Κυριακή, Δεκεμβρίου 31, 2006

Chiaroscuro


Τα κακά ποιήματα πρέπει να τα πετάς.
Μόνο τα καλά ποιήματά σου να κρατάς, να τα εκδίδεις.
Να προφυλάσσεις εσένα και τους άλλους από τη μετριότητα,
που βλάπτει πιο πολύ απ’ την ανοησία.
Καλός ποιητής είναι ο αυστηρός αναγνώστης της ποίησής του.
Ο επιλεκτικός.
Ο κυρίαρχος των εκφραστικών του μέσων.

Πού ακουμπάνε τα καλά ποιήματα;
Ποια μετριότητα τα ανάστησε με μέγεθος
σκοτεινής κατακρήμνισης;

Μες στο σκοτάδι του chiaroscuro
βλέπω αχνές μορφές
να παραστέκουν
την αμείλικτη λαμπερή σάρκα
που δυναστεύει το πρώτο επίπεδο.

Παρασκευή, Δεκεμβρίου 29, 2006

"Τώρα ξαναγυρίζω στη σιωπή μου..."



Άρη Αλεξάνδρου "Το μαχαίρι"

Όπως αργεί τ' ατσάλι να γίνει κοφτερό και χρήσιμο μαχαίρι
έτσι αργούν κι οι λέξεις ν' ακονιστούν σε λόγο.
Στο μεταξύ
όσο δουλεύεις στον τροχό
πρόσεχε μην παρασυρθείς
μην ξιπαστείς
απ' τη λαμπρή αλληλουχία των σπινθήρων.
Σκοπός σου εσένα το μαχαίρι.


Τρίτη, Δεκεμβρίου 19, 2006

ΟΥΡΑΝΟΔΡΟΜΟΣ ΚΛΙΜΑΞ

σε σένα, "ω Αγία μου"

Η σκοτεινή τοιχογραφία μού αποκαλύφθηκε
όπως κι εσύ
υπήρχες πάντα να με περιμένεις.

Ανεβαίνω τη σκάλα · με τριγυρίζουν
τα μαύρα τελώνια
που χρόνια έτρεφα στη σκέψη μου.

Κάτω βρυχάται το θηρίο –
το απύθμενο πείσμα του
γίνεται φόβος και μέτρο μου.

Κάθε λίγο αναστρέφω το βλέμμα μου
στον ελεύθερο άγγελο
διακρίνω τα χίλια του πρόσωπα.

Νοερά προεκτείνομαι
απ’ την εικόνα
αρχίζω κι εκεί κατευθύνομαι.

Σε ποιον ουρανό ανεβαίνω και πώς
από σκάλα
που ρίζωσε μέσα στο χώμα;

Πάνω ψηλά εσύ με κοιτάζεις
ατάραχη αρχαία πραγματικότητα,
πανίσχυρη νέα συνθήκη.
Ρουμπαγιάτ

Καλύτερα που έφτασες τόσο αργά
Έμαθα πια, δεν ωφελεί πολύ γοργά
Τώρα θα σου χαρίζω πάντα τα φιλιά
Με της ανάσας μου τα πρώτα σύνεργα.

Εσύ μου έχεις δώσει στόμα και μιλιά
Κι έχεις ανοίξει πλώρη μου την αγκαλιά
Να πλέουν πάνω τα βαθιά μου όνειρα
Και να τα κλείνω μέσα με σφιχτή θηλιά.

Παντού σε βλέπω να ’σαι ολόγυρα
Εσύ, μοναδική μου λατρευτή Κυρά,
Μυρίζεις κρίνα, πίστη κι αθωότητα
Κι ας μ’ έχεις ρίξει μόνο σε φριχτή πυρά.

Μακρύ ταξίδι στην αιωνιότητα
Φτάνει το σπέρμα ζωντανό, κοίτα!
Γλιτώνει απ’ της φθοράς τα μαύρα κάτεργα
Μαθαίνει όλα, τα ρητά και τ’ άρρητα.

Σάββατο, Δεκεμβρίου 16, 2006

ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ


Αιώνες χρόνια μέσα στο νοτισμένο χώμα
αιώνες χρόνια γέννησαν, ιδού, τον άνθρωπο.

Γύρω μου πάντα χόρευαν οι δαίμονες
με το χάιδεμα του λυκόφωτος στους κροτάφους.
Μύριζε ο καπνός απ’ τα καμένα μέλη,
το ποτισμένο (αλήθεια, σε ποιον Νέσσο;) ρούχο
δεν έπαιρνε τις σάρκες – άχρηστες –
μα έφερνε
τη βαθιά, την ανώδυνη μέθη.




Ποιο κρασί
φιλημένο από σένα με κρατούσε στο λήθαργο;
Ποιο νερό,
ποιο ποτάμι με ξύπνησε;
Πού με πας; Σε ρωτώ και φοβάμαι.


