Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα δοκίμιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα δοκίμιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Σάββατο, Μαΐου 28, 2011
Σάββατο, Ιουνίου 02, 2007
Από το ψευδώνυμο στο ετερώνυμο : απάτη, ελευθερία ή μήπως δύναμη;
στην αυτόπτη μάρτυρα…
Είναι συχνή, αν και όχι πάντα κατανοητή από όλους, η χρήση ψευδωνύμων και ετερωνύμων στη λογοτεχνία. Οι περιπτώσεις του δικού μας Ελύτη και του Fernando Pessoa μιλούν ολοκάθαρα. Ποια είναι, αλήθεια, η ανάγκη που σπρώχνει έναν δημιουργό στην υιοθέτηση και χρήση ψευδωνύμου ή ετερωνύμου (ή και ετερωνύμων); Θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι είναι ένα παιχνίδι συγκάλυψης που παίζει ο συγγραφέας, μια εξαπάτηση του αναγνώστη, ή και του ίδιου του εαυτού του. Πίσω απ’ αυτό κρύβει την προσωπική, την ιδιωτική του ζωή, το παρελθόν και το παρόν του, τις αδυναμίες, την δημόσια εικόνα του, εξασφαλίζει την ηρεμία και την απομόνωση που χρειάζονται στη δημιουργία του. Η εικόνα την οποία έχει χρεωθεί, την οποία κάποιες φορές έχει εξαναγκαστεί να υιοθετήσει ή την οποία έχει επιλέξει να έχει στην εξωλογοτεχνική του ζωή τον περιορίζει, του επιβάλλει μια συγκεκριμένη συμπεριφορά (πολύ περισσότερο που σπανίως η καλλιτεχνική και δη η λογοτεχνική ιδιότητα είναι «κοινωνικά αποδεκτή»). Το ψευδώνυμο εξασφαλίζει στον συγγραφέα το κέλυφος μέσα στο οποίο συντελείται απρόσκοπτα η δημιουργία, καμιά φορά η κοσμογονία και η οντογένεση. Του χαρίζει ελευθερία. Λόγου, σκέψης, ελευθερία από την όποια ιδεολογία ή λογοτεχνική θεωρία μα πιο πάνω απ’ όλα ελευθερία απ’ τον ίδιο του τον εαυτό. Από αυτά που έχει μάθει να σκέφτεται, από αυτά που έχει συνηθίσει να υιοθετεί, καμιά φορά από κεκτημένη ταχύτητα, από δειλία ή και από συμφέρον ακόμα. Του χαρίζει και κάτι ακόμα· ένα ανάχωμα για να παρατηρεί. Ο καλλιτέχνης παρατηρεί τον κόσμο. Πάνω απ’ όλα παρατηρεί τους ανθρώπους. Ζει μέσα απ’ τις ζωές τους. Καμιά φορά ζει τις ζωές τους. Πρέπει γι’ αυτό να διαχέεται ανάμεσά τους απαρατήρητος κι όμως τόσο παρών. Το ψευδώνυμο του εξασφαλίζει αυτό το ιδιόμορφο φίλτρο μέσα απ’ το οποίο ο ίδιος βλέπει χωρίς να τον βλέπουν.
Ποια αξία έχει όμως η τέχνη δίχως την αλήθεια μας? Και εδώ έρχεται η αντίφαση. Αλήθεια μέσα από μιαν απάτη? Ναι, αν η απάτη αυτή απελευθερώνει, αν αποδεσμεύει δυνάμεις εγκλωβισμένες στα έγκατα του ασυνείδητου, στις συμπληγάδες του συνειδητού. Η ιδιότυπη «ανωνυμία» που εξασφαλίζει το ψευδώνυμο (και λέω ιδιότυπη γιατί, ωστόσο, εξασφαλίζει μιαν ιδιότυπη ταυτόχρονα «επωνυμία», μια αναγνωρισιμότητα στο μέτρο που ταυτίζουμε ένα συγκεκριμένο έργο με ένα όνομα, ένα φαντασιακό πρόσωπο) συγκαλύπτει τον δημιουργό και θωπεύει την περίφημη «καλλιτεχνική ανασφάλεια». Πόσες περιπτώσεις δεν μπορεί πρόχειρα να ανακαλέσει κανείς δημιουργών που κατάφεραν να αποκρύψουν πίσω από ένα ψευδώνυμο την κοινωνική τους θέση, την επαγγελματική τους ιδιότητα, ως και το φύλο τους, και να ανυψωθούν ελεύθεροι στη σφαίρα της ακέραιης δημιουργίας. Πιο σημαντική όμως κι απ’ την απελευθέρωση από τους κοινωνικούς ή άλλους περιορισμούς είναι η απελευθέρωση του συγγραφέα από τον ίδιο του τον εαυτό. Από τους ασυνείδητους φόβους, από τα πάθη του, κυρίως όμως από την αυτο-λογοκρισία στην οποία υποβάλλεται. Τολμά να μιλήσει ελεύθερα, να εκφραστεί ρηξικέλευθα, να συγκρουστεί ως και με τον ίδιο του τον εαυτό και τελικά να δικαιώσει τον ρόλο του ως δημιουργού και καλλιτέχνη.
Ένα βήμα πιο πέρα. Αν με το ψευδώνυμο ο συγγραφέας χτίζει έναν περίκλειστο παράδεισο για τη δημιουργική του σκέψη και δράση, με το ετερώνυμο αποδύεται στον αγώνα να γίνει ο ίδιος πρωτόπλαστος, να ανακαλύψει (ή να επινοήσει απ’ αρχής) την παραδείσια αλήθεια. Το ψευδώνυμο, πολύ περισσότερο το ετερώνυμο δημιουργούν ένα μύθο, σχηματίζουν την εικόνα ενός φαντασιακού δημιουργού που μιλά χωρίς να χρεώνεται την εικόνα του. Το έργο απομένει μόνο μια «καθαρή φωνή».
Τα περισσότερα του ενός ετερώνυμα καλύπτουν πολλαπλάσιες ανάγκες αυτο- και ετερο-συγκάλυψης. Ενώ το ψευδώνυμο προσφέρει συγκάλυψη από τους γύρω, το ετερώνυμο (ή τα ετερώνυμα) συγκαλύπτουν (αναδεικνύουν θα ’λεγα καλύτερα) όλες τις πτυχές της δημιουργικής ανάγκης και παρόρμησης του λογοτέχνη. Η περίπτωση του Pessoa (υιοθέτησε, ανάμεσα σε άλλα, τα ετερώνυμα Alvaro de Campos, Ricardo Reis και Alberto Caeiro, για την ποίηση, και Bernardo Soares για την πεζογραφία) που ένα ελάχιστο μέρος του έργου του δημοσίευσε όσο ζούσε, είναι ενδεικτική αυτής της παρόρμησης όχι απλά να κρυφτεί, αλλά να αναγεννηθεί μέσα από ένα ή περισσότερα ετερώνυμα.
Είναι αλήθεια ότι σήμερα έχει περιοριστεί η χρήση ψευδωνύμων και ετερωνύμων. Αυτό μπορεί να σημαίνει θάρρος να ορθώσουμε τη φωνή μας ή δειλία να φτάσουμε στα όρια της δημιουργικής μας αναζήτησης. Μήπως τελικά το ετερώνυμο εκτός από ελευθερία δίνει και δύναμη και έμπνευση; Γιατί, καθώς ο δημιουργός υιοθετεί μιαν άλλη περσόνα, διαφορετικής ψυχοσύνθεσης (ολότελα δικής του κι όμως έως τότε άγνωστής του), αναλαμβάνει δίχως συμπλέγματα να υποδυθεί ρόλους, να φτάσει στην ουσία της μίμησης και να περάσει ακόμη πιο πέρα, στην αυθεντικότητα, όχι πια της αναπαράστασης, αλλά της «ποίησης», της αληθινής δημιουργίας ζωής. Μπορεί πιο εύκολα να μετατίθεται όχι από σκέψη σε σκέψη αλλά από τρόπο σκέψης σε τρόπο σκέψης. Κι αυτό όχι από διάθεση πειραματισμού μόνο (πειραματισμός που μπορεί να τον φτάσει να ανακαλύψει πτυχές της δημιουργικότητάς του που ποτέ ως τότε δεν είχε συλλάβει), αλλά και από αληθινή εσωτερική ανάγκη. Γιατί μέσα σε έναν δημιουργό, στον κάθε άνθρωπο, πόσο μάλλον σ’ αυτόν που αισθάνεται την ανάγκη της πράξης εντονότερη, ενυπάρχουν πολλές διαφορετικές οπτικές, ακούγονται πολλές φωνές, που όλες, καθεμιά χωριστά για τον εαυτό της, θέλουν να ακουστούν. Όμως όχι σε ένα συνονθύλευμα, αλλά καθαρές, ατόφιες, μόνες και ξέχωρες. Κι η καθεμιά φωνή μπορεί έτσι να πειραματίζεται, να φθείρεται, ως και να αναλώνεται ακόμη, αλλά με διάθεση αγαθοποιό· χωρίς να βλάπτει ή να συμπαρασύρει τις άλλες.
