Η θέληση για έκθεση, βορά και λεία είν’, καθώς λένε οι πολλοί, ανωμαλία. Τίποτε τώρα πια δεν σου ανήκει εσένα, σε κύτταρα εγκεφαλικά φωλιάζουν ξένα. Ίσως μπορεί κανείς να υποθέσει πως βρίσκουν και κρατούν λαθραία θέση να μεταφέρουν τη ζωή σου μες στους άλλους, σε ζωντανά μυαλά ή σε καβάλους…
Εκεί έβλεπες μόνη τριγύρω τη βιασύνη Σκληρές ανάσες Μάτια έξω απ’ τα μάτια και άδεια βήματα. Κανείς
δεν πρόσεξε σχεδόν τον άντρα που κρατούσε στα χέρια του ξύλινο σώμα του έρωτα.
Μόνοι κάτω απ’ το φως Έγραφαν γύρω το σκοτάδι τους Οι δυο τους μια παρένθεση στο χώρο, Ένα σύμπαν Ολόκληρος ο έρωτας σε μια ρωγμή ελάχιστη στο χρόνο.
Το ένα του χέρι ψηλά χάδι στο μπράτσο Το άλλο κατρακυλούσε στις καμπύλες, όχι με βιασύνη Αργά, γνώριζε πότε θ’ ακουμπήσει τις χορδές να τις ταράξει Κι η μνήμη της αγάπης τώρα τριγμός στα δάχτυλα Κι η μνήμη των δαχτύλων τώρα βόγκος στο σώμα Όπως ανέβαινε βαθιά μες απ’ το σώμα του.
Τόσο μόνοι, τόσο ακέραιοι και μόνοι, λίγο μετά από κατακλυσμό Έγερνε πάνω του και γύρω Ώσπου το σώμα Πήρε το σχήμα της αγάπης του.
Το σώμα μου περισπωμένη πάνω στο δικό σου Τα χέρια σου παρένθεση στο χώρο Κι οι ανάσα μας ένα θαυμαστικό. Θέλω να διαρκέσει, σβήσε την τελεία Ή μάλλον βάλε κι άλλες δυο, Ν’ αποσιωπήσουν τον παράδεισό μου.
Στον αυτισμό του πάθους μου, εάν μπορώ ν’ ανακαλέσω τη γεύση από το στόμα σου, τη μυρωδιά από την έκστασή σου, είμαι θεός – μόνο εκπεσών – αφού το σώμα μου, που μόνο θέλει, δεν θυμάται.