από την ανέκδοτη σύνθεση "καινός διαιρέτης"

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 14, 2006

Η ΠΡΩΤΗ ΜΕΡΑ ΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ


Βγαίνω λοιπόν απ’ την αρρώστια
έξω, εκεί που πάντα ρέουν τα πράγματα
και δεν με βρίσκουν, μόνο εγώ τα συναντώ
με κόπο
πρέπει τώρα να σκεφτώ πώς ένα τέτοιο ξύπνημα
θα ζήσω δικαιωμένο,
όταν τα όνειρα αφήνουν
απρόσμενο φως στον ορίζοντα
κι αυτήν τη ζωηρή ανάταση δεν θέλω,
δεν αρκεί
να βλέπω στη ματιά των άλλων
τώρα που οι σκιές κρύβονται
κάτω απ’ τα πράγματα
ένα ποτάμι ενώνει
κάτω απ’ τα πράγματα
όπως ανάσα ελεύθερη
(γι’ αυτό εκπνέω πάντα δυνατά στο άπειρο) ποιος
να τη σταματήσει; Απ’ το παράθυρό μου στο παράθυρό σου
μπαίνει στο χώμα, στο νερό, ακάλεστη γίνεται
στοιχείο φυσικό.



Τα λόγια πληρώνουν ένα κομμάτι
του ανεξάντλητου πάντα απείρου.


από την ανέκδοτη σύνθεση "καινός διαιρέτης"

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 13, 2006


ΜΕΤΑ-ΝΕΩΤΕΡΙΚΟΤΗΤΑ


Στην αρχή η θάλασσα ήταν θάλασσα.
Ύστερα έγινε ωραία θάλασσα.
Και πριν χαθεί απ’ τα μάτια σου
έπεσες μέσα της.


Έγινες θάλασσα ή μήπως πάντα ήσουν;


5-3-’06, στη μνήμη της Α.Α.

Τρίτη, Δεκεμβρίου 12, 2006



Ανδρέας Εμπειρίκος

Είναι τα βλέφαρά μου διάφανες αυλαίες
Όταν τ' ανοίγω βλέπω εμπρός μου ό,τι κι αν τύχει
Όταν τα κλείνω βλέπω εμπρός μου ό,τι ποθώ.

"Πουλιά του Προύθου", Ενδοχώρα (1945)
αφιερωμένο στον ποιητή Ηλία Μαργιόλα


Czeslaw Milosz (1911-2004)

ΟΜΟΛΟΓΙΑ

Κύριε, αγαπούσα τη μαρμελάδα φράουλα
Και τη σκοτεινή γλύκα του κορμιού μιας γυναίκας.
Επίσης την καλοπαγωμένη βότκα, τη ρέγγα στο ελαιόλαδο,
Αρώματα, της κανέλας, του γαρύφαλλου.
Λοιπόν, τι σόι προφήτης είμαι εγώ; Γιατί το πνεύμα
Να έχει επισκεφτεί έναν τέτοιον άνθρωπο; Πολλοί άλλοι
Ήταν δίκαια κλητοί και αξιόπιστοι.
Ποιος θα μπορούσε να εμπιστευτεί εμένα; Αφού έβλεπαν
Πώς άδειαζα τα ποτήρια, πώς έπεφτα στο φαϊ,
Και πώς κοιτούσα λαίμαργα το μπούστο της σερβιτόρας.
Έκανα λάθος και το ήξερα. Επιθυμώντας τη μεγαλοσύνη,
Ικανός να διακρίνω τη μεγαλοσύνη όπου κι αν βρίσκεται,
Κι όμως όχι αρκετά, μόνο λιγάκι, προφητικός,
Ήξερα τι είχε απομείνει για τους μικρότερους σαν εμένα :
Μια γιορτή από σύντομες ελπίδες, συγκέντρωση υπερήφανων,
Ένα πρωτάθλημα ραχιτικών, η λογοτεχνία.

Παρασκευή, Δεκεμβρίου 08, 2006

ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΝΕΑΣ
(τα ωραία και τα γυμνά)
Ακούγεται το flower duet από την Lakmé του Delibes.
Οι δυο τους πέρα, στην αρχή του παντός.
Η επαφή μόνο στα μάτια.
Σαν δυο φωνές
που αγγίζουν τα δάχτυλα, τους δείκτες,
(όπως στην τοιχογραφία του Michelangelo στην Capella Sistina)
περιελίσσονται στον αέρα, ενωμένοι στην απόλυτα ουσία.
Αυτή, ένα μωβ χρώμα.
Αυτός, η αχλή που την ακολουθεί.