Το ετερώνυμο πολλές φορές ενυπάρχει μέσα στο ίδιο το έργο ως λογοτεχνικό προσωπείο, ως «ρόλος», ως ήρωας. Αυτό είναι μια άλλη υπόθεση. Ωφέλιμη, αλλά ωστόσο διαφορετική. Ο λογοτέχνης δεν είναι απαραίτητο να ταυτίζεται με όσα η περσόνα του πρεσβεύει (αν και τις περισσότερες φορές κι αυτή η λειτουργία φέρει κάποια, αν όχι και όλα τα στοιχεία της σκέψης του δημιουργού). Απεναντίας μπορεί τα όσα η περσόνα του εκφράζει να υπονομεύουν αυτά που ο ίδιος πιστεύει, να τα θέτουν εν αμφιβόλω, να λειτουργούν ως επιχείρημα ab opposito. Αλλά, όταν το ετερώνυμο καλύπτει ένα ολοκληρωμένο λογοτεχνικό έργο και το σφραγίζει, τότε η ελευθερία και η μετατόπιση του δημιουργού είναι καθολική. Το ζητούμενο είναι να αντέξει αυτή την πλαστοπροσωπία, την πολυπροσωπία και να μην χάσει μέσα από αυτή την πολυσχιδία την ψυχή του. Γιατί αυτή πάμε να βρούμε μέσα από την τέχνη.
(Οι λευκοφόροι εννοείτωσαν).
Παρασκευή, Μαρτίου 16, 2007
Σάββατο, Φεβρουαρίου 10, 2007
Η ΗΛΙΚΙΑ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ …
στη Λεία Βιτάλη, ως όφειλα
Σε ποια ηλικία γράφει κυρίως ένας ποιητής; Σε ποια ηλικία γράφει τα καλύτερά του ποιήματα;
Αναμφίβολα είμαι ο τελευταίος που θα έβαζε όρια και περιορισμούς · πολύ περισσότερο αξιολογικούς χαρακτηρισμούς. Ανέκαθεν ήμουν εναντίον των δογματισμών, πόσο μάλλον όταν αυτοί αφορούν την απέραντη θάλασσα της Ποίησης. Ο καθένας μπορεί βέβαια να πρεσβεύει την άποψή του, κατά το βολτερικό…
* * * * * * * * * * * * * * * *
Όμως, αν επιχειρήσει κανείς να απαντήσει στο πλαστό ερώτημα : η «καλύτερη» ποίηση γράφεται στη νεανική ή στην ώριμη ηλικία; Το πρώτο που μου έρχεται στο νου είναι η ανάγκη να προσδιοριστεί η ηλικία. Μιλάμε για τη βιολογική, την νοητική, τη συναισθηματική ηλικία; Κι αν για την πρώτη, είναι βέβαιο ότι αυτή συμπλέει με την νιότη των άλλων δυο; Οι απαντήσεις μας νομίζω συμπίπτουν ex silentio.
Το δεύτερο έχει να κάνει με τον αξιολογικό χαρακτηρισμό «καλύτερη» ποίηση. Τι σημαίνει άραγε «καλύτερη» και ποιες ιδιότητες υπονοούνται πίσω από αυτόν τον χαρακτηρισμό; Και το λέω αυτό έχοντας συναίσθηση των αλλαγών, των μεταβολών στις αξιολογικές μας κρίσεις, την αλλαγή στο γούστο από εποχή σε εποχή. Η ποίηση που κάποτε φάνταζε αποκαλυπτική, άλλοτε μεγάλη, σπουδαία, σήμερα μπορεί να κείτεται μέσα σε κιτρινισμένες σελίδες. Μόνη. Ή και το αντίστροφο. Από την άλλη βέβαια υπάρχουν και έργα που αντέχουν στο χρόνο, που ξαναδιαβάζονται από κάθε εποχή, που διαρκώς «ανακαλύπτονται», αυτά που ονομάζουμε «κλασσικά». Που έχουν να κάνουν με το πανανθρώπινο, το έξω από το χρόνο κι απ’ την στιγμή, που βρίσκονται πέρα και πάνω κι απ’ τον ίδιο τον δημιουργό τους. Αυτά τα έργα έχουν να κάνουν άραγε με ηλικία;
Θα ήταν ενδιαφέρον, όμως, να αναρωτηθούμε, τι είδους ποίηση γράφεται σε κάθε ηλικία, χωρίς αξιολογικούς χαρακτηρισμούς. Η ρήση του Valéry ότι «η ποίηση είναι η ανάπτυξη ενός επιφωνήματος» βρίσκει, νομίζω, την πληρέστερη και τη βαθύτερη εφαρμογή της στην νεότητα. Υπερτερεί το συναίσθημα και η ανακάλυψη · του κόσμου, του ίδιου μας του εαυτού, αλλά και η μεγαλύτερη ανακάλυψη, αυτή της ανακάλυψης. Τα ποιητικά έργα αυτής της περιόδου έχουν πράγματι χαρακτήρα επιφωνηματικό, συγκρούονται με το παρελθόν και με τον εαυτό τους, ανοίγουν νέους δρόμους, κάποιες φορές λεωφόρους στο πνεύμα. Ο νέος ποιητής εν αγνοία του γκρεμίζει και χτίζει την ίδια στιγμή το οικοδόμημα που θα στεγάσει τη σκέψη του τα επόμενα χρόνια.
Αλλά, αν η νεανική ποίηση έχει σφοδρότητα και χάρη, εντυπωσιασμό και εκρηκτικότητα, η ποίηση στο σύνολό της δεν είναι μόνο αυτό. Εκτός αν από αυτήν περιμένουμε μόνο την αμεριμνησία και την εκκωφαντική κραυγή.
* * * * * * * * * * * * * * * *
Κάνοντας μιαν αναδρομή στην ιστορία της ποίησης στέκομαι επιλεκτικά στους ποιητές που με δονούν περισσότερο από τους άλλους. Σαπφώ, Αρχίλοχος, Ευριπίδης, Ρωμανός, Καβάφης, Σολωμός, Σεφέρης, Ελύτης από τη μια κι από την άλλη Shakespeare, Goethe, Hoelderlin, Blake, Browning, Dickinson, Eliot, Stevens, για να αναφέρω λίγους, ίσως τους πιο αγαπημένους μου.
Από ποια ηλικία έγραψαν ποίηση, αλλά, κυρίως, τι είδους ποίηση έγραψαν σε κάθε ηλικία; Δεν θα αναφερθώ μόνο στο προφανές, ότι δηλαδή το μεγαλύτερο μέρος της ποίησής τους γράφτηκε στην ώριμη ηλικία τους, αλλά κυρίως θα σταθώ στο ποιόν της ποίησης της ωριμότητας και στις αλλαγές που συντελέστηκαν, όχι τόσο στον τρόπο που έγραφαν ποίηση, αλλά κυρίως στον τρόπο που συλλάμβαναν την Ποίηση.
Έχω την αίσθηση (σκόπιμα επιλέγω αυτή τη λέξη) ότι ένας ποιητής, ένας στοχαστής ή αισθητής ξεκινά από την απόλυτη βίωση της ύλης και σιγά-σιγά απογειώνεται, εξαϋλώνεται, φτάνει όχι πια να συλλάβει, αλλά να δημιουργήσει το ασύλληπτο. Και έτσι να επικυρώσει και την έννοια της ποίησης ως δημιουργίας πραγματικής.
