει. Η φωνή της έβγαινε από ένα βαθύ πηγάδι πόνου, χωρίς περιττές φιοριτούρες.
Η αποκάλυψη όμως για μένα ήταν ο Στήβεν Κετσούλιους στον ρόλο του Scarpia. Δεν έχασε ούτε για μια στιγμή τη δύναμη της φωνής του. (Όσο περνούσε η ώρα, τόσο πιο πολύ σκεφτόμουν πόσο θα ήθελα να ήταν εκεί ο spiretos72). Υπηρέτησε επάξια αυτό που είχε μουσικά, νομίζω, ο συνθέτης στο μυαλό του : τη σταθερή βάση πάνω στην οποία «κεντούν» φωνητικά ο Tosca και ο Cavaradossi. Εκφραστικά απέδωσε απόλυτα τον μισητό, αλλά και τον τυφλωμένο από το πάθος άντρα. Φωνητικά πάντως θα είναι για μένα υψηλό μέτρο σύγκρισης στο μέλλον…

Καλοκουρντισμένη η ορχήστρα του Λουκά Καρυτινού έδωσε όλα τα ηχοχρώματα του Puccini (το μεγάλο μπράβο στα πνευστά! λίγο πιο σφιχτά θα ήθελα τα έγχορδα και…κάπως παράταιρα χτύπησαν στ’ αυτιά μου τα «τσιμπήματα» της άρπας).

Πολλά μπράβο όμως στο σκηνοθέτη Νίκο Πετρόπουλο! (ο οποίος είναι υπεύθυνος και για τα σκηνικά και κοστούμια της παράστασης). Επιτέλους ένας άνθρωπος που κατάλαβε ότι η όπερα είναι κυρίως θέατρο και όχι απλή επίδειξη φωνητικών ικανοτήτων. Τι κίνηση! Τι πάθος! Στα μάτια, στην κίνηση, στο κάθε αγκάλιασμα και στην παραμικρή απώθηση! Τα εκπληκτικά σκηνικά και κοστούμια μετέφεραν το έργο στη Ρώμη του ’44 με τρόπο που έφτανε να αγγίξει πολύ καλύτερα τη δεκτικότητά μας. Οι ηθοποιοί ήταν δεμένα πιο γήινοι, πιο αισθαντικοί. Το νουάρ σκηνικό απόλυτα ταιριασμένο με την μινιμαλιστική (και ουσιαστική) εκφραστικότητα αλλά, τολμώ να πω, και με την φωνητική απόδοση των ρόλων (το λιτό Vissi d’ arte της Opolais είναι καλό παράδειγμα για να καταλάβει όποιος ευτύχησε να δει την παράσταση τι εννοώ).
Ατμοσφαιρικοί και λειτουργικοί οι φωτισμοί του Λευτέρη Παυλόπουλου.
Συγκινητική η παιδική χορωδία "Μανώλης Καλομοίρης" (ο μπόμπιρας μα τα γκρι που χοροπηδούσε μπροστά μπροστά ήταν έξοχος!)

Το κοινό χτες μάλλον είχε μπει στην πασχαλινή κατάνυξη. Αποθέωσε τους συντελεστές αλλά…θα έπρεπε να μπιζάρει λίγο περισσότερο. Ήθελα να χειροκροτήσω κι άλλο!...