«Να σμίξουμε θηλυκωτά, σαν δυο ήπειροι»
ηχεί σαν pium desiderium

«Σμιλεύεις της υπομονής μου τα βότσαλα»
κοπιάζω ιδέα να σε συναντήσω


«Άσε με μόνο ν' αγαπάω τη σκέψη σου»

η επιθυμία μεταφράζεται σε παλμό


«Κι αν δε με γέννησες, γεννάς την ελπίδα μου»

κυοφορώ μιαν alma mater


«Τα δάχτυλά σου να μου φράζουν παράδεισο
και τα μαλλιά σου να μετράνε τον άνεμο»

διαλύεσαι στη φύση συντίθεσαι


«Άσε με να σε φωνάζω αγάπη,
όσο το θέλουν τα κλαδιά, όταν σφυρίζει ο άνεμος,
κι όσο της θάλασσας ο αφρός
ταξιδεύει στα μάτια των πουλιών που πέταξαν
εκεί που θάλασσα δεν έχει»

όλα είναι εκεί,
στην αποτύπωση των αισθήσεων λίγο πριν από τη γέννηση
των αισθημάτων



«Έστιβα μες στα χέρια μου λουλούδια,
για νά χω αίσθηση ν’ αναμετρώ με τη δική σου»

μέσα από σένα πια κι οι πέντε


«Ξεφλούδισα το πορτοκάλι
μην το προλάβουνε οι άλλοι»

των ματαίων η μάταιη θέληση


«Σου άνοιξα την καρδιά μου εκατόφυλλη,
για να κρυφτεί η πρωινή δροσιά από τον ήλιο
και έγειρα να κοιμηθώ στης μυρωδιάς σου τον βυθό»

ο αγρός πάντα χλωρός
και αφύλακτος,
αν η ματιά σου αρκέσει


«Ήχοι σμιλεύουν το περίγραμμα του πόθου σου
και της φωνής σου η ηχώ
ασύλληπτη
αγκαλιαστά μου φέρνει πίσω της ύψος των βράχων,
βάθος των νερών, την απαλότητα των φύλλων»

αναμετρώ τα μέτρα γύρω μου


«Ν' αγκαλιαζόμαστε στα αληθόστρωτα
κι ο ουρανός, άδολος μάρτυς της αγάπης μου,
σκύβει χαμηλά,
αφήνει πάνω τα πουλιά να του κρατούν τα σύνορα»

ένωση εκεί
που τέμνονται οι πραγματικότητες


«Που κουβεντιάζω του ανέμου
κι ο άνεμος τα γράφει πάνω στο νερό
κι ο άνεμος τα σβήνει,
για να προφταίνεις μόνη εσύ να τα διαβάζεις»

μυστική συμφωνία στο άπειρο

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 07, 2006

ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ

έχεις ποτέ σκεφτεί, αγαπημένη,
πως θες απλά να είσαι ερωτευμένη;
"τα δ' άλλα σιγώ · βους επί γλώσση μέγας βέβηκεν"

Κάπου μια γη με περιμένει
να μπω σαν ρίζα μέσα της, βαθιά
με τις αισθήσεις όλες να ’χουν ενωθεί.
Πότε ν’ ακούω τους τριγμούς των πετρωμάτων
και πότε
την ατέρμονη διάβρωση στο χώμα,
ενώ διακλαδίζομαι τριγύρω αφήνοντας
υγρή ανάσα να ποτίζει
καθώς ποτίζεται.
Τόπος ελάχιστος,
ν’ αναμετριέται με το άπειρο
κι εκεί να γείρω που πολύ περιπλανήθηκα
το σώμα που ακόμα σέρνεται αγόγγυστα
να σμίξει την απόμακρη ιδέα.
Χρόνος περνάει, χρόνος διαιρείται.
Ο δρόμος τελικά μας έφερε
στον τόπο πριν απ’ τον παράδεισο.
3+1 ΧΑΪΚΟΥ 俳句

Ψηλά στα δέντρα
ακροπατεί το βλέμμα ·
ε λ ε υ θ ε ρ ί α !

Έρωτες, πάθη,
σώμα της ματαίωσης,
γυρίστε πίσω !

Δέντρα, του ανέμου
γραφήματα στο χρόνο,
συχνά διαβάζω.

από τη συλλογή ΣΤΙΓΜΑ (2004)

Μίλησε απλά ·
η Ποίηση χορεύει
πάνω απ’ τις λέξεις.

(ανέκδοτο)

Τρίτη, Δεκεμβρίου 05, 2006

κι ένα Limerick...

Ήταν μια φορά κι έναν καιρό ένας ποιητής
που έψαχνε στις λέξεις για να βρει το κατιτίς
μα κανείς δεν έβλεπε τον πόνο του
όλοι τον αφήναν πάντα μόνο του
κι έμενε της ποίησής του σκέτος θεατής.


[Τα limericks είναι μικρά πεντάστιχα στιχουργήματα στα οποία ομοιοκαταληκτούν ο 1ος με τον 2ο και τον 5ο στίχο και ο 3ος με τον 4ο. Έχουν συχνά αστείο, αφελή ή περιπαικτικό χαρακτήρα.Πρώτος σπουδαίος τεχνίτης ο Edward Lear (1812-1888)]

EdwardLear
ΣΥΝ-ΕΡΓΟΙ


«του λόγου δ’ εόντος ξυνού
ζώουσιν οι πολλοί
ως ιδίαν έχοντες φρόνησιν».