* * * * * * * * * * * * * * * *
Τα παραδείγματα στο σημείο αυτό είναι διαφωτιστικά, αν και επικίνδυνα, γιατί μπορεί να πει κανείς ότι η επιλογή από μόνη της ενέχει στοιχεία παραπλανητικά. Θα θέσω κάποια αντικειμενικά κριτήρια για να προχωρήσω. Θα ανοιχτώ στο χρόνο (θα προσπαθήσω και στο χώρο) και θα πάρω τα πρώτα-πρώτα ποιήματα, την πρώτη σελίδα, αν είναι δυνατόν, του έργου κάποιων ποιητών και την τελευταία. Για την επιλογή των ποιητών θα ακολουθήσω κυρίως την παραίνεση του Σεφέρη :
Το ποίημα
μην το καταποντίζεις στα βαθιά πλατάνια
θρέψε το με το χώμα και το βράχο που έχεις.
Τα περισσότερα –
σκάψε στον ίδιο τόπο να τα βρεις.
(Ζ΄ ΘΕΡΙΝΟ ΗΛΙΟΣΤΑΣΙ)
Ξεκινώ από τον Διονύσιο Σολωμό. Χρησιμοποιώ την έκδοση του Λίνου Πολίτη. Με εξυπηρετεί, καθώς παρουσιάζει το έργο κατά χρονολογική σειρά. Πρώτη-πρώτη σελίδα. Διαβάζω :
ΕΙΣ ΚΟΡΗΝ
Η ΟΠΟΙΑ ΑΝΕΘΡΕΦΕΤΟ ΜΕΣΑ ΕΙΣ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ
Μοναστηρίσια μου όμορφη, εδώ είμαι και κοιτάω ·
Πρόβαλε κει στα κάγκελα να ιδής που τραγουδάω.
Βγαίνει για σε γλυκύτατος απ’ την καρδιά μου ο στίχος ·
Ας τον αφήνει να περνά κι ας μην ζηλεύει ο τοίχος…
Διαβάζω παρακάτω :
ΑΝΘΟΥΛΑ
Αγάπησέ με, Ανθούλα μου, γλυκιά χρυσή μου ελπίδα…
ΠΟΘΟΣ
Αχ! νάσουνα μαζί μου,
Αγάπη μου Μερτούλα,
Σε τούτη τη βαρκούλα
Με τ’ άσπρο το πανί…
Ο έρωτας και το τραγούδι. Η απογείωση του ρομαντισμού. Και τι αρμονία! Τι ρυθμός! Ασκόνταφτη η γλώσσα τον τραγουδάει. Πηγαίο αίσθημα, έντονη η επίδραση της λαϊκής φωνής. Έχει κανείς την αίσθηση πως ακούει τους στίχους από ένα δημοτικό τραγούδι, από καντάδα επτανησιακή που κλείστηκε στα φύλλα ποιητικών σημειώσεων. «Ένα από τα πρώτα ποιητικά γυμνάσματα του Σολωμού» μας πληροφορεί ο Πολυλάς. Και είναι αλήθεια προγύμνασμα ποιητικό, τέτοιο που να προμηνύει την ποιητική εκτίναξη που θα ακολουθούσε, μόνο ή κυρίως στο πώς. Η γλώσσα, η αβασταγή κι ο θρίαμβος του Σολωμού, έχει αρχίσει να διαφαίνεται ήδη. Αλλά ως εκεί. Είναι μόνο αυτό ποίηση; Είχε δίκιο ο Ελύτης να θεωρεί τον Σολωμό πρόδρομο της «καθαρής ποίησης» στην Ελλάδα. Αλλά είναι μόνο αυτό που αποζητά κανείς, όταν διαβάζει ποίηση; Όταν διαβάζει την ποίηση του Σολωμού; Ο Σολωμός μόχθησε και κατόρθωσε να ακυρώσει ο ίδιος τα πρωτόλειά του, αν κρίνει κανείς υπό το πρίσμα του ποιητικού στοχασμού του που ξεδιπλώθηκε στα έργα της ωριμότητάς του.
Για τη δικαιοσύνη αντιγράφω από λίγο παρακάτω :
ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ
Άκου έν’ όνειρο, ψυχή μου,
Και της ομορφιάς θεά·
Μου εφαινότουν όπως ήμουν
Μετ’ εσένα μία νυχτιά.
Σ’ ένα ωραίο περιβολάκι
Περπατούσαμε μαζί·
Όλα ελάμπανε τ’ αστέρια
Και τα κοίταζες εσύ
Εγώ τσόλεα : Πέστε, αστέρια,
Είν’ κανέν’ από τ’ εσάς,
Που να λάμπει από ’κει απάνου
Σαν τα μάτια της κυράς;
. . . . . . . . .
Ό,τι είπα αυτά τα λόγια,
Μου εφάνηκε ομπρός
Περπατούσαμε μαζί·
Όλα ελάμπανε τ’ αστέρια
Και τα κοίταζες εσύ
Εγώ τσόλεα : Πέστε, αστέρια,
Είν’ κανέν’ από τ’ εσάς,
Που να λάμπει από ’κει απάνου
Σαν τα μάτια της κυράς;
. . . . . . . . .
Ό,τι είπα αυτά τα λόγια,
Μου εφάνηκε ομπρός
Άλλες κόρες στολισμένες
Με του φεγγαριού το φως.
. . . . . . . . .
Κάθε φίλημα, ψυχή μου,
Όπου μόδινες γλυκά,
Εξεφύτρωνε άλλο ρόδο
Από την τριανταφυλλιά.
. . . . . . . . .
Με του φεγγαριού το φως.
. . . . . . . . .
Κάθε φίλημα, ψυχή μου,
Όπου μόδινες γλυκά,
Εξεφύτρωνε άλλο ρόδο
Από την τριανταφυλλιά.
. . . . . . . . .
Τούτο ειν’ τ’ όνειρο, ψυχή μου·
Τώρα στέκεται εις εσέ
Να το κάμης ν’ αληθέψε
Τώρα στέκεται εις εσέ
Να το κάμης ν’ αληθέψε
Και να θυμηθής για με.
Το φυσικό ενωμένο με το μεταφυσικό. Πρώτα σπέρματα του ονείρου στην ποίηση του Σολωμού. Η σύνδεση ουρανού και γης, αλλά, με ερέθισμα τον απόλυτο έρωτα, το συγκεκριμένο βίωμα και τον φανερό αποδέκτη.
Αν ποίηση είναι η αποκρυστάλλωση του έως τότε ανείπωτου, τότε με βεβαιότητα η διαύγεια του κρυστάλλου είναι η έκφραση, αλλά η δύναμη το σχήμα, το σώμα και η πληρότητα που αυτό φέρει είναι η διάνοια πίσω απ’ αυτήν. Διαβάζω στο τελευταίο έργο που παρουσιάζεται στην έκδοση Πολίτη :
ΑΓΝΩΣΤΟΥ ΠΟΙΗΜΑΤΟΣ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ
[CARMEN SECULARE]
Δεν είναι χόρτο ταπεινό, χαμόδεντρο δεν είναι·
Βρύσες απλώνει τα κλαδιά το δέντρο στον αέρα·
Μην καρτερείς εδώ πουλί, και μη προσμένεις χλόη·
Γιατί τα φύλλ’ αν είν’ πολλά, σε κάθε φύλλο πνεύμα.
Το ψηλό δέντρ’ ολόκληρο κι’ ηχολογά κι’ αστράφτει
Μ’ όλους της τέχνης τους ηχούς, με τα’ ουρανού τα φώτα.
Σαστίζ’ η γη κι’ η θάλασσα κι ο ουρανός το τέρας,
Το μέγα πολυκάντηλο μες στο ναό της φύσης,
Κι αρμόζουν διάφορο το φως χίλιες χιλιάδες άστρα,
Χίλιες χιλιάδες άσματα μιλούν και κάνουν ένα.
Στο δέντρο κάτου δέησην έκαμ’ η βοσκοπούλα·
Τα’ άστρα γοργά τη δέχτηκαν καθώς η γη τον ήλιο.
Τα Σεραφείμ εγνώρισαν το βάθος της αγάπης,
Κι ολόκληρ’ η Παράδεισο διπλή Παράδεισό ’ναι.
Ποιος είχε πει που σούμελλε, πέτρα, να βγάλης ρόδο;
. . . . . . . . . . . . . . .
Αλλά πού τώρα βρίσκονται τα κάτασπρα ποδάρια;
Πού ’ναι το στήθος τ’ όμορφο που τέτοιους κόσμους έχει;
Στ’ αμπέλ’ η κόρη κάθεται και παίζει με τα’ αρνί της.
