τα αισθησιακά
Σ Α Π Φ Ω
20D
και ποθήω και μάομαι
* * * * * *
ποθώ μαζί και λαχταρώ
50D
Έρος δ’ ετίναξέ μοι
φρένας, ως άνεμος κάτ όρος δρύσιν εμπέτων.
* * * * * * * * * * * *
Έρωτας μου πήρε τα μυαλά,
όπως χιμάει ο άνεμος στα όρη στις βελανιδιές.
48D
Ήλθες, κάλ’ επόησας, έγω δέ σ’ εμαιόμαν,
αν δ’ έφλυξας έμαν φρένα καιομέναν πόθωι
* * * * * * * * * * * *
Ήρθες, καλά που έκανες, κι εγώ σε λαχταρούσα
τα σωθικά μου κόχλαζαν, καίγονταν απ’ τον πόθο
114D
Γλύκηα μάτερ, ού τοι δύναμαι κρέκην τον ίστον
πόθωι δάμεισα παίδος βραδίναν δι’ Αφρόδιταν.
* * * * * * * * * * * * *
Γλυκιά μου μάνα, δε μπορώ πια να χτυπώ το υφάδι
απ’ του παλικαριού τον πόθο λαβωμένη
που μού ’στειλε η λυγερή Αφροδίτη.
116D
οίον το γλυκύμαλον ερεύθεται άκρωι επ’ ύσδωι,
άκρον επ’ ακροτάτωι, λελάθοντο δε μαλοδρόπηες ·
ου μαν εκλελάθοντ’, αλλ’ ουκ εδύναντ’ επίκεσθαι.
* * * * * * * * * * * * *
σαν τον γλυκύτερο καρπό μεστώνει στο τελευταίο κλαρί,
στην άκρη άκρη των ακρών, κι οι τρυγητές το ξέχασαν ·
δεν τό ’χουν ξεχασμένο, μον’ να το φτάσουν δεν μπορούν.
127D
Τίωι σ’, ω φίλε γάμβρε, κάλως εικάσδω;
όρπακι βραδίνωι σε μάλιστ’ εικάσδω.
* * * * * * * * * *
Με τι, γαμπρέ μου, να σε παρομοιάσω;
Όμοιο με λυγερό κλαρί σε παρομοιάζω.
90D
Δεύτέ νυν άβραι Χάριτες καλλίκομοί τε Μούσαι
* * * * * * * * * * * * *
Γεια σας γλυκές μου Χάριτες, μακρυμαλλούσες Μούσες
137D
Έρος δηύτέ μ’ ο λυσιμέλης δόνει,
γλυκύπικρον αμάχανον όρπετον.
* * * * * * * * *
Να που ο έρωτας, που παραλύει τα μέλη,
με δονεί
γλυκόπικρο, ανίκητο σερπετό.
128 D
σοί χάριεν μέν είδος, όππατα δ’
μέλλιχ’ , έρος δ’ επ’ ιμέρτωι κέχυται προσώπωι
τετίμακ’ έξοχά σ’ Αφρόδιτα
* * * * * * * * * * * *
Γλυκιά η θωριά σου, τα μάτια σου
μελένια, έρωτας χύνεται στο ποθητό σου πρόσωπο
ξεχωριστά σ’ έχει προικίσει η Αφροδίτη.
94D
δέδυκε μεν α σελάννα και πληίαδες · μέσαι δέ
νύκτες, παρά δ’ έρχετ’ ώρα, έγω δε μόνα κατεύδω.
* * * * * * * * * * * * *
κρύφτηκαν το φεγγάρι κι οι πλειάδες ·
μεσάνυχτα ·
η ώρα περνά
κι εγώ κοιμάμαι μόνη.