Ηράκλειτος


Πόση πραγματικότητα να συμπυκνώσω;
Και ποια πραγματικότητα είναι πιο αληθινή;
Αυτή που ανακαλύπτω με τη σκέψη μου;
Αυτή που στερεώνω με τις λέξεις;
Αυτή που αφήνω – ή κατορθώνω – να ξεγλιστρήσει σ’ εσένα;
Ποιος απ’ τους δυο μας είν’ ο δράστης; Ποιος αποδέχεται;
Το ποίημα το γράφουμε μαζί.
Η αλήθεια διαχέεται αέναα.
Δες – πρόφτασέ την!

(Όταν γράφεις το ποίημα, θεμελιώνεις
ένα οικοδόμημα δίχως τέλος,
αν αυτό θελήσει ο χρόνος).

Δευτέρα, Δεκεμβρίου 04, 2006

ΦΥΣΙΚΗ ΕΠΙΛΟΓΗ

στον Δημήτρη Μυταρά

–Μας βρίσκει αυτή, λοιπόν; Εμείς δεν την διαλέγουμε;

–Ερήμην μας ορμά, σκληρά επιλεκτική κατά πώς την συμφέρει,
να κάνει σώμα τις ανάσες μας,
όταν χαράζεται η αδηφάγος της απαίτηση
πάνω σε πλήρη αθωότητα.

Κι εκεί που ήσυχα πορεύεσαι σε άγνοια βαθιά, αδιατάρακτη,
πέφτει επάνω σου λυτρωτικό – νομίζεις – φως
και διατρέχει τις πιο κρυφές σου λειτουργίες.
Γίνεσαι έρμαιο μαζί και δανεικός του εαυτού σου –
χρόνια αυτή η ιστορία.
Και νά ’χεις κι από πάνω ενδοιασμούς
“Κάνω καλά;
Μπορώ;
Μ’ αρέσει;”…

Πάνω στ’ αποκαΐδια σου χορεύει θριαμβικά το μέλλον της
κλέβοντας, όλο κλέβοντας.
“Τον άλλο μήνα ήμουν πιο δυνατός,
πέρσι πιο νέος,
φέτος σαν πιο χλωμός”
ασθενικά μόλις που σκέφτεσαι ενώ
βουίζουν στ’ αυτιά σου οι μέρες και σε διώχνουν.

Στο τέλος ο απόηχος του γέλιου της αρκεί πως κάποτε υπήρξες,
έξοχο τώρα λίπασμα της μνήμης.

πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό ΔΕΛΕΑΡ (τ. 9)

Σάββατο, Δεκεμβρίου 02, 2006

Elisabeth Barrett Browning

Sonnets from the Portuguese (XLIII)


Με πόσους τρόπους σ’ αγαπώ; Άσε με να μετρήσω.
Μέχρι τα βάθη σ’ αγαπώ που η ψυχή θα πάρει
Μέχρι τα ύψη αθέατη, μέχρι την τέλεια Χάρη
Στα έσχατα της ύπαρξης, όταν πια θα βαδίσω.

Όσο το πιο παραμικρό καθημερνό μου πρέπει
Θα σ’ αγαπώ, στου ήλιου το φως, στο λύχνο που δε σβήνει
Ελεύθερα, όπως πολεμούν για τη δικαιοσύνη
Αγνά, όπως προβάλλουνε πάναγνοι μες στα έπη.

Με τέτοιο πάθος σ’ αγαπώ , όσο αυτό που μένει
Από τη θλίψη την παλιά, την παιδική μου πίστη
Με μιαν αγάπη σ’ αγαπώ που έμοιαζε χαμένη

Σαν τα χαμένα μου ιερά – Με όλη την πνοή μου
Θα σ’ αγαπώ, με κάθε μου χαμόγελο και δάκρυ
Κι αν το θελήσει ο Θεός, και πέρα απ’ τη ζωή μου.



απόδοση στα ελληνικά Γ. Ε. 
gew...



Ο ΑΣΤΡΟΛΑΒΟΣ

Ανοίγω τα χέρια μου
στις χαρακιές των δυνάμεων
και βρίσκω στο δρόμο μου
εντός μου ανατολή.

Με το ελάχιστο και αύρα μου τις λέξεις
πορεύομαι ψάχνοντας
άπιαστο άνθισμα.


από την ανέκδοτη σύνθεση "καινός διαιρέτης"


Πέμπτη, Νοεμβρίου 30, 2006

λεπτομέρεια από έργο του Χάρη Κοντοσφύρη
ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ

Ένα μεγάλο δέντρο
Κι η απαράλλαχτη σκιά του
Πληθαίνουν τα φύλλα, οι λέξεις
Όσο ξεκλέβει από το φως
Απλώνεται πάνω στο χώμα
Κάθε παραμικρή του αναπνοή
Στάζει ανεπαίσθητα στις ρίζες
Και πάλι ορθώνεται στον άνεμο
Έτσι που να μην ξεχωρίζει
Ποιο το δέντρο και ποια η σκιά του
Ποια η ζωή και ποια η ποίηση
Αλληλένδετη πραγματικότητα.