Δεν αντιστάθηκα στον πειρασμό κι αντέγραψα όλο το απόσπασμα. Η μαγεία της γλωσσικής κατάκτησης εμφανής. Αναγνωρίζει κανείς πυκνωμένο όλο τον γλωσσικό αγώνα του Σολωμού και τα τρόπαιά του. Αλλά και πόσο δυνατή διάνοια πίσω απ’ τις λέξεις. Η στοχαστική βάσανος του Λάμπρου, του Κρητικού, των Ελεύθερων Πολιορκημένων και του Πόρφυρα τώρα εδώ ξεδιπλωμένη ως απαύγασμα ιδεών, η συγκρότηση ενός ολοκληρωμένου ποιητικού συστήματος! Ενώ στα νεανικά έργα κυριαρχεί ο οριζόντιος άξονας της προσέγγισης στο ανθρώπινο, ερωτικό εσύ, τώρα όλα στροβιλίζονται και οδεύουν στον κατακόρυφο άξονα της θέωσης, της απογείωσης των διανοημάτων, και μαζί; Της ποίησης.
Το φυσικό ενωμένο με το μεταφυσικό. Πρώτα σπέρματα του ονείρου στην ποίηση του Σολωμού. Η σύνδεση ουρανού και γης, αλλά, με ερέθισμα τον απόλυτο έρωτα, το συγκεκριμένο βίωμα και τον φανερό αποδέκτη.
Αν ποίηση είναι η αποκρυστάλλωση του έως τότε ανείπωτου, τότε με βεβαιότητα η διαύγεια του κρυστάλλου είναι η έκφραση, αλλά η δύναμη το σχήμα, το σώμα και η πληρότητα που αυτό φέρει είναι η διάνοια πίσω απ’ αυτήν. Διαβάζω στο τελευταίο έργο που παρουσιάζεται στην έκδοση Πολίτη :
ΑΓΝΩΣΤΟΥ ΠΟΙΗΜΑΤΟΣ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ
[CARMEN SECULARE]
Δεν είναι χόρτο ταπεινό, χαμόδεντρο δεν είναι·
Βρύσες απλώνει τα κλαδιά το δέντρο στον αέρα·
Μην καρτερείς εδώ πουλί, και μη προσμένεις χλόη·
Γιατί τα φύλλ’ αν είν’ πολλά, σε κάθε φύλλο πνεύμα.
Το ψηλό δέντρ’ ολόκληρο κι’ ηχολογά κι’ αστράφτει
Μ’ όλους της τέχνης τους ηχούς, με τα’ ουρανού τα φώτα.
Σαστίζ’ η γη κι’ η θάλασσα κι ο ουρανός το τέρας,
Το μέγα πολυκάντηλο μες στο ναό της φύσης,
Κι αρμόζουν διάφορο το φως χίλιες χιλιάδες άστρα,
Χίλιες χιλιάδες άσματα μιλούν και κάνουν ένα.
Στο δέντρο κάτου δέησην έκαμ’ η βοσκοπούλα·
Τα’ άστρα γοργά τη δέχτηκαν καθώς η γη τον ήλιο.
Τα Σεραφείμ εγνώρισαν το βάθος της αγάπης,
Κι ολόκληρ’ η Παράδεισο διπλή Παράδεισό ’ναι.
Ποιος είχε πει που σούμελλε, πέτρα, να βγάλης ρόδο;
. . . . . . . . . . . . . . .
Αλλά πού τώρα βρίσκονται τα κάτασπρα ποδάρια;
Πού ’ναι το στήθος τ’ όμορφο που τέτοιους κόσμους έχει;
Στ’ αμπέλ’ η κόρη κάθεται και παίζει με τα’ αρνί της.
Δεν αντιστάθηκα στον πειρασμό κι αντέγραψα όλο το απόσπασμα. Η μαγεία της γλωσσικής κατάκτησης εμφανής. Αναγνωρίζει κανείς πυκνωμένο όλο τον γλωσσικό αγώνα του Σολωμού και τα τρόπαιά του. Αλλά και πόσο δυνατή διάνοια πίσω απ’ τις λέξεις. Η στοχαστική βάσανος του Λάμπρου, του Κρητικού, των Ελεύθερων Πολιορκημένων και του Πόρφυρα τώρα εδώ ξεδιπλωμένη ως απαύγασμα ιδεών, η συγκρότηση ενός ολοκληρωμένου ποιητικού συστήματος! Ενώ στα νεανικά έργα κυριαρχεί ο οριζόντιος άξονας της προσέγγισης στο ανθρώπινο, ερωτικό εσύ, τώρα όλα στροβιλίζονται και οδεύουν στον κατακόρυφο άξονα της θέωσης, της απογείωσης των διανοημάτων, και μαζί; Της ποίησης.
* * * * * * * * * * * * * * * *
Αν αναρωτηθεί κανείς, ποιος είναι ο ποιητής που επηρέασε περισσότερο, είτε ως κατάφαση είτε ως άρνηση, την νεωτερική ποίηση στην Ελλάδα, νομίζω θα καταλήξει στον Καβάφη. Και είναι εντυπωσιακό που αυτός ο τόσο σπουδαίος αναμφίβολα ποιητής, με την παγκόσμια πλέον αναγνώριση, αποκήρυξε εν ζωή πολλά από τα πρώτα του ποιήματα. Είναι αλήθεια πως, εκτός από κάποια λιγοστά ξεσπάσματα, τα Αποκηρυγμένα δεν έχουν ούτε τη λαγαρή γλώσσα, ούτε το βάθος, ούτε την περίσκεψη, την ειρωνεία, στοιχεία για τα οποία εκτιμήθηκε το έργο του. Πρόχειρα ας συγκρίνει κανείς ένα από τα πρωιμότερα έργα του, το ποίημα «Η αρχαία Τραγωδία» (Μάρτιος 1893), ένα επιφανειακό εγκώμιο, με την τελευταία ποιητική εγγραφή «Ρωτούσε για την ποιότητα» (15 Μαΐου 1930), όπου απογυμνώνεται πλέον απόλυτα η κυνική πλάγια κριτική στα ήθη της εποχής του, η εξομολόγηση του ερωτισμού, ο γοητευτικά καλυμμένος αισθησιασμός.
Ειδικά η ποίηση του Καβάφη ανοίγει ένα κεφάλαιο στον προβληματισμό μας, που, νομίζω, θα πρέπει να μας απασχολήσει, όταν έρχεται στην κουβέντα το ζήτημα της ηλικίας των ποιητών. Για ποια ποίηση μιλάμε; Ποίηση ηρωική, λυρική, ρομαντική, στοχαστική μήπως; Εδώ, όταν φτάνουμε στο τελευταίο είδος, στοχασμός και Καβάφης σχεδόν είναι έννοιες επάλληλες. Θα έλεγα ότι η σύγχρονη ποίηση στο σύνολό της είναι στοχαστική. Με αυτό δεν θέλω να πω πως παλαιότεροι ποιητές είναι «αστόχαστοι», αλλά πως στην παλιότερη ποίηση υπερτερεί το βίωμα ως εξωτερικό ερέθισμα, ως ανταπόκριση στο εξωτερικό κάλεσμα, ως περιγραφή. Ο Καβάφης είναι νομίζω ο γνησιότερος εκπρόσωπος αυτού του είδους ποιητών που συνηθίζουμε να αποκαλούμε «ποιητές εργαστηρίου». Ακόμη κι εκεί που εκφράζεται ολοζώντανο το βίωμα, πρόκειται για ένα βίωμα διυλισμένο μέσα από δεκαετίες χρόνου.
