Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σαπφώ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σαπφώ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα, Ιανουαρίου 15, 2007

Μεταφράζω ό,τι αγαπώ (μέρος β΄)

Αρχαίοι Έλληνες Λυρικοί

τα αισθησιακά

Σ Α Π Φ Ω



20D

και ποθήω και μάομαι

* * * * * *

ποθώ μαζί και λαχταρώ



50D

Έρος δ’ ετίναξέ μοι
φρένας, ως άνεμος κάτ όρος δρύσιν εμπέτων.

* * * * * * * * * * * *

Έρωτας μου πήρε τα μυαλά,
όπως χιμάει ο άνεμος στα όρη στις βελανιδιές.


48D

Ήλθες, κάλ’ επόησας, έγω δέ σ’ εμαιόμαν,
αν δ’ έφλυξας έμαν φρένα καιομέναν πόθωι

* * * * * * * * * * * *

Ήρθες, καλά που έκανες, κι εγώ σε λαχταρούσα
τα σωθικά μου κόχλαζαν, καίγονταν απ’ τον πόθο



114D

Γλύκηα μάτερ, ού τοι δύναμαι κρέκην τον ίστον
πόθωι δάμεισα παίδος βραδίναν δι’ Αφρόδιταν.

* * * * * * * * * * * * *

Γλυκιά μου μάνα, δε μπορώ πια να χτυπώ το υφάδι
απ’ του παλικαριού τον πόθο λαβωμένη
που μού ’στειλε η λυγερή Αφροδίτη.



116D

οίον το γλυκύμαλον ερεύθεται άκρωι επ’ ύσδωι,
άκρον επ’ ακροτάτωι, λελάθοντο δε μαλοδρόπηες ·
ου μαν εκλελάθοντ’, αλλ’ ουκ εδύναντ’ επίκεσθαι.

* * * * * * * * * * * * *

σαν τον γλυκύτερο καρπό μεστώνει στο τελευταίο κλαρί,
στην άκρη άκρη των ακρών, κι οι τρυγητές το ξέχασαν ·
δεν τό ’χουν ξεχασμένο, μον’ να το φτάσουν δεν μπορούν.



127D

Τίωι σ’, ω φίλε γάμβρε, κάλως εικάσδω;
όρπακι βραδίνωι σε μάλιστ’ εικάσδω.

* * * * * * * * * *

Με τι, γαμπρέ μου, να σε παρομοιάσω;
Όμοιο με λυγερό κλαρί σε παρομοιάζω.



90D

Δεύτέ νυν άβραι Χάριτες καλλίκομοί τε Μούσαι

* * * * * * * * * * * * *

Γεια σας γλυκές μου Χάριτες, μακρυμαλλούσες Μούσες



137D

Έρος δηύτέ μ’ ο λυσιμέλης δόνει,
γλυκύπικρον αμάχανον όρπετον.

* * * * * * * * *

Να που ο έρωτας, που παραλύει τα μέλη,
με δονεί
γλυκόπικρο, ανίκητο σερπετό.



128 D

σοί χάριεν μέν είδος, όππατα δ’
μέλλιχ’ , έρος δ’ επ’ ιμέρτωι κέχυται προσώπωι
τετίμακ’ έξοχά σ’ Αφρόδιτα

* * * * * * * * * * * *

Γλυκιά η θωριά σου, τα μάτια σου
μελένια, έρωτας χύνεται στο ποθητό σου πρόσωπο
ξεχωριστά σ’ έχει προικίσει η Αφροδίτη.




94D

δέδυκε μεν α σελάννα και πληίαδες · μέσαι δέ
νύκτες, παρά δ’ έρχετ’ ώρα, έγω δε μόνα κατεύδω.

* * * * * * * * * * * * *

κρύφτηκαν το φεγγάρι κι οι πλειάδες ·
μεσάνυχτα ·
η ώρα περνά
κι εγώ κοιμάμαι μόνη.