από τη συλλογή ΣΤΙΓΜΑ (2004)

Τετάρτη, Νοεμβρίου 29, 2006



τοσαχρονιαμετακι
ακομηδενμπορωνα
τουςχαρισωτονουρ
ανοπουειδαμεμαζι

Δευτέρα, Νοεμβρίου 27, 2006

στη Λεία

Όλα τα ποιήματά μου αστράφτουν τελειωμένα
– πόσο, στ’ αλήθεια, με τυφλώνουν –
ύστερα αρχίζουν να γυμνώνονται ένα ένα
και να θαμπώνουν έτσι καθώς αφήνονται μακριά μου
έτσι που παραδίνονται στο χρόνο και στους άλλους
λες και τους κλέβουνε τη σάρκα και τα λιώνουν
και μένω εγώ να τα κοιτάζω πια σαν ξένα
και μένω εγώ να τα κοιτάζω πια σαν ξένα
και τότε
ανοίγονται σε μένα
όπως ποτέ δεν είχανε πρωτύτερα ανοιχτεί
ολόφωτα
αφτιασίδωτα, αχνά
μες στην αλήθεια που τα γέννησε,
μέσα στο ψέμα που καιρό τα είχα κλείσει
και τότε βλέπω πότε θα ’πρεπε να τα ’χα σκίσει
ή πότε αυτά με σκίζουνε ξανά.

Παρασκευή, Νοεμβρίου 24, 2006

Ημερολόγιο απουσίας
ή
Πώς να μετράτε το χρόνο

Με άλλον κόσμο μέσα στον κόσμο μου
σε έψαξα, αναζητούσα
τις γραμμές σου, την αίσθησή μου.
Βάδιζα τις διαστάσεις του καινούργιου σκηνικού :
εγώ η αλλαγή
εσύ η απουσία · τρίτη ο χρόνος.


Δεν ξέρω τι μετράει πιο πολύ :
που δεν θα σε ξαναδώ ή
που δεν θα είμαι ο ίδιος να σε ξαναδώ;
Έπαψα να υπολογίζω πια με χρόνια ·
υπολογίζω πόσο σβήνει η ανάμνησή σου,
όπως με τους βαθμούς πρεσβυωπίας (είναι κι αυτό ζήτημα ωριμότητας).


Πήγα εκεί που ήσουν το πρώτο βλέμμα -
τώρα είσαι το μόνο.
Δεν θέλω νά 'ρθεις ·
μου φτάνει μόνο νά 'ρχεσαι.
Είναι αλήθεια λοιπόν
πως τίποτα δε χάνεται,
μόνο μεταστοιχειώνεται.
Γιατί,
αν δεν έλειπες τόσο,
αν δε σε ζύγιζα στη μνήμη μου,
πού θα ήταν τα λόγια;
Δίνω το σώμα σου στον αγύρτη καιρό,
για να ξεκλέψω υπόλοιπα.


Άραγε νά 'ξερες
πως χρόνια αργότερα
τα θρύψαλα που μού 'διναν τα χέρια σου
θα γίνονταν πληγή-πληγή
η αναπλήρωση της απουσίας;


Ξαναγυρίζω, ξανα-
γυρίζω
όχι στο έγκλημα,
μα στην ηδονική παρ-
άκαιρη σκηνοθεσία του.
Θύμα του θύτη που άλλοτε ήμουν.


Πάλι
διαβάζοντας τα λόγια μου
βρήκα πολλές φορές τη λέξη (ή την πράξη) ποίημα.
Συστροφή ·
ίσως,
γιατί τα γύρω κι έξω απ' αυτό
δεν αναπαύονται μες στη σελίδα μου
(ή λαθραία φωτογραφίζω το πριν).


Η μνήμη
αφήνει ίχνη διαρρήκτη
και έχει την οίηση
ανακριτή.
Άλλον
πάντα σε βρίσκει
σ' αφήνει
Άλλον.
Το νερό στο ίδιο ποτήρι
αλλιώτικο.
Οι σταγόνες
που ξέφτισαν
σε επιφάνειες τραχιές,
άλλες εξατμισμένες
πάνω απ' το φλογισμό της διεκπεραίωσης ·
δεν περαιώθηκαν.


Να ξαναζώ αισθήσεις
είναι κι αυτό μια
ανάδρομη αφήγηση.
Η διευθέτηση των λέξεων
ζωή; Μετά
θα
αφηγείσαι
την ανάμνηση του γεγονότος ή
το γεγονός της ανάμνησης;
Πανδαμάτειρα αχρονία.