* * * * * * * * * * * * * * * *
Με την ευκαιρία της αναφοράς στη στοχαστική ποίηση, θα αποτολμήσω μια παρέκβαση, ένα άνοιγμα στον χώρο. Σε ποια ηλικία άρχισε να γράφει ο Pound τα Cantos; Πότε έγραψε ο Eliot την Έρημη Χώρα, τα Τέσσερα Κουαρτέτα; Ο Stevens σε ποια ηλικία άρχισε να εκδίδει ποιήματά του; Είναι αλήθεια ότι υπάρχει η εξαίρεση του Rimbaud (και η ανάλογη πρώιμη ποιητική παραγωγή των ποιητών του fin de siècle). Αλλά ο Rimbaud είναι μια ξεχωριστή περίπτωση. Είχε την «τύχη» (και χρησιμοποιώ τη λέξη ως media vox) να ζήσει νωρίς, να γράψει νωρίς, να κλείσει τον κύκλο του νωρίς. Δυνατή παρουσία στο παγκόσμιο ποιητικό στερέωμα, αλλά, νομίζω, ικανή εξαίρεση για να επιβεβαιώσει τον κανόνα…
* * * * * * * * * * * * * * * *
Επανέρχομαι στα καθ’ ημάς. Ανοίγω στην πρώτη σελίδα των ΠΟΙΗΜΑΤΩΝ του Σεφέρη και διαβάζω :
ΣΤΡΟΦΗ
Στιγμή, σταλμένη από ένα χέρι
που είχα τόσο αγαπήσει
με πρόφταξες ίσια στη δύση
σα μαύρο περιστέρι…
και συνεχίζω
ΑΡΓΑ ΜΙΛΟΥΣΕΣ
Αργά μιλούσες μπρος στον ήλιο
και τώρα είναι σκοτάδι
κι ήσουν της μοίρας μου το υφάδι
συ, που θα λέγαν Μπίλιω…
ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟ
Στη δημοσιά σαν αγκαλιά
δίκλωνη ενός διαβήτη,
του αγέρα δάχτυλα στη χήτη
και μίλια στην κοιλιά,
οι δυο μας φεύγαμε αδειανοί
βιτσιά για το ήπιο βλέμμα·
φτιασίδι ο νους, φτιασίδι το αίμα
γυμνοί! γυμνοί! γυμνοί!
και η περίφημη
ΑΡΝΗΣΗ
Στο περιγιάλι το κρυφό
κι άσπρο σαν περιστέρι
διψάσαμε το μεσημέρι·
μα το νερό γλυφό.
Πάνω στην άμμο την ξανθή
γράψαμε τ’ όνομά της…
Αντιγράφω και την τελευταία ποιητική του συλλογή :
ΙΔ΄
(από το ΘΕΡΙΝΟ ΗΛΙΟΣΤΑΣΙ, τρίτο από τα ΤΡΙΑ ΚΡΥΦΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ)
Τώρα,
με το λιωμένο μολύβι του κλήδονα
το λαμπύρισμα του καλοκαιρινού πελάγου,
η γύμνια ολόκληρης της ζωής·
και το πέρασμα και το σταμάτημα και το πλάγιασμα
και το τίναγμα
τα χείλια το χαϊδεμένο δέρας,
όλα γυρεύουν να καούν.
Όπως το πεύκο καταμεσήμερα
κυριεμένο απ’ το ρετσίνι
βιάζεται να γεννήσει φλόγα
και δε βαστά πια την παιδωμή –
φώναξε τα παιδιά να μαζέψουν τη στάχτη
και να τη σπείρουν.
Ό,τι πέρασε πέρασε σωστά.
Κι εκείνα ακόμη που δεν πέρασαν
πρέπει να καούν
τούτο το μεσημέρι που καρφώθηκε ο ήλιος
στην καρδιά του εκατόφυλλου ρόδου.
Από πού την ξεκίνησε και πού την έφτασε την ποίησή του ο Σεφέρης; Στη Στροφή είναι ευδιάκριτο το βίωμα, και μάλιστα όχι μονάχα το ατομικό. Μοιράζεται ανάμεσα στο πρώτο ενικό και το πρώτο πληθυντικό. Ο έρωτας. Ο ποιητής προτείνει το χέρι στο εσύ. Το εσύ του έρωτά του. Κι η έκφραση, γενναία, αλλά, νομίζω, ακόμη δεμένη στο άρμα των προκατόχων του. Οι ρυθμοί επίσης.
Στην τελευταία του ποιητική συλλογή κυριαρχεί ο φιλοσοφικός στοχασμός. Κάτι που ποτέ δεν έλειψε από τα πρώτα κιόλας ποιήματα του Σεφέρη. Μόνο που εδώ εκτινάσσεται πλέον πέρα από το κοσμικό και το υπαρξιακό. Στο υπερκόσμιο και το συμπαντικό. Το μεταφυσικό. Γραμμένα την
Παραμονή της μακρύτερης μέρας
(Α΄ ΘΕΡΙΝΟ ΗΛΙΟΣΤΑΣΙ)
τα Τρία Κρυφά Ποιήματα είναι τάχα η ποιητική διαθήκη του Σεφέρη; Ο απολογισμός μια ζωής;
Μιλούσες για πράγματα που δεν τα ’βλεπαν
κι αυτοί γελούσαν ;
(Θ΄ ΘΕΡΙΝΟ ΗΛΙΟΣΤΑΣΙ)
Και μαζί ξεδιπλώνεται ένα ολόκληρο σύστημα δικαιοσύνης, νομοτέλειας κάτω από τον ήλιο, στην περιφέρειά του.
Κι ο ρυθμός! Από τους χαλαρούς, είναι αλήθεια, ιάμβους της Στροφής στον απόλυτα προσωπικό, και γι’ αυτό μοναδικό, ρυθμό, τον εσωτερικό ρυθμό της φωνής του ποιητή.
Τώρα,
με το λιωμένο μολύβι του κλήδονα
το λαμπύρισμα του καλοκαιρινού πελάγου,
η γύμνια ολόκληρης της ζωής…
Η γλώσσα του αβίαστη και φυσική, σαν αναπνοή, όχι σαν επιφώνημα. Ο ποιητής έχει κάνει από νωρίς την αυτοκριτική του για τη γλώσσα της ποίησης
Δε θέλω τίποτε άλλο παρά να μιλήσω απλά, να μου δοθεί
ετούτη η χάρη.
Γιατί και το τραγούδι το φορτώσαμε με τόσες μουσικές
που σιγά-σιγά βουλιάζει
και την τέχνη μας τη στολίσαμε τόσο πολύ που φαγώθηκε
από τα μαλάματα το πρόσωπό της…
(ΕΝΑΣ ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΣΤΗΝ ΑΚΡΟΠΟΤΑΜΙΑ, ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΩΜΑΤΟΣ, Β΄)
για να καταλήξει στο απόσταγμα της σκέψης του
Ο θαλασσινός άνεμος κι η δροσιά της αυγής
υπάρχουν χωρίς να το ζητήσει κανένας.
(Θ΄ ΘΕΡΙΝΟ ΗΛΙΟΣΤΑΣΙ)
* * * * * * * * * * * * * * * *
Στην πρώτη σελίδα της ΠΟΙΗΣΗΣ του Ελύτη διαβάζω από τους ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΥΣ :
ΤΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ
Ο έρωτας
Το αρχιπέλαγος
Κι η πρώρα των αφρών του
Κι οι γλάροι των ονείρων του
Στο πιο ψηλό κατάρτι του ο ναύτης ανεμίζει
Ένα τραγούδι…
και παρακάτω :
ΕΠΤΑ ΝΥΧΤΕΡΙΝΑ ΕΠΤΑΣΤΙΧΑ
Ι.
Όνειρα κι όνειρα ήρθανε
Στα γενέθλια των γιασεμιών
Νύχτες και νύχτες στις λευκές
Αϋπνίες των κύκνων
Η δροσιά γεννιέται μες στα φύλλα
Όπως μες στον απέραντο ουρανό
Το ξάστερο συναίσθημα.
ΙΙΙ.
Όλα τα κυπαρίσσια δείχνουνε μεσάνυχτα
Όλα τα δάχτυλα
Σιωπή
Έξω από το ανοιχτό παράθυρο του ονείρου
Σιγά σιγά ξετυλίγεται
Η εξομολόγηση
Και σαν θωριά λοξοδρομάει προς τ’ άστρα!
Το σκηνικό που στοιχειοθετούν οι στίχοι αυτοί, τόσο ευκρινές! Η νεότητα, το όνειρο, η ωδίνη μιας εξομολόγησης, μια φωνή που καταλήγει σε ένα δοξαστικό επιφώνημα προς τα άστρα… Άλλωστε ο «νεανικός Ελύτης», επηρεασμένος βαθύτατα από τα μηνύματα του καιρού του, βλέπει τα στοιχεία και τα στοιχειά της φύσης μέσα από το «κρυφό μυστήριο» του υπερρεαλισμού (εγώ θα έλεγα της Ποίησης).
Σχεδόν εξήντα χρόνια αργότερα θα γράψει στην ακροτελεύτια σελίδα του ποιητικού του έργου :
Και να! Μια ημικατεστραμμένη Θήρα που ως Νίσυρος επανακτίστηκε με γεράνια τεράστια και νερά κυλιόμενα παλαιάς Ιλιάδας κελαρύσματα. Όπου σημαίνει του βαρβάρου δεύτερη άνοιξη, νόμος δεν γράφει, και πάσα του ήλιου ακταιωρός δεκτή, το άλκιμον ήμαρ και το εξ όλων των χρωμάτων εν και παλλευκον, το αχνάρι της μέλισσας κει που δεν ετελειώσαμε ποτέ. Φιλιά που δόθηκαν κι άλλα που δεν. Χαιρέτωσαν.
Ανθ’ ημών η αγάπη.
(ΕΚ ΤΟΥ ΠΛΗΣΙΟΝ)
Το σύμπαν ξανακτίζεται. Το επιφώνημα εξακολουθεί να αναφωνείται, αλλά όχι πια μπροστά στην έκπληξη του περιβάλλοντος, δεν είναι δανεικό πλέον από τους ήχους του γύρω σύμπαντος. Αναφωνείται μπροστά στη δύναμη της ποιητικής δημιουργίας. Κι ως τέτοιαν εννοώ την επανασύνθεση των πραγμάτων σε μια νέα τάξη.
Κι αν στη νεότητά τους οι ποιητές είναι «ωραία κι ανυποψίαστα παιδιά (ωραία ακριβώς γιατί είναι ανυποψίαστα)», στην ωριμότητα της ζωής και της ποίησής τους έχουν αποκρυσταλλώσει τις εντυπώσεις τους για τα πράγματα κι έχουν αναγεννήσει ιδέες, έχουν οι ίδιοι (ανα)βαπτισθεί τόσες και τόσες φορές στην κολυμπήθρα της Ποίησης κι έχουν αποκτήσει πια την εσωτερική φωνή, δική τους φωνή κι όχι αντίλαλο, όσο επιφωνηματική κι αν είναι.
Ο ποιητής παύει να είναι ο παρατηρητής, ο παραχαράκτης μιας πραγματικότητας, μέσα από τον ηθελημένα παραμορφωτικό φακό της Ποίησης, και γίνεται ο ίδιος δημιουργός μιας πραγματικότητας, για να μπει μέσα σ’ αυτήν ό ίδιος κι η Ποίησή του να την κατοικήσουν.
Ίσως θα ήταν ψευτοδίλημμα να βάλω κάποιον στη διαδικασία να επιλέξει ανάμεσα στη φρεσκάδα και την ορμή της νεανικής ποίησης και στον στοχασμό και της ποίησης της ωριμότητας. Έτσι κι αλλιώς ο ποιητής, αν θέλει να λέγεται τέτοιος, με νύχια και με δόντια κρατάει μέσα του τον έφηβο ως τα βαθιά του γεράματα. Από τον έφηβο όμως δεν κρατά την έκπληξη αλλά την δύναμη, το αίσθημα του ανικανοποίητου και τη δημιουργία.
* * * * * * * * * * * * * * * *
Οι ποιητές στην νεότητα ανακαλύπτουν τον κόσμο και μας συμπαρασύρουν κι εμάς σ’ αυτό τους το νέο κοίταγμα. Στην ωριμότητα, έχοντας αφομοιώσει τα υλικά που με κόπο πολύ περισυνέλεξαν, έχοντας απαλλαγεί από άλλα περιττά που τους κατέτρεχαν, ανασυνθέτουν τον κόσμο σε μια νέα πραγματικότητα. Χρειάζονται και τα δυο. Μόνο που το δεύτερο ανοίγει μια μεγαλύτερη προοπτική για το μέλλον…
Η νεότητα ανακαλύπτει, είναι αλήθεια, με την ορμή της άγνοιας. Είναι παρθένα και γι’ αυτό αναπαρθενεύει την τέχνη, την πιο καθαρή μορφή της ανθρώπινης έκφρασης. Ο νέος καλλιτέχνης είναι ο άδολος, ο αγνός και αγνώς. Ανακαλύπτει τη ζωή, τον έρωτα και ερωτεύεται μέσα από τη ζωή και μέσα από την τέχνη. Αυτή η ερωτοτροπία εξελίσσεται σιγά-σιγά σε μια σχέση σταθερή που αρχίζει να παίρνει τα χαρακτηριστικά των δύο εραστών · της τέχνης και του καλλιτέχνη.
Καθένας που δημιουργεί, που γράφει, πολύ περισσότερο που γράφει ποίηση, ακούει φωνές από ένα απώτατο παρελθόν κι από ένα απώτατο μέλλον. Οι πρώτες είναι οι φωνές των προγόνων του, όσων προηγήθηκαν κι εγχάραξαν στη ζωή και στην τέχνη το στίγμα τους. Οι δεύτερες είναι οι ανείπωτες, οι αδιαμόρφωτες, οι εν δυνάμει δικές του. Όλος ο αγώνας είναι να τις ακούσει καθαρά και να ξεδιαλέξει ποια από αυτές θα γίνει η δική του φωνή, αυτή που θα τον χαρακτηρίσει και θα την χαρακτηρίσει. Και η αλυσίδα συνεχίζεται αέναα… Ευτυχώς.
Και «οι λευκοφόροι εννοείτωσαν»...
Κυριακή, Φεβρουαρίου 04, 2007
ΑΝΤΙΚΑΤΟΠΤΡΙΣΜΟΙΙΟΜΣΙΡΤΠΟΤΑΚΙΤΝΑ
(μέρος 2ο)
ΟΛΟΝ ΚΑΙ ΜΕΡΟΣ…
Όπως κι αν αντιλαμβάνομαι την ποίηση, είτε ως αποκρυστάλλωση μιας σύλληψης, είτε ως αποτέλεσμα σκληρής, κάποιες φορές επώδυνης εργασίας, είτε ως καθρέφτισμα μιας εποχής, πάντα προσκρούω πάνω στον τρόπο που έχουμε συνηθίσει να αποτιμούμε την αξία του ποιητή και του έργου του.
Υπάρχουν ποιητές που με φειδώ, με σύνεση, με αίσθημα αυτοελέγχου, καμιά φορά και λαμβάνοντας υπόψη αυτό που η εποχή τους προσδοκά, αυτολογοκρίνονται προσπαθώντας να ξεδιαλέξουν τα «καλά» από τα «κακά» τους έργα. Γίνονται ολιγογράφοι, κι αφήνουν πίσω τους ένα έργο μεστό, πυκνό, σχεδόν αψεγάδιαστο. Για το γούστο ποιας εποχής, δεν είναι του παρόντος να πει κανείς.
Άλλοι πάλι ορμούν μέσα στους κόλπους της τέχνης και συνεπαίρνονται από τα θέλγητρά της, καμιά φορά κι από τις ευκολίες (της τέχνης ή τις δικές τους) και μας αφήνουν ένα έργο που ο όγκος και η πολυμέρειά του είναι τέτοια που να εμφανίζουν κάπου-κάπου μειονεκτήματα, να δέχονται σε κάποια σημεία την αρνητική κριτική μας. Βρίσκουμε ψεγάδια, διαρροές, υπερβολές ή επαναλήψεις. Και η αποτίμηση του δημιουργού σκιάζεται από αυτά.
Τούτο το τελευταίο κριτήριο κι η κριτική που θεμελιώνεται πάνω του πάντοτε με έβρισκε αντίθετο. Υπάρχουν οι ευλογημένες συγκυρίες που στο πρόσωπο του ποιητή συνυπάρχει και ο κριτικός, αυτός που θα τον διαφυλάξει από τα ατοπήματα, που θα τον λογοκρίνει, που θα τον βοηθήσει με αγάπη, κάποιες φορές και με σκληρότητα, να πετάξει λέξεις, φράσεις, κείμενα ολόκληρα, διασφαλίζοντας έτσι τον αρραγή χαρακτήρα του έργου του. Ευσεβής πόθος! Και ευλογία για τον ίδιο. Και για μας επίσης.
Αν όμως παρ’ ελπίδα, ο ίδιος ο ποιητής παρασυρθεί από την απροσμέτρητη διάσταση της τέχνης του, από την ανθρώπινη αδυναμία που σκιρτάει μέσα του κάθε στιγμή, ακόμη κι απ’ την αλαζονεία ή την παραζάλη του ύψους, καθόλου δεν τον επικρίνω.