Πόσο απ' το Τώρα
πάλλεται
σ' εκείνον τον προαιώνιο ρυθμό;
Το αίμα (ή μόνο βλέμμα;) που ανταλλάξαμε
θα είναι πάντα εκεί
να ρέει
σκιά στο είδωλο, και μαζί καθρέφτης
αμείλικτος,
συνεργός
ο άνεμος
στα δέντρα
ο ίδιος φύσαγε
δεν είχα λόγια να του δώσω.
Τα δέντρα σμίξανε ανάμεσα.
Πού είν' ο υλοτόμος της απόστασης;
Ένας εμπρηστής, έστω

πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό ΠΟΙΗΣΗ
(τ. 25, Ιούνιος 2005)

Τετάρτη, Νοεμβρίου 22, 2006



Η ΜΟΝΑΞΙΑ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ

Η μοναξιά του ποιητή
δεν είναι η μοναξιά της εποχής του.

Αναμετριέται με τις δυνάμεις
κι αφήνει πίσω να στοιχειώνουν ανάμεσα στις λέξεις
όσα δεν είπε.

Σαν κάτι ατέλειωτα (τα λένε) γλυπτά του Michelangelo
που θέλουν να ξεφύγουν από την τυραννία της πέτρας
κι όμως είναι αληθινά ελεύθερα
γι’ αυτόν που βλέπει πόδια να σαλεύουν μες στο μάρμαρο
και γίνεται ο γλύπτης,
και γίνεται ο ποιητής,
διαβάζοντας τους στίχους
συμπληρώνει το τελικό τους νόημα
και την αρχική μοναξιά που τους γέννησε.

Κυριακή, Νοεμβρίου 19, 2006

William Wordsworth
Ode: Intimations of Immortality from Recollections of Early Childhood

Τι που παρόλη του τη λάμψη κάποτε ήταν τόσο αστραφτερό
Έχει χαθεί απ’ τη ματιά μου τώρα πια καιρό
Αν και πια τίποτα δεν φέρνει πίσω του την ώρα
Της λάμψης στο γρασίδι, της δόξας στην οπώρα ·
Δεν θα θρηνήσουμε, παρά θα δίνει
Σε μας τη δύναμη ό,τι απομείνει ·
Η πρώτη πρώτη η συμπόνια
Που έχοντας υπάρξει μια φορά υπάρχει πια για χρόνια ·
Οι σκέψεις οι λυτρωτικές που αναβλύζουν
Από τον πόνο των ανθρώπων σαν γυρίζουν ·
Η πίστη που κοιτάζει μέσα απ’ το θάνατο ·
Τα χρόνια που φέρνουν τον βαθύ στοχασμό.

Δευτέρα, Νοεμβρίου 13, 2006

Posted by Picasa














ΑΝΤΙ-ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΕΑΥΤΟΥ

στον Χάρη Βλαβιανό

Η ζωή μάς περιπαίζει με κάτι περίεργες συμπτώσεις! (Πόσες φορές το έχουμε πει, αλήθεια, αυτό;) Ένας από τους πίνακες του Άρη Κουτρουλή, που επιχείρησα να σου στείλω, απεικονίζει έναν τοίχο του σπιτιού του στον οποίο είναι κρεμασμένος ένας δικός του παλιότερος πίνακας με σαφές (αν και κάπως συγκεχυμένο) το περίγραμμα του προσώπου του ζωγράφου, έτσι όπως ο ίδιος (μοναδικά) το είχε αντικρύσει σε κάποιο κάτοπτρο. Πλάι στον παλιότερο αυτόν πίνακα και κάπως χαμηλότερα απεικονίζεται ένα τραπεζάκι και πάνω του, μεταξύ άλλων, μια φωτογραφία του ζωγράφου με τη γυναίκα του (πιθανολογώ τραβηγμένη την ημέρα του γάμου τους - αλήθεια, ποιος, άραγε, να τον είχε δει μέσα από το φακό; κι αλήθεια, έτυχε ποτέ να δει κι αυτός τυπωμένη τη φωτογραφία, πολύ περισσότερο τον πίνακα που απεικονίζει τον άλλο πίνακα και πλάι τη φωτογραφία που ο ίδιος αυτός, άγνωστος σ' εμένα, φωτογράφος είχε τραβήξει;). Κι όλα αυτά σε μια φωτογραφία του πίνακα που απεικονίζει τον άλλο πίνακα (γιατί σε φωτογραφία μου τον έστειλε με e-mail ο Κουτρουλής). Το e-mail ταξίδεψε και τώρα η φωτογραφία του πίνακα που απεικονίζει τον άλλο πίνακα, που απεικονίζει το περίγραμμα του προσώπου του ζωγράφου, και πλάι του την φωτογραφία του την ημέρα του γάμου του, φιγουράρει στην οθόνη του υπολογιστή μου. Αν καταφέρω να σου το στείλω, θα έχω πετύχει τη μετατόπιση μιας (;) συντελεσμένης πραγματικότητας στην οθόνη του δικού σου υπολογιστή (κι αλήθεια, ποιας πραγματικότητας; αυτής που συνέλαβε ο φωτογράφος; αυτής που αντίκρισε ο Κουτρουλής στο κάτοπτρο; αυτής που ζωγράφισε πάνω στον καμβά; αυτής που ο ίδιος ο καλλιτέχνης φωτογράφισε; αυτής που βλέπω τελικά εγώ ή που βλέπεις εσύ; - και σε ποιον χρόνο; αυτόν της φωτογραφίας; του παλιότερου, εγκιβωτισμένου πίνακα; του πρόσφατου; της φωτογράφησής του; του e-mail του; του μηνύματος μου αυτού;). Πόσο όμοιο το σκηνικό και πόσο διαφορετικό εξ ορισμού - πρώτα και κύρια ιδωμένο από τον Χ.Β. - να βλέπει στην οθόνη του υπολογιστή του αυτό που επέλεξε να του στείλει ο Γ.Ε. από όσα του έστειλε ο Α.Κ. από όσα διάλεξε να ζωγραφίσει από εκείνα που είδε... Ποια πραγματικότητα απ' όλες είναι πιο "ζωντανή"; Ο συγκριτικός βαθμός καμιά φορά αποδεικνύεται τόσο, μα τόσο περιττός, όσο που απλώς να νομιμοποιείται από τον προβληματισμό γύρω απ' την ύπαρξή του...

Όπως και να 'χει
το ταξίδι είναι υπέροχο
Γ.Ε.

Κυριακή, Οκτωβρίου 29, 2006

ΤΟ ΕΡΓΟ ΘΑ ΛΕΓΕΤΑΙ "ΑΝΑΜΝΗΣΗ"

Θέλω να στείλω μιαν ανάμνηση στο μέλλον
μισοφτιαγμένη απ’ την τωρινή παρόρμηση,
άμορφη να μετεωρίζεται
στον μεγάλο λιθοξόο
και με σμίλη των ανθρώπων ανάσες.

Όταν αργότερα την ξαναβρώ αγνώριστη
να σέρνει μυρωδιές και αγγίγματα,
τα πιο πολλά τυχαία,
βαριά απ’ τις σκέψεις που κυοφόρησε,
διάτρητη απ’ τα αισθήματα
και κρύα
αλλά προπάντων άλλη απ’ αυτήν που τώρα φτιάχνω,
(ή μήπως άλλος θα ’μαι εγώ, όταν την ανασύρω;)
θα την κοιτάξω με πελώρια μάτια
- αποδοχής ή απόρριψης δεν έχει σημασία -
εκείνο που μετράει είναι πως πήραμε έναν δρόμο,
καθένας τον δικό του δρόμο,
αυτή αργά να εκτελεί την τωρινή αβεβαιότητα
κι εγώ στο μέλλον προβολή παλιάς σκηνοθεσίας.

Εσείς, για τόσα χρόνια θεατές,
(και τώρα που σας προκαλώ κι ερήμην μου)
να της φερθείτε, το λιγότερο, παράφορα.

Παρασκευή, Οκτωβρίου 27, 2006

και νυν τάλας ναυαγός απολέσας φίλους
εξέπεσον εις γην τήνδε ·


Ευριπίδη, Ελένη, 408-9

Ευτυχώς,
ναυάγησα σ’ αυτήν τη γη, θλιμμένος, δίχως φίλους

ναυάγησα σημαίνει κατά τύχη (κι η τύχη είναι media vox)

σ’ αυτήν τη γη που κάθε μέρα προσπερνούσα
– τίποτα –
ώσπου ήρθε η προπαραδείσια σιωπή

θλιμμένος όταν, κι όχι
θλιμμένος που ναυάγησα

δίχως φίλους, δεν έχει αλλιώς
ενώ το πλοίο βούλιαζε,
ξεντύθηκα τους φίλους και βούτηξα στα σκοτεινά νερά
(ακόμη βλέπω το σώμα μου άκρη-άκρη στην πλώρη)
να κολυμπήσω μέχρι την έρημη ακτή,
με την ανεξερεύνητη πάντα ενδοχώρα ·
από ’κει μέσα βαθιά ακούω να ’ρχονται
ασχημάτιστα τραγούδια.

Σάββατο, Οκτωβρίου 21, 2006














Άρη Κουτρουλή

"Cliche Verre"


ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΑΣΗΜΕΝΙΟ ΔΑΣΟΣ


Όρθια δέντρα πλάι-πλάι μέσα στο ασημένιο δάσος
απλώνουν τα κλαριά τους, αγγίζονται και κάτω οι ρίζες τους

μιλούν στα χώματα.

Ο χρόνος μένει πάντα έξω από το ασημένιο δάσος,
κι αν κάποτε εισχωρεί,
είναι για να ξαναζητήσει το χαμένο του όνομα
από το στόμα των πουλιών που γεννηθήκαν μόλις χτες.