Δεν κρίνω σε έναν ποιητή παρά μονάχα αυτό το κομμάτι της ποίησής του με το οποίο μου έλαχε να συναντηθώ. Με συναρπάζει ένας και μόνο στίχος του, μια στροφή του, και δεν με κατατρέχει η ιδέα της αποτίμησης του συνόλου του έργου του. Δεν είμαι κριτικός και το έργο αυτό το αφήνω σ’ αυτούς. Η συνολική αποτίμηση του έργου ενός ποιητή είναι βέβαια μια συνήθεια ανθρώπινη, και όχι μόνο του καιρού μας. Μα δεν αποτελεί, τουλάχιστον για μένα, κριτήριο για την εκτίμηση, για την αγάπη λέω καλύτερα, προς έναν δημιουργό το σύνολο του έργου του. Και διαφωνώ που αποτιμούμε θετικά ή αρνητικά την λογοτεχνική αξία μόνο ή κυρίως του συνολικού έργου κάποιου που πέρασε και περιμένουμε στην γωνία για το πρώτο ολίσθημα κάποιου συγκαιρινού μας. Η σύνεση, η γνώση και η αυτοκριτική δεν με συγκινούν ως κριτήρια αποτίμησης του καλλιτέχνη. Μόνο τα πάθη που μπορεί να μου εμπνεύσει, λεπτά κι ευγενικά ή άγρια και αχαλίνωτα, κι ας είναι κάποιες φορές αυτά για να τον κάψουν, και μαζί κι εμένα.
Σκέφτομαι συχνά τη μοίρα των έργων των αρχαίων για παράδειγμα. Τι έχει διασωθεί από τη λαίλαπα του χρόνου; Ίσως (καμιά φορά με βεβαιότητα) ό,τι διέσωσε η τύχη. Άλλες φορές όμως, τις περισσότερες, τα καλύτερα. Μέσα από το «συλλογικό» γούστο ή το «λεπτό» κριτήριο κάποιων «ειδικών». Πόσα περισσότερα θα είχαμε κερδίσει, αν σώζονταν ακέραιο το έργο μιας Σαπφώς για παράδειγμα, ενός Ευριπίδη, για να μεταπηδήσω σε άλλο ποιητικό είδος. Κι αναρωτιέμαι. Αν μέσα στο έργο αυτό, το πλουσιότερο σε έκταση, διαπίστωνα επαναλήψεις, αν χωρίς την (ομολογούμενη;) γοητεία της αποσπασματικότητας διαπίστωνα πως ένα ποίημα καταλήγει απογοητευτικά, πως ξεκινά άτεχνα, πως κάνει κοιλιά ή πως επαναλαμβάνει εκφραστικούς τρόπους πολυδοκιμασμένους, θα είχα διαφορετική γνώμη γι’ αυτήν που έγραψε
Έρος δ’ ετίναξέ μοι
φρένας, ως άνεμος κάτ όρος δρύσιν εμπέτων.
και θα αποτιμούσα την ποιητική της διαφορετικά;
Αν ο Σολωμός δεν είχε βασανιστεί από την ανελέητη αναζήτηση της τελειότητας, κι αν τολμήσω να πω πως δεν επιθυμούσε να ολοκληρώσει τα αποσπάσματα των έργων του (τι θα πει ολοκλήρωση τάχα στην περίπτωση του Πόρφυρα;), να τα «δέσει» σε ένα όλον ικανοποιώντας τις λογοτεχνικές συμβάσεις που έφταναν ως τον καιρό του, θα με συντάραζε λιγότερο το
Ποιος είχε πει που σούμελλε, πέτρα, να βγάλης ρόδο;
και θ’ άλλαζε τη θέση του στο ποιητικό στερέωμα;
Αν ο Κάλβος είχε προτιμήσει να συνεχίσει την ποιητική του παραγωγή και πέραν των Ωδών (η σύνεση του ολιγογράφου που λέγαμε πρωτύτερα), αν ο Καρυωτάκης είχε επιβιώσει της ωδίνης και το έργο που συνέθετε στη συνέχεια αποδεικνυόταν κατώτερο της προαναγγελίας των λιγοστών ποιημάτων που πρόλαβε να γράψει, πώς θα τον είχε αξιολογήσει η κατοπινή κριτική; Υποθέσεις, θα πει κανείς. Και εν μέρει θα έχει δίκιο.
Το έχω γράψει κι αλλού. Τα «κακά» έργα πολλές φορές βαστάζουν πάνω τους την εκτίναξη ενός αριστουργήματος. Είναι σοφό να διακρίνει κανείς το χθαμαλό τους ύψος και να τα αποσύρει, ακόμη καλύτερο να μην τα δημοσιοποιεί καθόλου. Αλλά, αλήθεια, πάνω σε ποια ποιήματα τροχίστηκε το ποιητικό «μαχαίρι» του Καβάφη, αν όχι στα Αποκηρυγμένα;
Κι αν τα παραδείγματα αυτά προέρχονται όλα από ένα «εκ του ασφαλούς» ολοκληρωμένο και στην ολότητά του αποτιμημένο ως σπουδαίο έργο, τι να πει κανείς όμως για στίχους σαν κι αυτούς
Μαζούς χερσίν έχω, στόματι στόμα, και περί δειρήν
άσχετα λυσσώων βόσκομαι αργυφέην,
ούπω δ’ Αφρογένειαν όλην έλον · αλλ’ έτι κάμνω,
παρθένον αμφιέπων λέκτρον αναινομένην.
ήμισυ γαρ Παφίηι, το δ’ άρ’ ήμισυ δώκεν Αθήνηι ·
αυτάρ εγώ μέσσος τήκομαι αμφοτέρων.
του Παύλου Σιλεντιάριου, για τον βουλιμικό ερωτισμό τους, για την επαναστατικότητά τους μέσα στην εποχή που τους γέννησε, κι ας έγραψε ένα μέτριο ποίημα κατά παραγγελία για τα δεύτερα εγκαίνια της Αγίας Σοφίας
ή αυτούς
Χαίρε, σοφίας θεού δοχείον·
χαίρε, προνοίας αυτού ταμείον·
χαίρε, φιλοσόφους ασόφους δεικνύουσα·
χαίρε, τεχνολόγους αλόγους ελέγχουσα·
χαίρε, ότι εμωράνθησαν οι δεινοί συζητηταί·
χαίρε, ότι εμαράνθησαν οι των μύθων ποιηταί·
χαίρε, των Αθηναίων τας πλοκάς διασπώσα·
χαίρε, των αλιέων τας σαγήνας πληρούσα·
χαίρε, βυθού αγνοίας εξέλκουσα·
χαίρε, πολλούς εν γνώσει φωτίζουσα·
χαίρε, ολκάς των θελόντων σωθήναι·
χαίρε, λιμήν των του βίου πλωτήρων·
του Ρωμανού του Μελωδού, όχι για το δογματικό τους περιεχόμενο, μα για την ασύλληπτη μεταρσίωση που προσφέρουν.
Υπάρχουν δημιουργοί που η έκταση του έργου τους στον οριζόντιο άξονα του πλάτους, της πολυμέρειας, και της ποσότητας ακόμα, ξεπερνά κάθε ανθρώπινη φαντασία. Αξιοθαύμαστο επίτευγμα. Η συγκίνηση όμως είναι άλλη υπόθεση. Σχετίζεται με το ύψος (κατ’ άλλους με το βάθος) της ποίησης. Κινείται σε έναν κατακόρυφο άξονα και γεννιέται ακόμη και στιγμιαία τόσο δυνατή, που αρκεί η σπίθα της να διατηρήσει τη φλόγα για πάντα.
Κάποιοι έχουν γεννηθεί μονάχα για να πουν ένα-δυο λόγια, λόγια που θα μείνουν ανεξίτηλα στη συλλογική μνήμη μα και που κάποιες φορές, δίχως να το ξέρουν κι οι ίδιοι, επηρεάζουν την κατοπινή τους σκέψη κι αισθητική.
Δεν με νοιάζει το υπόλοιπο έργο του Καίσαρα Εμμανουήλ που έγραψε :
Έκλυτη, ένα γρανίτιον όραμα, είναι πλασμένη
για των αισθήσεων τις μακρές, δεινές επιληψίες.
ή του Κλέωνα Παράσχου
Δε θέλω τίποτε άλλο απόψε, τίποτε άλλο·
μόνο ν’ ακούω θέλω το θρόισμα που σέρνεις,
την πνοή σου μες από τα δέντρα, καλοκαίρι,
που αύριο θα φύγεις, που έχεις κιόλα φύγει.
ή του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη
κι όπως ήρθα, και θα φύγω, μόνος μες στο θάνατό μου…
Θα σκύψω πάνω του να βρω κι άλλες παρόμοιες εκρήξεις, να γοητευτώ από την συνέχεια, αν αυτή υπάρξει. Η συγκίνηση όμως που μου πρόσφερε η ακαριαία συνάντηση αρκεί για να τον κρατήσω ακριβό στην μνήμη. Η επαφή με τη λογοτεχνία, με την τέχνη γενικότερα, είναι μια υπόθεση αυστηρά προσωπική. Και, νομίζω, στιγμιαία.
Και για να καταλήξω. Αν η «απονιά των ανθρώπων» δεν άφηνε παρά ψήγματα του έργου του, θα είχα διαφορετική γνώμη γι’ αυτόν που έφτασε να συλλάβει και να αρμολογήσει το
Ροές της θάλασσας κι εσείς των άστρων μακρινές επιρροές,
παρασταθείτε μου…
Αυτό και μόνο θα αρκούσε για να με εκτινάξει στον ουρανό της Ποίησης.
Κυριακή, Ιανουαρίου 21, 2007
ΑΝΤΙΚΑΤΟΠΤΡΙΣΜΟΙΙΟΜΣΙΡΤΠΟΤΑΚΙΤΝΑ
(μέρος 1ο)
ΕΝ ΑΡΧΗ ΗΝ
στον Τάσο, δικαίως
Η Ποίηση ήρθε στη ζωή μου αναπάντεχα, ανεπαίσθητα και απλά. Αν ξεχωρίσω την Ποίηση ως πραγματικότητα και παρατήρηση – βίωση του καθολικού πες καλύτερα – από τη μια, και ως διαδικασία, ως καταγραφή και συμπύκνωση μιας πραγματικότητας από την άλλη, τότε θα πρέπει να ομολογήσω πως, τουλάχιστον την πρώτη, την συνάντησα πολύ νωρίς.
Η ικανότητα του ποιητή, του δημιουργού (κι ως τέτοιον ονομάζω όχι μόνο αυτόν που γράφει Ποίηση, αλλά κυρίως αυτόν που την αισθάνεται ολόγυρά του κι αυτόν που την εκφράζει με όποια μέσα) είναι να βλέπει το αόρατο, να διαισθάνεται το απαρατήρητο, να συμπυκνώνει δυνάμεις, να τις αποκρυσταλλώνει σε μια τελική (;) μορφή, αυτήν του ποιήματος.
Δεν ξέρω τι θα πει καλό, πολύ περισσότερο τι θα πει κακό ποίημα. Ξέρω όμως πως αν πρέπει να θέσω κάποια κριτήρια για το αρραγές ποίημα, πιο πολύ για μένα τον ίδιο, τότε θα κατέληγα σε δυο.
Το πρώτο, να διεκδικεί το ποίημα μια θέση στο ανεξάντλητο πάντα άπειρο. Η ιδέα που μεταφέρει να δικαιώνει την ύπαρξή του στα άγνωρα μέρη της συνείδησής μας. Ένα τέτοιο ποίημα προκαλεί το ξάφνιασμα, κάποιες φορές τους κραδασμούς του αγνώστου μα και την ίδια στιγμή την αταραξία του από πάντα γνώριμου και ξεκάθαρου, έστω κι αν έως τότε ασύλληπτου.
Το δεύτερο, να παίρνει η μορφή του την υφή του βότσαλου τη λεία, τη στιλπνή, συχνά και την υγρή μέσα στο στόμα. Κι είναι έτσι που δοκιμάζω τα ποιήματα, τα δικά μου και των άλλων. Είναι κάποιες φορές που σκαλώνει στη γλώσσα μου μια αίσθηση τραχιά, όλο εξογκώματα και αγριάδες κι άλλοτε, ω ευτυχισμένες ώρες, νιώθω πως πιπιλάω ένα μικρό ολοκάθαρο βότσαλο, τέτοιο που οι δυνάμεις που συμπυκνώθηκαν το έφτιαξαν για να το φέρω στα χείλη μου.
Κάνω λόγο για την Ποίηση ως σύλληψη και καταγραφή, ως αποκρυστάλλωση της άλλης Ποίησης, αυτής της δυσδιάκριτης διαύγειας. Γι’ αυτό πιστεύω πως, ανεξάρτητα από το πότε πρωτόγραψα ποιήματα (αν δεν είναι – και δεν θέλω να είναι – η ποίησή μου επιφωνηματική, καλώς άργησε να έρθει, μιας κι η απόλυτη νεότητα είναι γεμάτη επιφωνήματα), από πολύ νωρίς ΕΝ-έγραφα. Με άλλα μάτια, περίεργα, λιμασμένα, ολωσδιόλου αποκομμένα καμιά φορά από τους γύρω μου.
Έπρεπε να έρθει η αποτύπωση στο χαρτί, για να μου ερμηνεύσει τόσα πολλά, πρώτα και κύρια γύρω από μένα τον ίδιο.
Δευτέρα, Νοεμβρίου 13, 2006
στον Χάρη Βλαβιανό
Η ζωή μάς περιπαίζει με κάτι περίεργες συμπτώσεις! (Πόσες φορές το έχουμε πει, αλήθεια, αυτό;) Ένας από τους πίνακες του Άρη Κουτρουλή, που επιχείρησα να σου στείλω, απεικονίζει έναν τοίχο του σπιτιού του στον οποίο είναι κρεμασμένος ένας δικός του παλιότερος πίνακας με σαφές (αν και κάπως συγκεχυμένο) το περίγραμμα του προσώπου του ζωγράφου, έτσι όπως ο ίδιος (μοναδικά) το είχε αντικρύσει σε κάποιο κάτοπτρο. Πλάι στον παλιότερο αυτόν πίνακα και κάπως χαμηλότερα απεικονίζεται ένα τραπεζάκι και πάνω του, μεταξύ άλλων, μια φωτογραφία του ζωγράφου με τη γυναίκα του (πιθανολογώ τραβηγμένη την ημέρα του γάμου τους - αλήθεια, ποιος, άραγε, να τον είχε δει μέσα από το φακό; κι αλήθεια, έτυχε ποτέ να δει κι αυτός τυπωμένη τη φωτογραφία, πολύ περισσότερο τον πίνακα που απεικονίζει τον άλλο πίνακα και πλάι τη φωτογραφία που ο ίδιος αυτός, άγνωστος σ' εμένα, φωτογράφος είχε τραβήξει;). Κι όλα αυτά σε μια φωτογραφία του πίνακα που απεικονίζει τον άλλο πίνακα (γιατί σε φωτογραφία μου τον έστειλε με e-mail ο Κουτρουλής). Το e-mail ταξίδεψε και τώρα η φωτογραφία του πίνακα που απεικονίζει τον άλλο πίνακα, που απεικονίζει το περίγραμμα του προσώπου του ζωγράφου, και πλάι του την φωτογραφία του την ημέρα του γάμου του, φιγουράρει στην οθόνη του υπολογιστή μου. Αν καταφέρω να σου το στείλω, θα έχω πετύχει τη μετατόπιση μιας (;) συντελεσμένης πραγματικότητας στην οθόνη του δικού σου υπολογιστή (κι αλήθεια, ποιας πραγματικότητας; αυτής που συνέλαβε ο φωτογράφος; αυτής που αντίκρισε ο Κουτρουλής στο κάτοπτρο; αυτής που ζωγράφισε πάνω στον καμβά; αυτής που ο ίδιος ο καλλιτέχνης φωτογράφισε; αυτής που βλέπω τελικά εγώ ή που βλέπεις εσύ; - και σε ποιον χρόνο; αυτόν της φωτογραφίας; του παλιότερου, εγκιβωτισμένου πίνακα; του πρόσφατου; της φωτογράφησής του; του e-mail του; του μηνύματος μου αυτού;). Πόσο όμοιο το σκηνικό και πόσο διαφορετικό εξ ορισμού - πρώτα και κύρια ιδωμένο από τον Χ.Β. - να βλέπει στην οθόνη του υπολογιστή του αυτό που επέλεξε να του στείλει ο Γ.Ε. από όσα του έστειλε ο Α.Κ. από όσα διάλεξε να ζωγραφίσει από εκείνα που είδε... Ποια πραγματικότητα απ' όλες είναι πιο "ζωντανή"; Ο συγκριτικός βαθμός καμιά φορά αποδεικνύεται τόσο, μα τόσο περιττός, όσο που απλώς να νομιμοποιείται από τον προβληματισμό γύρω απ' την ύπαρξή του...
Όπως και να 'χει
το ταξίδι είναι υπέροχο
Γ.Ε.
ετικέττες:
Βλαβιανός,
δοκίμιο,
Κουτρουλής,
de profundis
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)