Έτσι καθώς ανοίγονται και σμίγουν τα κλαριά
απ’ τα δέντρα
πετάνε πάνω τα πουλιά, φεύγουν κλαρί-κλαρί

βαθιά μέσα στο ασημένιο δάσος
κι επιστρέφουν τη νύχτα για το τραγούδι τους.

Ποτέ κανένα πουλί δεν τραγούδησε τόσο καθαρά,
όπως μέσα στο δέντρο που κρατάει τη φωλιά του
κι άλλο κανένα δέντρο δεν ποτίζει το πουλί με μέλι πιο γλυκό,

έτσι καθώς ανεβαίνει απ’ το πάντοτε.

Τη γλώσσα για να τραγουδήσουν τα πουλιά
δεν τη μαθαίνουν,
τη γεννούν από το φύσημα του αέρα, απ’ των κλαριών την κίνηση

κι από του δέντρου τους χυμούς
και κάθε φύλλο μια αιωνιότητα, κάθε τους τραγούδι αρχή.

Όσο κι αν σμίγουν τα κλαριά, όσο κι αν γυροφέρνουν τα πουλιά
είν’ ολοκάθετα βασίλεια τα δέντρα, με ρίζες

που μιλούν στα χώματα.

Πέμπτη, Οκτωβρίου 12, 2006

πολλ’ οιδ’ αλωπηξ
αλλ’ εχινος εν μεγα.

Με σκέρτσα και με κορδελίτσες
Σαν ντελικάτες κοπελίτσες
Γράφετε φίνα ποιηματάκια
Και τα γεμίζετε τελίτσες.

To make it new!
To make it new!
Μα η στροφή του τιμονιού
Να έχει και μια ρότα.

Τα ’λεγε κι ο σοφός παππούς
Κάνετε ’σεις κόλπα αλεπούς
Μα ο εχίνος ένα
Μεγάλο που γεννά καρπούς.

Τρίτη, Οκτωβρίου 10, 2006

W. B. Yeats

Ερωτικό τραγούδι

Αγάπη μου, θα φύγουμε, θα πάμε, εγώ κι εσύ
Στο δάσος την ομίχλη να διαλύσουμε ·
Μπροστά μας το κοτσύφι, εκεί κι ο σολομός,
Αγάπη μου, θ’ ακούσουμε, θ’ ακούμε εγώ κι εσύ
Φωνή της ελαφίνας και του έλαφου.
Πουλί μες στα κλαδιά του για μας θα τραγουδά
Ο κούκος άφαντος θα μένει μες στο κέφι του
Κι ο θάνατος, καλή μου, θα μένει μακριά
Απ’ την καρδιά του μυρωμένου δάσους μας.

Σάββατο, Οκτωβρίου 07, 2006

W. B. Yeats

Πολιτική

Πώς, όταν το κορίτσι εκείνο στέκεται εκεί,
Των Ιταλών, των Ισπανών
Των Ρώσων να προσέξω την πολιτική;
Κι όμως βρίσκετ’ εδώ ένας πολυταξιδεμένος
Άντρας που ξέρει πάντοτε για τι μιλά
Κι ένας πολιτικός
Που έχει μελετήσει κι έχει στοχαστεί
Κι ίσως να είν’ αλήθεια όσα ισχυριστεί
Για πόλεμο ή για σειρήνες, του πολέμου τη λαλιά,
Μα ας ήμουν πάλι νέος και
Ας την κρατούσα αγκαλιά.

Τρίτη, Σεπτεμβρίου 26, 2006



Άραγε είσαι
αυτό που φαίνεται
ή μήπως
φαίνεται
αυτό που τώρα
μοναχά μπορείς να είσαι;

Χρόνια μετά
- το βλέπω -
ό,τι δεν θα ’σαι
ξεχωριστά θα φτιάχνει
ό,τι θα ’χεις γίνει_

Σάββατο, Σεπτεμβρίου 23, 2006

λιθογραφία Άρη Κουτρουλή


ΚΑΙΝΟΣ ΔΙΑΙΡΕΤΗΣ
ηκαθεμεραλεπτησυρτηγραμμ
ησωροςανεβαινεισωροςαδει
αζειεπαναληψηστηνκινησηκα
νονικοτηταστηζωηβγεςαπτοπ
οιημακαιδεςτηνατερμονηπαν
ομοιοτητατοποιημαανατρεπε
ιτηδιαιρεσηκαινοςδιαιρετης
ηποιηση
πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό ΔΕΛΕΑΡ (τ.9)

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 22, 2006

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 21, 2006

Στο μέρος της απόλυτης σιωπής
δεν θα σε πάρω μαζί, φίλε μου,
-δεν το μπορώ και δεν το θέλω-
θα πάω μόνος.
Εσύ θά 'ρθεις μετά
μήπως και μυρίσεις στα χέρια μου
όσα άγγιξα.